Δεν είναι μόνο η αμετάκλητη κατασπατάληση του περιβάλλοντος και αναντικατάστατων πόρων. Είναι επίσης η ανθρωπολογική καταστροφή των ανθρώπινων όντων που μεταμορφώνονται σε παραγωγικά και καταναλωτικά κτήνη, σε εξαχρειωμένους ζάπερ...

Κορνήλιος Καστοριάδης
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναλύσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναλύσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Νικόλας Σεβαστάκης

«...Το νέο πεδίο στο οποίο ... συναντά κανείς τη βασική στράτευση αυτών των ανθρώπων είναι η βούληση για αποκατάσταση της ιεραρχικής τάξης, η αναζήτηση «των ικανότερων και των αρίστων» και ιδίως μια αλλεργία για τις υπερβολικές και επιβλαβείς πολιτικές και κοινωνικές ελευθερίες.

[…]

Αυτός ο πολιτιστικός τύπος [ο φανατικός και αυταρχικός «ορθολογικός μετριοπαθής»] αφομοιώνει με απίστευτη ταχύτητα αρχετυπικά στοιχεία της δεξιάς παράδοσης, ενώ συνεχίζει να καταναλώνει κάποιες από τις φιλελεύθερες ή αριστερές ευαισθησίες λ.χ. την αντιπάθεια για το εκκλησιαστικό ιερατείο ή το φλερτ με το ανώδυνο cultural chic.

Παράλληλα, λοιπόν, με την ανακάλυψη του καπιταλιστικού ρεαλισμού, ... επιδίδεται σε ασκήσεις αυτοκριτικής για τα προηγούμενα κύματα των ενθουσιασμών του: ασφαλώς το παρακάναμε με τον ηδονιστικό καταναλωτισμό, με τις επιπολαιότητες της άμεσης απόλαυσης και τη λατρεία των νεανικών στιλ, με τις ελευθεριακές μας αυταπάτες. Τώρα ας σοβαρευτούμε. Ας ανακαλύψουμε τις αξίες της προσπάθειας, της εργασίας, της λιτότητας. Ας δούμε, εν τέλει, τα καλά στοιχεία της κρίσης που δίνει την ευκαιρία για επαναξιολόγηση του do it yourself, της απλότητας και της μαγειρικής στο σπίτι.

[...]

Η γλώσσα αυτού του αναγεννημένου δεξιού είναι γλώσσα επιρρεπής στα πειθαρχικά μέτρα και υπερευαίσθητη απέναντι σε κάθε γεύση «ανομίας»: είτε από το διπλανό τραπέζι (ω, οι αγενείς που καταστρέφουν τον κόσμο) είτε από το δρόμο, τα πανεπιστήμια, τις πλατείες. Παντού βλέπει αγένεια, αχαριστία, ανομία, ανωριμότητα. Και παντού υποπτεύεται ότι οι πολλοί παίζουν θέατρο ή τον κοροϊδεύουν με τις υποκριτικές οιμωγές τους: βεβαίως υπάρχει φτώχεια, ανεργία, κρίση, αλλά δεν είναι αυτό το κυρίως ζήτημα. Όπως λέει και ο Στέλιος Ράμφος, το βασικό πρόβλημα είναι ότι επενδύουμε με αρνητικά αισθήματα το παρόν και δεν αυτομεταμορφωνόμαστε, δεν μεταβάλλουμε νοοτροπία. Η κρίση θεωρείται έτσι περισσότερο η ανορθολογική κραυγή ενός παιδιάστικου συναισθηματισμού παρά ένα κοινωνικό ή ένα ταξικό γεγονός.

Ηθική, ψυχολογία, αστυνομία: ιδού οι τρεις πυλώνες πάνω στους οποίους στήνουν τη δημόσια περιγραφή τους...»

***

«…οι νέοι φιλελεύθεροι δεν είναι νεοφιλελεύθεροι. Ή δεν είναι κατά βάση νεοφιλελεύθεροι. Παρά το ότι αναγνωρίζουν την «ελεύθερη οικονομία» ως τον αξεπέραστο ορίζοντα της εποχής και μάλλον ως την οριστική μορφή του ανθρώπινου Λόγου, παρά το ότι γοητεύονται από τη συγκινητική φιγούρα του επιχειρηματία-δημιουργού καινοτομίας, η αιχμή των παρεμβάσεών τους είναι μια ορισμένη πολιτισμική κριτική… Οι ιδέες και αξίες στις οποίες αναγνωρίζονται είναι ο υπεύθυνος ατομικισμός, η καταγγελία του μεγάλου κράτους, η αντίθεση στα άκρα και στους «εξτρεμισμούς»…

Το κοινό πεδίο στο οποίο κινούνται είναι η υπεράσπιση του «ορθολογισμού» απέναντι στη νεοελληνική «παράνοια». Άλλοι επενδύουν στους κανόνες τής -δικής τους βεβαίως- κοινής λογικής και άλλοι στην επινόηση μιας νέας πολιτικής, περισσότερο συμπονετικής και χαρούμενης, μακριά από τις κακές ουτοπίες και τις αγωνιστικές ταυτότητες. Προς Θεού, «όχι άλλοι αγώνες» γράφει αηδιασμένος ένας από τους πρωτοπόρους του χώρου στο «Κυριακάτικο Βήμα»… (Όσο και αν επιμένουν, δεν μας κυβέρνησε η άκρα Αριστερά αλλά το διαπαραταξιακό μπλοκ της νοικοκυροσύνης…) Επειδή πιστεύουν ότι βασικός αντίπαλος του εκπολιτισμού των ηθών είναι η σκληρή πολιτική, αναζητούν όλο και συχνότερα τη φιλική συνδρομή των δυνάμεων της τάξης, των άγρυπνων φυλάκων της δημοκρατίας μας. Ο αντι-αυταρχισμός τους είναι κυρίως πολιτισμικός…

Η σημερινή μετάφραση αυτής της υποθήκης είναι ανησυχητική. Εμφανίζεται με την ανακύκλωση των συνθημάτων του αντι-λαϊκιστικού -αλλά πάντοτε υπέρ πλουσίων και ισχυρών- εκσυγχρονισμού. Εκδηλώνεται στη μορφή μιας σωφρονιστικής ηθικολογίας, η οποία αθωώνει τις πολιτικοεπιχειρηματικές ελίτ για να κατακεραυνώσει απλώς κάποιες κραυγαλέες και ασυμμάζευτες περιπτώσεις…»

***

«...Λογοτέχνες και άνθρωποι της τέχνης που ισχυρίζονται ότι αποτάσσονται την “ξύλινη γλώσσα” της ιδεολογίας (εννοώντας κατά βάση μόνο μιας ιδεολογίας, αυτής που θέτει προτάγματα κοινωνικής χειραφέτησης) προσεταιρίζονται αυθόρμητα έναν ρηχό σκεπτικιστικό φιλελευθερισμό διεκδικώντας την αλήθεια της “ατέλειας” ενός κόσμου που πρέπει να αποτελείται, όπως πίστευε ήδη ο Φλωμπέρ, από “καθάρματα και απατεώνες”. Ο συλλογισμός είναι απλός: μιας και το κακό –η ραδιουργία, η παλιανθρωπιά, οι εγωιστικές μικρότητες– βρίσκονται στη βάση του ανθρώπινου, οποιαδήποτε ιδέα μετασχηματισμού σε ηθικοπολιτικό επίπεδο πρέπει να απορριφθεί ως ανεύθυνη και καταστροφική “θεολογία”.

[...]

Έχουμε να κάνουμε με έναν λόγο που εμφανίζεται την ίδια στιγμή ως τιμητής των παθών και ως συνήγορος των ανθρώπινων παθών/ατελειών απέναντι σε κάθε ριζοσπαστικό ορθολογισμό στον οποίον προσάπτεται ότι επιδιώκει, απάνθρωπα, να “ισιώσει το στραβό ξύλο της ανθρωπότητας” ...

...δαιμονοποιείται η σύγκρουση ως παράγοντας ανομίας και ενδεχόμενης υπονόμευσης των δημοκρατικών κανόνων. Συγχρόνως κινητοποιούνται φωνές οι οποίες υπερασπίζονται το ατελές και το μερικό ως πραγματιστικά αναχώματα στις υπερβολές της “ιδεολογίας”… »




Ένα βασικό ερώτημα που τίθεται στη σημερινή κρίσιμη περίοδο γενικευμένης παρακμής είναι το εξής: κατά πόσο είναι εφικτή η δημιουργία ενός πραγματικά δημοσίου χώρου, ο οποίος να εξασφαλίζει την κυριαρχία του δήμου; Κατά πόσο ο αυτοπροσδιορισμός και η αυτοκυβέρνηση, δηλαδή η άμεση δημοκρατία, είναι σήμερα δυνατή και με ποιον τρόπο; Για το ζήτημα αυτό εκφράζονται πολλές αμφιβολίες. Τα αρνητικά επιχειρήματα που συνήθως προβάλλονται είναι α) ότι η σημερινή εντελώς διαφορετική πραγματικότητα δεν προσφέρει τις συνθήκες που υπήρχαν στην αρχαία Αθήνα (μικρό πληθυσμό, μικρή έκταση, απλούστερα προβλήματα), ως εκ τούτου δεν είναι ρεαλιστικό πρόταγμα. Και β) οι άνθρωποι δεν επιθυμούν την αυτοκυβέρνηση, ακολουθούν και ψηφίζουν τα κόμματα, άρα είναι δύσκολο να πραγματοποιηθεί αφού η ανθρώπινη πραγματικότητα είναι αντίθετη. Τα επιχειρήματα αυτά τα έχω συζητήσει αλλού,[1] και εδώ θα αρκεσθώ σε μερικά συμπληρωματικά σχόλια.

Σε αυτούς που αντιτάσσουν ότι η αυτοκυβέρνηση και η δημοκρατία δεν είναι δυνατές, δεν είναι ρεαλιστικά αιτήματα, αλλά ρομαντισμός, αφέλεια ή ουτοπία, η απάντηση είναι ότι ρεαλισμός δεν σημαίνει να υποκύπτεις στην πραγματικότητα και να την δέχεσαι παθητικά και δουλικά, αλλά να αναζητάς μιαν άλλη πραγματικότητα. Ρεαλισμός δεν είναι να αποδέχεσαι την πραγματικότητα, αλλά να προσπαθείς να την αλλάξεις. Ουτοπία δεν είναι να πιστεύεις ότι η πραγματικότητα μπορεί να αλλάξει, αλλά το να πιστεύεις ότι δεν θα αλλάξει και θα παραμείνει όπως έχει επ’ άπειρον. Τα επιχειρήματα αυτά κατά του εφικτού της δημοκρατίας βλέπουν δηλαδή μόνο τη μία πλευρά και παρακάμπτουν μία εξ ίσου σημαντική αλήθεια: πραγματικότητα δεν είναι μόνο αυτά που ισχύουν, η συγκεκριμένη κοινωνικο-οικονομικο-πολιτική κατάσταση, οι εγκαθιδρυμένοι θεσμοί, οι ισχύοντες νόμοι και οι επικρατούσες αξίες. Είναι και όλα όσα εμείς επιθυμούμε και δυνάμεθα να πράξουμε, μετά από στοχασμό και διαβούλευση, όσα θέλουμε και αντιτάσσουμε στην υπάρχουσα κατάσταση, δηλαδή οι δικοί μας θεσμοί, νόμοι και αξίες, η δικιά μας θέληση.[2]

H Arendt αναλύει και αναδεικνύει την αξία και τη δύναμη της θελήσεως ως πρώτιστο γενεσιουργό παράγοντα της πράξεως (le ressort de l’ action) στο βιβλίο της Η ζωή του πνεύματος, τόμ. 2ος, με υπότιτλο «Η θέληση». Από τις πρώτες σελίδες ήδη τονίζει ότι η θέληση είναι η ανθρώπινη ιδιότητα για την αντιμετώπιση του μέλλοντος, μέσα από την ανοικτή εμπειρία του χρόνου. είναι το όργανο του μέλλοντος, όπως η μνήμη είναι το όργανο του παρελθόντος.[3] Έτσι όμως η θέληση συνδέεται με τη φαντασία, διότι το μέλλον δεν υπάρχει κάπου, δεν είναι άμεσα ορατό, πρέπει να το συλλάβει κανείς με τη δύναμη της φαντασίας. Είναι πολύ δαφωτιστικό ένα χωρίο στο οποίο ο Καστοριάδης συνδέει με μοναδικό τρόπο τη θέληση με τη φαντασία: «Η πολιτική φαντασία έχει εξαφανισθεί. Η εξαφάνιση αυτή της φαντασίας πάει μαζί με την κατάρρευση της θέλησης. Γιατί πρέπει βέβαια να μπορείς να παραστήσεις στο μυαλό σου κάτι που δεν υπάρχει, για να μπορέσεις να θελήσεις. Και πρέπει να θέλεις στα ενδόψυχά σου κάτι άλλο από την απλή επανάληψη, για να μπορείς να φαντάζεσαι».[4] Όλα εξαρτώνται από αυτή την ανθρώπινη δύναμη της φαντασίας, της θέλησης, η οποία επιτρέπει να φαντασθούμε άλλα πράγματα από τα ήδη γνωστά και υπάρχοντα, από τα στερεότυπα και τα καθιερωμένα, να φαντασθούμε, να θελήσουμε, νέες ιδέες, θεσμούς και σημασίες. Πρέπει λοιπόν να φαντασθούμε την άλλη κοινωνία, την άλλη πραγματικότητα, που σημαίνει πρέπει να τολμήσουμε να σκεφθούμε διαφορετικά, να μάθουμε να σκεφτόμαστε αλλοιώς.[5] Φυσικά προς τούτο απαιτείται εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, στις δικές μας δυνάμεις, στις ικανότητές μας.

Ο Κίρκεγκωρ έλεγε: «Δεν είναι ο δρόμος που είναι δύσκολος, είναι το δύσκολο που είναι δρόμος». Το δύσκολο βρίσκεται στην αδυναμία της θέλησης και στην οκνηρία της φαντασίας, στην απροθυμία να σκεφθούμε και να δράσουμε διαφορετικά. Η μεγαλύτερη δυσκολία έγκειται στο γεγονός ότι τα άτομα και οι κοινωνίες αφήνονται στον εφησυχασμό των «κεκτημένων» και έχουν μία δυσπιστία και φοβία στο καινούριο και το άγνωστο. Προτιμούν τη σιγουριά του ήδη γνωστού και αναγνωρίσιμου, έχουν το δικό τους νόμο αδρανείας. Εδώ βρίσκεται η ουσία του ζητήματος: όταν τολμάμε ίσως χάνουμε ορισμένα πράγματα από τα «κεκτημένα», όταν όμως δεν τολμάμε χάνουμε τον εαυτό μας, την ελευθερία μας, γινόμαστε δούλοι - όπως σήμερα. Από τη στιγμή όμως που λαμβάνουμε την απόφαση ανοίγει ο δρόμος της δημιουργίας του νέου, του άλλου.

Τίποτε στην Ιστορία δεν είναι εξασφαλισμένο εκ των προτέρων. Η Ιστορία δεν είναι ευθύγραμμη, γραμμική και νομοτελειακή, δεν εξαρτάται από κάποιες αδήριτες φυσικές ή οικονομικές αναγκαιότητες ούτε από «ιστορικούς νόμους». Εδώ βρίσκεται μία μεγάλη συμβολή του Κ. Καστοριάδη, και έχει σχέση με την κριτική που άσκησε στην μαρξική θεωρία: η ιστορία είναι δημιουργία ανθρώπινη, απρόβλεπτη και φαντασιακή, υπερβαίνει τους ορθολογικούς καθορισμούς. Σημειώνει δε χαρακτηριστικά: «Δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή πρόβλεψη στην πολιτική και στην ιστορία. Την παραμονή του Μάη του ’68, ο Viansson-Ponté έγραφε το περίφημο άρθρο του ‘’Η Γαλλία πλήττει’’. Πράγματι, έπληττε τόσο πολύ που εξερράγη λίγες εβδομάδες αργότερα. Δεν θέλω βέβαια να πω ότι είμαστε στις παραμονές ενός καινούργιου Μάη του ’68. Απλώς, ότι καμιά σφυγμομέτρηση και καμιά εμπειρική επαγωγή δεν μπορούν να προβλέψουν τη συμπεριφορά ενός πληθυσμού βραχυπρόθεσμα, και ακόμη λιγότερο μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα».[6] Αυτό που συνέβη πριν από τον Μάη του ’68 και καθόρισε την μετέπειτα πορεία ήταν οι πρωτοβουλίες από ένα μέρος του πληθυσμού που είχε αρχίσει να αμφισβητεί θεσμούς, έννοιες, σημασίες, αξίες, τον τρόπο του βίου, και επινοούσε αιτήματα, διεκδικήσεις, νέες μορφές οργάνωσης και δράσης.

Το βασικό που παίζει ρόλο, όπως ήδη είπα, είναι η επιθυμία των ανθρώπων να υπάρξουν διαφορετικά, η θέλησή τους να έχουν λόγο γι αυτά που τους αφορούν και τους επηρεάζουν, γι’ αυτά που καθορίζουν τον βίο και το μέλλον τους.[7] Όλα είναι πιθανά και δυνατά, εφ’ όσον εξαρτώνται από την ανθρώπινη βούληση και πράξη, από το κοινωνικό φαντασιακό.[8] Όλα είναι δυνατά για τον άνθρωπο, όπως το διατύπωσε και ο Σοφοκλής με απαράμιλλο τρόπο τον 5ο αιώνα, στο υπέροχο και μοναδικής ομορφιάς και πλήρους νοήματος στάσιμο της Αντιγόνης (πολλά τα δεινά κουδέν ανθρώπω δεινότερον πέλει... στ. 332-375). Το χορικό αυτό είναι ένας ύμνος στην ανθρώπινη δημιουργικότητα, η οποία δεν υπακούει, δεν υποκύπτει σε καμία αναγκαιότητα. Μόνο μία αναγκαιότητα δεν μπορεί να αποφύγει ο άνθρωπος, τον θάνατο: Άπορος επ’ ουδέν έρχεται / το μέλλον . Άϊδα μόνον / φεύξιν ουκ επάξεται.[9] Τη δύναμη του ανθρώπινου και κοινωνικού παράγοντα γνώριζε και ο Αριστοτέλης, ο οποίος στα λεγόμενα ρεαλιστικά βιβλία των Πολιτικών του εξετάζει αναλυτικά τους τρόπους και τις αιτίες εγκαθίδρυσης, διατήρησης και φθοράς όλων των πολιτευμάτων. Αναδεικνύει ως κύριο παράγοντα των αλλαγών τις διαθέσεις και τις προσπάθειες των ανθρώπων, των πολιτικών ομάδων και των κοινωνικών στρωμάτων για εξουσία. Αναφέρει λ.χ. ότι η ολιγαρχία εγκαθίσταται όταν οι ολίγοι πλούσιοι επιθυμούν την εξουσία και έχουν τη δύναμη να την κατακτήσουν, ενώ ταυτοχρόνως οι πολλοί δεν την επιθυμούν και δεν έχουν τη δύναμη να αντισταθούν.

Οι σημαντικές αλλαγές στην ιστορία δεν γίνονται από τις κομματικές ηγεσίες, τους βουλευτές και τα κοινοβούλια, από την κρατική νομενκλατούρα και τη γραφειοκρατική διαχείριση, αλλά από την κοινωνική βάση, από τις κοινωνικές συλλογικότητες, που όταν θέλουν και έχουν όραμα εισβάλλουν στο προσκήνιο και απαιτούν άλλη θέσμιση της κοινωνίας. Ας μη ξεχνούμε ότι όταν οι μεγάλες κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές πραγματοποιούνται θεωρούνται αναπόφευκτες και αναγκαίες, ενώ πριν πραγματοποιηθούν θεωρούνται απραγματοποίητες ή ουτοπίες. Ο Max Weber γράφει: «Αναμφίβολα, όλη η ιστορική εμπειρία επιβεβαιώνει την αλήθεια ότι ο άνθρωπος δεν θα είχε πετύχει το εφικτό, αν δεν είχε ξανά και ξανά προσπαθήσει να φθάσει το ανέφικτο». Ένα μόνο παράδειγμα, από τα πολλά, αρκεί. Τον 17ο αιώνα ο John Locke στη Δεύτερη πραγματεία περί κυβερνήσεως δηλώνει για πρώτη φορά μετά τον 5ο π.Χ. αιώνα τα εξής σημαντικά και επαναστατικά: «Η δουλεία αποτελεί για τον άνθρωπο μια κατάσταση τόσο ευτελή, τόσο άθλια και τόσο ευθέως αντίθετη με τη μεγάθυμη ιδιοσυγκρασία και το θάρρος του έθνους μας, ώστε πολύ δύσκολα θα φανταζόμασταν ότι ένας Άγγλος, κι ακόμα λιγότερο, ένας έντιμος άνθρωπος, θα μπορούσε να την υποστηρίξει». Το κήρυγμα αυτό κατά της δουλείας άργησε να γίνει πραγματικότητα, διότι, ως γνωστόν, η δουλεία καταργήθηκε επισήμως μετά από δύο αιώνες, τον 19ο αιώνα. Δηλαδή όταν έγραφε την άποψή του ο Λοκ, ήταν δύσκολο να πραγματοποιηθεί και φαινόταν ανέφικτη και ουτοπία.

Η συμμετοχή λοιπόν των ανθρώπων στις αποφάσεις, στους νόμους και στον έλεγχο της εξουσίας δεν είναι ακατόρθωτη. Τα αιτήματα της ελευθερίας, της ισότητας, της δικαιοσύνης και του ελέγχου δεν είναι αδύνατο να πραγματοποιηθούν. Η δημοκρατία είναι εφικτή. Δεν είναι ουτοπία όπως λέγεται συνήθως από τους ποικίλους σκεπτικιστές, αντιπάλους και εχθρούς της.[10] Ουτοπία είναι το όραμα του αναρχισμού για μία κοινωνία χωρίς εξουσία. Ουτοπία ήταν το όραμα του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού για μία αταξική κομμουνιστική κοινωνία. Αν και ο Μαρξ με τον Ένγκελς παρουσίασαν τον σοσιαλισμό τους ως «επιστημονικό», εν αντιθέσει με τον «ουτοπικό» των προγενεστέρων τους, εν τούτοις και ο δικός τους αποδείχθηκε εξίσου ουτοπικός. Ουτοπία είναι η αναζήτηση μίας ιδανικής, εξιδανικευμένης και τέλειας κοινωνίας, ενώ δημοκρατία είναι η προσπάθεια για μία δίκαιη κοινωνία. Η δημοκρατία δεν είναι ουτοπία, αλλά ευτοπία. Με τη λέξη ευτοπία δεν εννοώ μία τέλεια, ιδεώδη, ευδαίμονα κοινωνία, αλλά μία κοινωνία που έχει βρεί - έχει κατακτήσει - έναν «τόπο» για να στηριχθεί, να κατοικήσει και να πράξει: να διατηρήσει ανοικτό το ζήτημα της ελευθερίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης ως υπόθεση συλλογικής διαβούλευσης. Ο τόπος αυτός δεν είναι άλλος από τον δημόσιο χώρο, τον κοινό χώρο, που περιέγραψα προηγουμένως, και ο οποίος αποτελεί προϋπόθεση και αποτέλεσμα της δημοκρατίας. Η ευτοπία, δηλαδή, είναι ο αυτοσυγκροτούμενος σε κυρίαρχο πολιτικό υποκείμενο δήμος.

Θα πρέπει εν προκειμένω να σημειωθεί ότι η άμεση δημοκρατία υπήρξε στην πραγματικότητα, ήταν πραγματικό γεγονός, ρεαλιστική, δεν ήταν θεωρητική σύλληψη και ουτοπική έμπνευση. Αντιθέτως η ουτοπία δημιουργήθηκε για πρώτη φορά στην ανθρώπινη σκέψη ως θεωρητική φιλοσοφική απάντηση στη δημοκρατία. Ο εισηγητής της ουτοπίας είναι ο μεγάλος αντιδημοκράτης φιλόσοφος, ο Αθηναίος Πλάτων. Συλλαμβάνει μία θεωρητική πολιτεία, η οποία υπάρχει μόνο στη σκέψη του, και ουσιαστικώς πρόκειται για μία εφιαλτική αντιδημοκρατική ουτοπία. Ουτοπία με την έννοια ότι οι βασιλείς φιλόσοφοι δεν υπήρξαν ποτέ και είναι αδύνατο να βρεθούν όπως τους οραματιζόταν ο Πλάτων, δηλαδή να δημιουργήσουν την αρίστη πολιτεία και την ευδαιμονία – ο ίδιος άλλωστε το παραδέχεται στα μετέπειτα έργα του. Από την άλλη όμως το όραμα του Πλάτωνα δεν ήταν ουτοπία, αλλά ρεαλιστικό όραμα, διότι ανέκαθεν υπήρξαν βασιλείες ανελεύθερες, αυταρχικές και απολυταρχικές, καθώς και άλλες εφιαλτικές αντιδημοκρατικές πολιτείες, και από ότι δείχνει η ανθρώπινη ιστορία θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν όσο οι άνθρωποι δεν αντιστέκονται και δεν αντιδρούν

Σημειώσεις:
1*. Το κείμενο αυτό είναι τμήμα ενός μεγαλύτερου κειμένου που περιέχεται στο συλλογικό Γ. Ν. Οικονόμου (επιμ.), Γένεση της δημοκρατίας και σημερινή κρίση. Μελέτες για τον Κορνήλιο Καστοριάδη, που θα κυκλοφορήσει προσεχώς από τις εκδόσεις Ευρασία. Ευχαριστούμε τον εκδότη για την άδεια προδημοσίευσης.
Γ. Ν. Οικονόμου, Από την κρίση του κοινοβουλευτισμού στη δημοκρατία, Παπαζήσης, Αθήνα, 2009, σ. 84-86.


2. Βλ. Α. Δεληγιώργη, «Η οντολογία του όντος/Είναι δι’ εαυτόν ως εναντίωση στον σύγχρονο μηδενισμό», Α. Αποστολόπουλος & Γ. Ν. Οικονόμου (επιμ.), Αφιέρωμα στον Κ. Καστοριάδη, στοχαστή της αυτονομίας, Αθήνα, 2010, σ. 219.


3. Arendt, Τhe Life of the Mind, Vol. 2, Willing, New York, 1978. Βλ. και γαλλική μετάφραση La vie de l’ esprit, vol. 2, Le vouloir, Puf, Paris, 1983.


4. Καστοριάδης, Ο καιρός, Υψιλον, Αθήνα, 1987, σ. 100.


5. Καστοριάδης, Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, μτφ., Ράππας, Αθήνα, 1981, σ. 410.


6. Καστοριάδης, «Ακυβέρνητη κοινωνία», Ακυβέρνητη κοινωνία, μτφ. Ζ. Σαρίκας, Ευρασία, Αθήνα, 2010, σ. 317.


7. Πρβλ. Γ. Ν. Οικονόμου, «Δημοκρατία ή αντιπροσώπευση;» Β΄ Μέρος, Πρόταγμα, αρ. 1, Δεκέμβριος 2010. Από το κείμενο αυτό έχω χρησιμοποιήσει αρκετά στοιχεία σε τούτο το κεφάλαιο.


8. Γ. Ν. Οικονόμου, «Το κοινωνικό-ιστορικό, η αυτονομία και τα επιχειρήματά της», στο Α. Αποστολόπουλος & Γ. Ν. Οικονόμου (επιμ.), Αφιέρωμα στον Κ. Καστοριάδη, στοχαστή της αυτονομίας, Αθήνα, 2010, σ. 167-169.


9. Βλ. την εξαίρετη ανάλυση του χορικού αυτού από τον Κ. Καστοριάδη στο κείμενό του «Αισχύλεια ανθρωπογονία και σοφόκλεια αυτοδημιουργία», Οι ομιλίες στην Ελλάδα, Υψιλον, Αθήνα, 1990.


10. Βλ. επίσης Καστοριάδης, «Το πρόταγμα της αυτονομίας δεν είναι ουτοπία», Ακυβέρνητη κοινωνία, μτφ. Ζ. Σαρίκας, Ευρασία, Αθήνα, 2010, σ. 27 κ.ε.



«Χρειάζεται, λοιπόν, να το πούμε καθαρά και ξάστερα: για μας η επανάσταση δεν έχει σχέση ούτε με την κατάληψη της κρατικής εξουσίας μέσω ενός καλά οργανωμένου μυστικού σχεδίου, ούτε και με τις φωτιές και τα ποτάμια αίματος που ενδεχομένως να φαντασιώνονται ορισμένοι αναρχικοί ή αριστεριστές. Η επανάσταση διακρίνεται από το πραξικόπημα και από τη συνακόλουθη άσκηση κατασταλτικής βίας, καθώς δεν αποτελεί προσπάθεια εγκαθίδρυσης μιας νέας μορφής κυριαρχίας που, ως τέτοια, θα είχε ανάγκη να εκκαθαρίσει τους πολιτικούς της αντιπάλους, μέσω της δημιουργίας ενός παντοδύναμου Κράτους. Για μας, η επανάσταση είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Είναι η ρητή και διαυγασμένη αλλαγή των θεσμών μιας κοινωνίας, όσων θεσμών φυσικά εξαρτώνται από ρητή θέσμιση, με τη συλλογική δράση αυτής της κοινωνίας ή του μεγαλύτερου μέρους της. Η ενδεχόμενη βία κατά ανθρώπων, δεν είναι κατ' ανάγκην εγγενές στοιχείο της επανάστασης, αλλά υπάρχουν φορές που εκδιπλώνεται ως πράξη άμυνας απέναντι στη στάση των υπερασπιστών του εκάστοτε καθεστώτος.

Όποιος ταυτίζει την κοινωνική επανάσταση με το πραξικόπημα μιας μικρής ομάδας, απλώς αποδεικνύει ότι δε μπορεί να σκεφτεί τη ριζοσπαστική κοινωνική αλλαγή παρά ως μια κινητοποίηση καθοδηγούμενη από μια γραφειοκρατία που ενεργεί δήθεν στο όνομα της κοινωνίας. Η αυτόνομη δραστηριότητα των καθημερινών ανθρώπων, της ίδιας της κοινωνίας, που αποτελεί τον πυρήνα και τη βαθύτερη σημασία κάθε επανάστασης, ουσιαστικά εξαφανίζεται μέσα στα πλαίσια ενός τρόπου σκέψης που θεωρεί ότι η «δημοκρατία» είναι το πολίτευμα όπου μας κυβερνούν οι διάφοροι γραφειοκράτες τους οποίους -εντελώς καταχρηστικά- ονομάζουμε πολιτικούς»

(απόσπασμα από το editorial του 6ου τεύχος του περιοδικού «Μάγμα» που εκδίδεται από την πολιτική ομάδα «Αυτονομία ή Βαρβαρότητα», σελ. 18-19 - δικές μου υπογραμμίσεις)



Όλα συνεχίζονται... 



Τον τελευταίο καιρό έχει -επιτέλους- διευρυνθεί η κουβέντα περί του αντικαπιταλιστικού διαφωτισμού σε διάφορες συζητήσεις στον αντιεξουσιαστικό (και όχι μόνο) χώρο. Προσωπικά, προτιμώ να προχωρήσω την -κατά Καμύ- εξεγερσιακή άρνηση και ψάχνω την κατάφαση και την πρόταση στο σήμερα. Θεωρώ, βέβαια, την άρνηση της οποίας φορέας είναι η κάθε εξέγερση το πιο υγιές στοιχείο στην σημερινή κοινωνία, όμως η τελευταία πρέπει να είναι το σπέρμα που θα γονιμοποιήσει κάτι νέο, ριζικά διαφορετικό απ' όλα τα προηγούμενα. Έτσι, επιδιώκοντας να προχωρήσω στην κατάφαση, στο πρόταγμα, σε κάτι νέο, θα ονόμαζα την όλη διαδικασία «διαφωτισμό της αυτονομίας».


Κατ' αυτόν, η άρνηση του καπιταλισμού, που δε μπορεί παρά να είναι άρνηση του εμπορεύματος, δεν έχει γίνει πράξη έως σήμερα. Οι μεγάλοι έως τώρα αγώνες διεξάγονται διεκδικώντας περισσότερα χρήματα, μεγαλύτερη άνεση, κομφορμισμό, ελευθερία στην αγορά σκουπιδοπροϊόντων*. Έτσι, έρχεται η κυριαρχία, η οικονομική ολιγαρχία δηλαδή, να εντείνει αυτό που διαμορφώνεται σαν κοινωνικό φαντασιακό, μιας και την βολεύει αφάνταστα για τη διαιώνιση της ύπαρξης της στην εξουσία. Θεσμίζει την ελεύθερη αγορά, δηλαδή τον καπιταλισμό στην οποιαδήποτε του εκδοχή με αποκορύφωμα τον σημερινό νεοφιλελευθερισμό. Όλα αυτά τα λέω, γιατί με διέπει η παραδοχή ότι οι κοινωνίες αυτοθεσμίζονται υπόρρητα, και ότι η επανάσταση θα ήταν η συνειδητή κοινωνική αυτοθέσμιση. Επί της ουσίας δηλαδή, επισημαίνω ότι (επειδή οι κοινωνίες αυτοθεσμίζονται), η καπιταλιστική θέσμιση είναι απόρροια της κοινωνικής επιθυμίας για ελευθερία αγοράς σκουπιδοπροϊόντων.


Το ζήτημα για εμάς σήμερα, δεν είναι μια διεκδίκηση μεγαλύτερου μισθού και μισθωτής σκλαβιάς. Το ζήτημα μας σήμερα πρέπει να είναι ένας ριζικά διαφορετικός τρόπος θέσμισης που θα τον επιλέγει συνειδητά η κοινωνία μέσω (άμεσης) δημοκρατίας και ισότητας κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να μας ενδιαφέρει το οικονομίστικο πρόταγμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης και του πλουτισμού. Αυτό, διαμορφώθηκε σε έναν μικρό βαθμό από το καπιταλιστικό φαντασιακό, αλλά έφτασε να αποτελεί κυρίαρχο θέμα παραδόξως από τον μαρξισμό. Όλες οι διεκδικήσεις έφτασαν να έχουν οικονομικές επιδιώξεις, ταξικά χαρακτηριστικά και οικονομισμό, αγνοώντας παντελώς ένα σωρό από άλλες παραμέτρους θεμελιώδεις (σε αντίθεση με την σημασία που έχει η οικονομία για μια φυσιολογική κοινωνία), όπως η οικολογία, η ποιότητα ζωής, παιδείας, υγείας, αλληλεγγύης, συλλογικοποίησης κ.ο.κ. Κι έτσι τελικά γίναμε ένας οικονομίστικος κόσμος στον οποίον όλα εξαρτώνται από το χρήμα.


Επί της ουσίας, θέλω να πω ότι ο διαφωτισμός της αυτονομίας ή αλλιώς αντικαπιταλιστικός διαφωτισμός θα έρθει όταν θα αφήσουμε πίσω την αξιακή θέση που κατέχει σήμερα το χρήμα και θα το δούμε ως απλό εργαλείο συναλλαγών. Όταν αυτό, θα πάψει να αποτελεί εμπόρευμα, δεν θα πωλείται, δεν θα αγοράζεται, αλλά θα αποτελεί το μέσο για τις συναλλαγές των απλών αγαθών που χρειαζόμαστε («να γυρίσουμε στα απλά»). Είναι -τουλάχιστον- υπερβολική η μανία του αναρχικού χώρου να αρνείται την εργαλειακή χρήση που μπορεί να έχει το χρήμα όταν δεν είναι εμπόρευμα. Δε χρειάζεται να υποκρινόμαστε, αφού όλοι αγοράζουμε υλικά πρώτης ανάγκης (ενίοτε και πολλά περιττά αγαθά). Ό,τι μας χρειάζεται μπορεί και πρέπει να μπει μέσα στους χώρους της ελευθερίας, στις καταλήψεις, στα αυτοδιαχειριζόμενα στέκια, στους κοινωνικούς χώρους, στις κολλεκτίβες. Δεν νομίζω ότι το χρήμα είναι το πρόβλημα. Αλλά η σημερινή του θέση στην κοινωνία μας.


Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα κουβέντα περί όλων αυτών έγινε στην ομιλία του Ν. Σκυφτούλη στο φεστιβάλ της άμεσης δημοκρατίας στη Θεσσαλονίκη.

Όλα αυτά, θέλω να τα σφραγίσω με μια παράθεση από το βιβλίο του Κορνήλιου Καστοριάδη «Το επαναστατικό πρόβλημα σήμερα», που πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσετε. Την αφορμή μου την έδωσε το blog «ΙΣΟΤΗΤΑ . EQUALITY».


«…Ο οικονομικος ανταγωνισμος μεσα στην κοινωνια υπαρχει επειδη, και εχει σαν προϋποθεση το οτι, οι κοινωνικοι θεσμοι αντικειμενικα επιτρεπουν την οικονομικη ανισοτητα· και το καθιερωμενο συστημα αξιων αξιολογει θετικα αυτους που ‘‘εχουν’’ ή ‘‘κερδιζουν’’, και αρνητικα τους αλλους.

Αισθανεστε εσεις μειωμενος ή κατωτερος επειδη εχετε μονο μια συζυγο και οχι τεσσερεις; Αν ζουσαμε σε μουσουλμανικη χωρα, ισως να αισθανοσασταν [κατωτεροτητα]… Υπηρξε μια εποχη, οχι και τοσο μακρινη, που πολλοι ανθρωποι μπορουσαν να σκοτωσουν ή να κανουν οποιαδηποτε ατιμια για να τους δωσει ο βασιλιας τιτλο ευγενειας. Εμεις σημερα θα γελουσαμε με αυτην την ιδεα… Δεν γελαμε ομως, οταν καποιος ειναι ετοιμος να σκοτωσει ή να κανει οποιαδηποτε βρωμια για να κερδισει μερικα εκατομμυρια.

Εκεινο που χρειαζεται ειναι να γινει η ιδεα: ‘‘εγω κερδιζω περισσοτερα απο σενα’’ τοσο γελοια οσο και η ιδεα ‘‘εγω ειμαι καλυτερος απο σενα, γιατι η προγιαγια μου κοιμηθηκε με το βασιλια, που εκανε τον προπαπο μου βαρωνο.’’ (…)

Η εξισωση ολων των εισοδηματων ειναι… ενα απο τα πρωτα μετρα που πρεπει να παρουν τα εργατικα ή αλλα συμβουλια… Αυτο το μετρο δεν ειναι μακρινο αποτελεσμα, αλλα αρχικο μεσον για να καταργηθει, να κοπει συρριζα η ‘‘οικονομικη’’ ή ‘‘οικονομιστικη’’ νοοτροπια― αυτη που μας κανει να θελουμε να παρουμε περισσοτερα απο τους αλλους ή να θελουμε να παρουμε την ταδε θεση για να παρουμε περισσοτερα απο τους αλλους .(…)

Ειναι αναγκη να καταστραφει η οικονομικη νοοτροπια και ολο το συστημα ψυχικων κινητρων και ‘‘αξιων’’ που ειναι συνυφασμενο μαζι της. Αυτο το συστημα το δημιουργησε και το επεβαλε ο καπιταλισμος― και ο μαρξισμος το εγκολπωθηκε τελικα περιπου αμεταβλητο.

Το κεντρικο του σημειο ειναι η ιδεα οτι ο σκοπος της κοινωνικης ζωης ειναι η απεριοριστη αναπτυξη των παραγωγικων δυναμεων, του ‘‘εθνικου προϊοντος’’ και του ‘‘εθνικου πλουτου’’. Αυτη η απεριοριστη αναπτυξη εχει γινει το ‘‘φετιχ’’ της συγχρονης κοινωνιας― ειτε σαν απολυτος σκοπος, ειτε σαν το απολυτο μεσο για να φτασουμε στην απελευθερωση του ανθρωπου (αυτη ειναι η μαρξιστικη παραλλαγη).» [Το επαναστατικο προβλημα σημερα/ Υψιλον/ σελ. 25-27]

«(…) Ο καπιταλισμος δεν ειναι απλως η ατελειωτη συσσωρευση για τη συσσωρευση, η συνεχης επανασταση της παραγωγης, του εμποριου, του χρηματος και της καταναλωσης. Ενσαρκωνει μια καινουρια κοινωνικη φαντασιακη σημασια: την απεριοριστη επεκταση της ‘‘ορθολογικης κυριαρχιας’’. (…)

Τιποτα δεν πρεπει να αποτελει εμποδιο στην πορεια της μεγιστοποιησης: ουτε η ‘‘φυση’’ (του κοσμου και του ανθρωπου), ουτε η παραδοση, ουτε αλλες ‘‘αξιες’’. Τα παντα καλουνται ενωπιον του δικαστηριου του (παραγωγικου) Λογου και πρεπει να αποδειξουν το δικαιωμα υπαρξεως τους βασει του κριτηριου της απεριοριστης επεκτασης της ‘‘ορθολογικης κυριαρχιας’’. Ο καπιταλισμος γινεται συνεπως μια διηνεκης κινηση μιας αυτο-ανα-θεσμισης θεωρουμενης ως ορθολογικης αλλα ουσιαστικα τυφλης, με την ανευ περιορισμου χρηση μεσων (ψευδο)ορθολογικων προς επιτευξιν ενος μονον (ψευδο)ορθολογικου σκοπου.» [Η εποχη του γενικευμενου κομφορμισμου/ Ο Θρυμματισμενος Κοσμος/Υψιλον/ σελ.18-19]



* Χαρακτηρίζω ως σκουπιδοπροϊόντα όλα όσα έχουν μπει στη ζωή μας στα πλαίσια της (υπερ)καταναλωτικής κοινωνίας και της διαρκούς ανάπτυξης. Τα κρίνω εντελώς περιττά έως επικίνδυνα για τη βιωσιμότητα του πλανήτη μας. Το ζήτημα της ανάπτυξης, βέβαια, είναι μια μεγάλη κουβέντα, όμως πρέπει να τονιστεί ότι η διαρκής ανάπτυξη που επιθυμεί η καπιταλιστική δύση (και η καπιταλιστική Κίνα επίσης) δεν μπορεί να διαιωνιστεί για πάντα πολύ απλά γιατί το περιβάλλον δεν προλαβαίνει να ανακυκλώσει όσα προσφέρει στον άνθρωπο για τη δημιουργία των σκουπιδοπροϊόντων που υποδουλώνουν. Το χειρότερο όλων είναι ότι σε ενδεχόμενο που όλη η παγκόσμια κοινότητα επιθυμούσε να ζήσει με τους ρυθμούς της Δύσης, ο πλανήτης θα κατέρρεε μέσα σε λίγες μέρες. Φυσικά, κάτι τέτοιο συμβαίνει και τώρα και την αναγκαία οικολογική στροφή που είναι επιβεβλημένη, την κάνουν πάλι με όρους εμπορευματοποίησης και με το όνομα «πράσινη ανάπτυξη». Πράσινα άλογα...



[ακόμα μια στήλη κομμένη από το Πρώτο Θέμα]
από το manifesto

Αγαπητό μου τρομολόγιο,

Εξαφανισμένος παραμένει από τον Φεβρουάριο ο βασικός μάρτυρας της δίκης για την δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Ο 17χρονος μαθητής, που βρίσκονταν δίπλα στο θύμα την τραγική εκείνη νύχτα, αναζητείται από το δικαστήριο, με οδηγίες για την βίαιη προσαγωγή του. Ωστόσο, «Δεν με ενδιαφέρει η έκβαση της δίκης», υποστήριξε ο ίδιος, πριν λίγο καιρό, με ηλεκτρονικό μήνυμα στο διαδίκτυο. Υπογράμμισε επίσης ότι « είναι πολιτική μου επιλογή να μην εμφανίζομαι στις στιγμές που ορίζουν οι θεσμοί, αλλά να διαμορφώνω εγώ ο ίδιος τα δικά μου πλαίσια στα οποία θα εκφράσω την αντίληψή μου».

Σε αυτές τις υπέροχα αρνητικές αράδες μοιάζει να έχει βρει καταφύγιο η ελάχιστη αξιοπρέπεια που έχει απομείνει στην Ελλάδα σήμερα: στην άρνηση ενός έφηβου να συνεργαστεί με ένα σύστημα το οποίο αποκηρύσσει χωρίς καν να μπει στον κόπο να εξηγήσει γιατί. Όχι επειδή δεν είναι ικανός να αναλύσει την ενστικτώδη απαξίωση που νιώθει για αυτό το αφυδατωμένο σύστημα που με, επίσης υπέροχη, ειρωνεία χαρακτηρίζει «θεσμούς». Προσοχή – όχι δικαιοσύνη, όχι αλήθεια, αλλά θεσμούς – το σύστημα χαρακτηρίζεται ως μια αφηρημένη έννοια που αναφέρεται σε κοινωνικές εθιμοτυπίες βασισμένες σε ασαφείς, και κυρίως, αρχαίες, και το πιθανότερο, ξεπερασμένες ή άκυρες συμφωνίες.
Δεν χρειάζεται να απολογηθεί σε αυτές, επειδή οι έφηβοι έχουν κερδίσει το παιχνίδι του χρόνου, καθώς ξέρουνε ότι εκείνοι που τους διώκουνε είναι καθ’ οδό προς το Μουσείο Μαμούθ, όπως άκουσα να λένε πρόσφατα, για όλη την πολιτική ηγεσία της χώρας, δύο πιτσιρικάδες από το ελεύθερο διαδικτυακό ραδιόφωνο.

Ο εξαφανισμένος έφηβος λοιπόν είναι προφανές ότι έχει τις απαραίτητες πολιτικές γνώσεις για να υψώσει το συνειδησιακό του ανάστημα. Σιωπά, όχι επειδή δεν έχει κάτι να πει – άλλωστε, φεύγοντας, λέει πολλά, έστω και με τις λίγες λέξεις που αφήνει πίσω του, ίχνη που σε προκαλούν να ακολουθήσεις την αξιοθαύμαστη κριτική του σκέψη, αυτήν που αναγνωρίζει ότι οτιδήποτε πει θα διαστρεβλωθεί εις βάρος του, από μια κοινωνία που κατάφερε να κάνει τον Τσε Γκεβάρα γεύση αναψυκτικού. Έτσι, δίνοντας το παράδειγμα, ο εξαφανισμένος έφηβος, επιλέγει να διαφύγει από εκείνους που διατηρούνται στην εξουσία μόνο δια της βίας και της προπαγάνδας.

Ποιος μπορεί να τον κατηγορήσει - και ταυτόχρονα να έχει την συνείδηση του καθαρή; Κανείς. Είναι σαφές ότι όποιος βιαστεί να τον χαρακτηρίσει ρίψασπι, επιπόλαιο, δειλό, χαζό, εγωπαθή ή απλά νάρκισσο, έχει επιστρατευτεί στην καταστολή εκείνων που αποπειρώνται να διαφύγουν από μια κοινωνική πραγματικότητα της οποίας η ασχήμια έχει ξεπεράσει κατά πολύ τα συνήθη βάρβαρα και απάνθρωπα δεδομένα μιας καπιταλιστικής κοινωνίας.

Την ίδια στιγμή που αναζητούμε τον εξαφανισμένο έφηβο, αυτά που τον διώχνουν όλο και πιο μακριά, γιγαντώνονται. Η Guardian ανακοινώνει ότι εκτινάσσονται στα ύψη οι πωλήσεις πανάκριβων ακινήτων προς Έλληνες, και μάλιστα στις πλέον ακριβές περιοχές του Λονδίνου. Οι περισσότεροι από αυτούς τους συμπατριώτες σας αγοράζουν με ρευστό δυάρια των 3 εκατομμυρίων ευρώ, πολλές φορές χωρίς καν να τα επισκεφτούν δια ζώσης. Αυτή την ξαφνική τους άνεση, που ξεπερνάει ακόμα και των Αράβων σύμφωνα με λεγόμενα τοπικών μεσιτών, την ανακαλύπτουν, κάποιοι συμπατριώτες σας, επαναλαμβάνω, την ώρα που η χώρα δανείζεται με εκβιαστικούς όρους, υποκύπτοντας για πολλοστή φορά σε μαφίες που έχουν σκευωρήσει ξεδιάντροπα στην επ’ άπειρον αφαίμαξη του Ελληνικού λαού, με ξεκάθαρα εθνοκτονικούς όρους, ενός φανταστικού και άπειρα πολλαπλασιαζόμενου χρέους. Αυτοί οι κύριοι όμως, που δανείζονται στο όνομα σας και αγοράζουν παλάτια στην Ευρώπη για τα παιδιά τους, παραμένουν ασύλληπτοι, σε αντίθεση με τους διάφορους δήθεν τρομοκράτες, που βρίσκονται σιδηροδέσμιοι αφού πρώτα έχουν διαπομπευτεί πανελληνίως, χωρίς καν να περάσουν δίκη. Ταυτόχρονα, τα ονόματα των μεγάλων φοροφυγάδων παραμένουν άγνωστα, λόγω της αρχής προσωπικών δεδομένων, όπως επικαλέστηκε ο υπουργός οικονομικών κύριος Παπακωνσταντίνου. Σε πιο πεζό επίπεδο, αυτό του προλεταριάτου, που ποτέ δεν έχει φωνή, πόσο μάλλον σε περίοδο τέτοιας παρακμής, βλέπουμε από ανεξιχνίαστα λιντσαρίσματα, όπως του Λουάν Μπερντελίμα, που έχασε την ζωή του υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες (υπάρχουν βάσιμες υποψίες για εμπλοκή αστυνομικού στην δολοφονία του), μέχρι τους ομαδικούς βιασμούς, όπως της ανήλικης αλλοδαπής στην Αμάρυνθο και της Καναδέζας τουρίστριας. Ακόμα και σε αυτό το βρόμικο, ταπεινό, ποινικό επίπεδο, η Ελληνική δικαιοσύνη έχει συσσωρεύσει, και μάλιστα στο πολύ πρόσφατο παρελθόν της, αμέτρητες υποθέσεις που αντιμετώπισαν δαιδαλώδεις αποπροσανατολισμούς, μόνο για να καταλήξουν σε σκανδαλώδεις αποφάσεις, των οποίων η λογική και το ήθος προκαλούν το δημόσιο αίσθημα αλλά και την δικονομική δεοντολογία. Σαν κερασάκι σε αυτή την εμετική τούρτα έρχεται, από τον Άρειο Πάγο μάλιστα, η απόρριψη της έφεσης, από εισαγγελέα του ίδιου σώματος, της αθώωσης του Κώστα Πλεύρη. Δηλαδή, νομιμοποιείται ο νέο-ναζισμός. Ποιος υγιής έφηβος, οποιασδήποτε ηλικίας, δεν οφείλει να γυρίσει την πλάτη του σε αυτούς τους προ καιρού σάπιους θεσμούς; Και ποια κοινωνία μπορεί να επιβιώσει αγνοώντας την αλήθεια που παίρνει μαζί του καθώς εξαφανίζεται;




Το ισχυρότερο όπλο του καπιταλισμού για να συντρίψει τον υπαρκτό (ή ανύπαρκτο) σοσιαλισμό ήταν ο καταναλωτισμός.

Εκείνο το άτιμο το μπλουτζίν... Τα ελαστικά καλσόν... Με τα οποία ο δυτικός τουρίστας μπορούσε να αγοράσει ερωτική συντροφιά. Να εξαγοράσει συνειδήσεις. 

Η αφθονία των αγαθών στα σουπερμάρκετ και τα πολυκαταστήματα, η δυνατότητα που σου πρόσφερε να μπεις και ν' αγοράσεις· αυτό ήταν και είναι το ισχυρότερο όπλο του καπιταλισμού. Η ελπίδα πως αν σπουδάσεις, εκπαιδευτείς, ρισκάρεις, θα 'χεις ευκαιρίες· θα 'ναι ανοιχτοί για σένα οι ορίζοντες. Οτι σ' αυτό το ελεύθερο ανταγωνιστικό περιβάλλον μπορεί να μην καταφέρεις ποτέ να γίνεις πολύ πλούσιος, ωστόσο είχες την (ψευδ)αίσθηση πως ένα μερίδιο σού αναλογεί απ' την ανάπτυξη και απ' τον πλούτο που θα παραχθεί. 

Ενώ στην ανατολική Ευρώπη στεκόσουν στην ουρά για να πάρεις με το δελτίο ένα κομμάτι ψωμί, στη δυτική έμπαινες στο σουπερμάρκετ και μπορούσες ν' αγοράσεις «του πουλιού το γάλα». Νίκησε ο καπιταλισμός γιατί έφτιαξε πιο δυναμική οικονομία, προόδευσε στην εκπαίδευση και στην τεχνολογία. Και κυρίως νίκησε γιατί έχτισε την καταναλωτική κοινωνία. Και την ονόμασε: «ελευθερία»... 

Οι άνθρωποι αποδέχονταν τις ανισότητες και τις αδικίες όσο το οικονομικό σύστημα τους εξασφάλιζε καλύτερα σπίτια, καινούργια αυτοκίνητα, ταξίδια, σχολεία για τα παιδιά... Αυτή ήταν η βασική ιδέα: ότι απ' τον ελεύθερο ανταγωνισμό όλοι, λίγο ή πολύ, θα έβγαιναν ωφελημένοι. 

Η ανάπτυξη δημιούργησε νέες θέσεις εργασίας, ενίσχυσε τα εισοδήματα και τις προσδοκίες των μικρομεσαίων κοινωνικών στρωμάτων και ο φτηνός τραπεζικός δανεισμός μεγάλωσε την αγοραστική τους δύναμη. Καινούργιο σπίτι, εξοχικό, αλλαγή αυτοκινήτου, σόπινγκ θέραπι... Μέχρι που ήρθε η ύφεση και η χρηματοπιστωτική κρίση και ο ένας χρωστάει στον άλλον κι αν πέσει κάποιος παρασύρει και πέφτουν μαζί του κι άλλοι... 

Ο καπιταλισμός νίκησε γιατί υποσχέθηκε καλύτερη ζωή και ευημερία. Τις τελευταίες δεκαετίες τα κατάφερε φτιάχνοντας μια σαλταρισμένη καταναλωτική μεσαία τάξη με νέες τεχνητές όλο και αυξανόμενες ανάγκες. 

Τώρα ο καπιταλισμός έρχεται αντιμέτωπος μ' αυτούς που σαλτάρισε, αλλά και με τον ίδιο του τον εαυτό. Δεν έχει άλλο τρόπο επιβίωσης από το να μπει σε τροχιά ανάπτυξης και να ξαναπάρει μπροστά η καταναλωτική του μηχανή. Με δάνειο φτηνό, να πουλάς το παλιό και ν' αγοράζεις το καινούργιο μοντέλο, αυτοκινήτου, οτιδήποτε. Οταν σε πιάνει άγχος, ανία και πλήξη, να 'χεις λεφτά, κάρτες, να πας για σόπινγκ θέραπι. Ν' αγοράζεις κι άλλα μπλουζάκια για να μη φοράς τα περσινά που έφυγαν απ'τη μόδα... 

Αν οι νοικοκυρές του σουπερμάρκετ στέκονται μπροστά στα βαζάκια με τις μαρμελάδες, κοιτάζουν με λαχτάρα και δεν αγοράζουν, ο καπιταλισμός θα 'χει πρόβλημα. Δεν ξέρω τι ακριβώς θα συμβεί, πάντως ο Πρετεντέρης δεν θα 'ναι σε θέση να το αναλύσει... 

ΥΓ. Κι όπως είπε ο Βραζιλιάνος ογκολόγος και συγγραφέας Drauzio Varella: «Στις μέρες μας δαπανώνται πέντε φορές περισσότερα χρήματα για την ανδρική ανικανότητα και την προσθετική στήθους στις γυναίκες σε σχέση με αυτά που δαπανώνται για τη θεραπεία της νόσου Αλτσχάιμερ. Ως εκ τούτου σε λίγα χρόνια θα 'χουμε ηλικιωμένους με τέλεια στύση και ηλικιωμένες με μεγάλα βυζιά που κανείς όμως δεν θα θυμάται σε τι χρησιμεύουν»...



Θέλουμε;

 


Πώς γίνεται ο κ. Χρυσοχοΐδης να είναι τόσο ικανός στην εξάρθρωση της τρομοκρατίας και τόσο ανίκανος στην αντιμετώπιση του κοινού εγκλήματος; Πόσες φορές θα την εξαρθρώσει ο Χρυσοχοΐδης την εγχώρια τρομοκρατία; Αφού ο κ. Χρυσοχοΐδης είναι τόσο ικανός στην αντιμετώπιση των τρομοκρατών, τότε ας αντιμετωπιστούμε όλοι από την Αστυνομία ως τρομοκράτες, ώστε να γίνει η χώρα ένας παράδεισος. Αυτό δεν είναι το σχέδιο;

Τι νόημα είχε το να μπουκάρουν τα τηλεοπτικά συνεργεία στα σπίτια των φερόμενων ως τρομοκρατών; Γιατί το επέτρεψε η αστυνομία; Είναι πολύ απλό: Το μήνυμα στους πολίτες είναι πως αυτό θα μπορούσε να είναι το σπίτι σας – το δικό σας σπίτι.

Μπαίνουμε στα σπίτια σας, τα κάνουμε άνω-κάτω και μετά έρχονται τα τηλεοπτικά συνεργεία, παίρνουν εικόνες και ο προσωπικός σας χώρος είναι ορατός σε όλους· σας ξεφτιλίζουμε –γι’ αυτό, καθίστε φρόνιμα.

Τα τηλεοπτικά κανάλια λειτουργούν ως τρομοκράτες και πρέπει να αντιμετωπιστούν ως τρομοκράτες. Όχι από το κράτος, βέβαια. Το κράτος μαζί με τα ΜΜΕ τρομοκρατούν και πρέπει να τους αντιμετωπίζουμε ως τρομοκράτες.

Διέλυσαν τη χώρα και τώρα προσπαθούν να κρατηθούν στις θέσεις τους. Κανείς δεν τιμωρήθηκε για τη χρεοκοπία της χώρας. Κανείς δεν μπήκε στο σπίτι του Σημίτη ή του Καραμανλή να πάρει εικόνες. Ούτε καν τους ρωτάνε αν έχουν ευθύνες.

Οι νταβατζήδες της διαπλοκής κυκλοφορούν ελεύθεροι. Όλοι στη θέση τους. Οι ίδιοι τηλεδημοσιογράφοι που αποθέωναν τις κυβερνήσεις Σημίτη και Καραμανλή μιλάνε για την επιτυχία του Παπανδρέου να δανείζεται αν και η χώρα έχει πτωχεύσει. Βγείτε με τις σημαίες στους δρόμους, για να πανηγυρίσετε.

Οι εφημερίδες τους δεν πουλάνε και πάνε για λουκέτο, τα κανάλια τους είναι ζημιογόνα, το σύστημά τους έχει ουσιαστικά καταρρεύσει. Πολιτικό κατεστημένο και μεγαλοεκδότες έχουν αντιληφθεί πως έχουν χρεοκοπήσει. Τώρα προσπαθούν να διασωθούν στηρίζοντας ο ένας τον άλλον και προετοιμάζοντας την αστυνομία για να τους προστατεύσει.

Ήδη, αποθεώνεται το ζαβό παιδί του Ανδρέα Παπανδρέου και ο «επιτυχημένος» Χρυσοχοΐδης –δηλαδή, ο άνθρωπος που είπε μέσα στην ελληνική Βουλή ότι ο Μπαράκ Ομπάμα είναι μουσουλμάνος, αλλά το έθαψαν σχεδόν όλοι οι δημοσιογράφοι.

Κι όμως, τώρα είναι η ώρα. Ένα φου αρκεί για να πέσουν και να ξεβρομίσει η χώρα. Το ερώτημα είναι: Θέλουμε; Ή είμαστε κι εμείς σαν κι αυτούς; Εδώ σε θέλω κάβουρα.

2 Comments

Με διάθεση (αυτο)κριτικής στον αναρχικό χώρο, παραθέτω ένα αρκετά παλιό κείμενο το οποίο σήμερα είναι πιο επίκαιρο από ποτέ. Φυσικά, η δημοσίευση αυτή, πέραν του ότι για να γίνει απολύτως κατανοητή προϋποθέτει την συμμετοχή σε εσωτερικές διαδικασίες, δεν γίνεται αφοριστικά, αλλά αποτελεί μια προσπάθεια επισήμανσης η οποία καταδεικνύει τα λάθη.

ή αλλιώς...για την κατάσταση μας και για το ξεπέρασμα της

του ΓΙΑΝΝΗ ΕΓΙΝΟΓΛΟΥ

Κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων εναντίον της συνόδου των ηγετών της Ε.Ε. στη Χαλκιδική πραγματοποιήθηκαν για άλλη μια φορά τα ίδια γεγονότα από το χώρο των αναρχικών, σε πιστή συνέχεια της τελευταίας εικοσιπενταετίας: συρροή χιλιάδων νέων στο μπλοκ τους, κυνηγητό με την αστυνομία, διάλυση του μπλόκ και συλλήψεις. Αυτός ο κατ’ εξακολούθηση αναποτελεσματικός τρόπος δράσης από μέρους των αναρχικών δεν είναι τυχαίος. Ο σχολιασμός που ακολουθεί προσπαθεί να πιάσει μερικά βασικά δόγματα που εμποτίζουν σήμερα το χώρο αυτό στη χώρα μας και που κατά τη γνώμη μου ευθύνονται για την κατάστασή του.

Η άμεση δράση

Ένα βασικό επιχείρημα που προβάλλεται από τον αναρχικό χώρο, είναι ότι οι ενέργειες άμεσης δράσης είναι θεμιτές και υποστηρίζεται ότι τέτοιες ενέργειες είναι συμβολικές (δηλαδή έχουν την αξία του παραδείγματος που συμβάλλει στην αφύπνιση της κοινωνίας), ενώ συγχρόνως σημαίνουν και μια λογική άμεσης απάντησης στην κρατική καταστολή. Αυτό το σκεπτικό (που έγινε κυρίαρχο στην αντίληψη των αναρχικών), αποδείχτηκε ευχή και κατάρα για το σύγχρονο ελληνικό αναρχικό κίνημα, παρ’ όλο που η Ιστορία δείχνει ότι όταν ο αναρχισμός απόκτησε λαϊκά ερείσματα αυτό έγινε περισσότερο με κινηματική λογική (αναρχοσυνδικαλισμός) παρά μέσω του παραδείγματος, πέρα βέβαια από το γεγονός ότι υπήρξε πληθώρα αναρχικών θεωρητικών που δεν έριχναν το κέντρο βάρους στο παράδειγμα δια της άμεσης δράσης και χτυπημάτων εναντίον κρατικών, καπιταλιστικών κ.λπ. στόχων.

Ευχή, γιατί η πρακτική της άμεσης σύγκρουσης με τα ΜΑΤ λειτούργησε όντως παραδειγματικά για ένα μέρος της κοινωνίας. Πολλοί νέοι ελκύστηκαν από τις συγκρούσεις με την αστυνομία, που γίνονται μάλιστα μ' έναν θεαματικό τρόπο ο οποίος έδειχνε ότι η αμφισβήτηση του συστήματος δε σταματά σε παθητικές καταγγελίες, αλλά γίνεται πράξη ―ενεργητική/επιθετική― προσπαθώντας να τραβήξει και την κοινωνία προς αυτή την κατεύθυνση. Έτσι, είδαμε στα μέσα της δεκαετίας του 1980 χιλιάδες νέους να πυκνώνουν τις γραμμές των αναρχικών μπλοκ, να ξεφυτρώνουν σα μανιτάρια αναρχικές μαθητικές ομάδες και να διαδίδεται η αναρχική πολιτική κουλτούρα έστω και σε επίπεδο συνθηματολογίας, ή υποτυπώδους πολιτικής συνείδησης σε τμήμα της νεολαίας. Σ’ αυτό βοήθησε κι ο καυστικός αναρχικός λόγος που με την απλότητά του εξέφρασε την αγανάκτηση αρκετών νέων για το σύστημα. Έτσι, είδαμε το φαινόμενο μιας δυσαναλογίας ανάμεσα στον αριθμό των οργανωμένων αναρχικών ομάδων που έφτανε μερικές εκατοντάδες μέλη και στην επιρροή τους σε μερικές χιλιάδες άτομα. Αυτές οι χιλιάδες όμως έλαμπαν δια της απουσίας τους σε μείζονος σημασίας γεγονότα: ο κανόνας ήταν (και είναι) σε δραστηριότητες για ζητήματα εργατικά, φοιτητικά, διεθνή, καμπάνιες για συμπαράσταση συλληφθέντων κ.λπ. να συμμετέχουν μόνο οι ομάδες των αναρχικών και όχι η επιρροή τους.

Από δω και πέρα αρχίζει η κατάρα. Η πολιτικοποίηση που παρήγαγε η δραστηριότητα των ελλήνων αναρχικών ήταν μερική. Η διάθεση των φοιτητών, των μαθητών και της «άγριας» νεολαίας για σύγκρουση με το κράτος δε μετουσιώθηκε σε σταθερό πολιτικό πόλο συνολικής ιδεολογικής και πολιτικής ρήξης με το σύστημα. Επόμενο είναι η διάθεση αυτή να ανεβοκατεβαίνει ανάλογα με τα γεγονότα που διαδραματίζονται κατά καιρούς. Γεγονότα, μάλιστα, που σχετίζονται κυρίως με ζητήματα κρατικής καταστολής (εξεγέρσεις φυλακισμένων, αθώωση Μελίστα, επέτειοι Πολυτεχνείου κ.λπ.). Αυτή η νεολαία με τα «άγρια» κοινωνικά χαρακτηριστικά που αποτελεί τον περίγυρο των αναρχικών δεν μπολιάστηκε απ’ αυτούς. Στην πραγματικότητα, έγινε το αντίθετο. Αντί να πολιτικοποιήσουν οι αναρχικοί την «άγρια» νεολαία... «αγριοποίησε» η «άγρια» νεολαία τους αναρχικούς! Πόσο μάλλον όταν τα παρορμητικά χαρακτηριστικά της καλύπτονται πολιτικά με ευφημισμούς όπως «η πραγμάτωση της οργής», «λύσσα των εξεγερμένων» κ.λπ.

Ο αυθορμητισμός δεν ορθολογικοποιήθηκε. Δε μετατράπηκε σε μόνιμη σχέση με την κοινωνία (υπήρχαν περιπτώσεις που δεν γινόταν η παραμικρή πολιτική δουλειά στα ΑΕΙ-ΤΕΙ, ενώ ήταν στην ίδια σχολή 10-15 αναρχικοί). Ο Ελληνικός αναρχισμός δεν κατάφερε να αποκτήσει λαϊκή βάση ώστε να αποκτήσει μια στοιχειώδη υποστήριξη. Αυτό βέβαια δεν είναι τυχαίο όταν η συμπεριφορά μεγάλου μέρους των αναρχικών στέκεται εχθρικά απέναντι στην κοινωνία (βλ. και παρακάτω), όπως δείχνει και η σχετική συνθηματολογία («είστε θεατές-καταναλωτές», «...θα βγείτε απ' τα κλουβιά σας», «πίσω σκουλήκια μικροαστοί») που εκφράζει την αγανάκτηση για την ―υπαρκτή ομολογουμένως― απάθεια της κοινωνίας. Όμως, όταν απλώς εκφράζεται η οργή για την κοινωνική απάθεια χωρίς να γίνεται προσπάθεια να εξηγηθούν τα αίτια της και να δοθεί μια πρόταση διεξόδου απ' την καπιταλιστική παραφροσύνη, το μόνο που επιτυγχάνεται είναι η αυτοπεριθωριοποίηση σε μικρές ομάδες που ασχολούνται με εσωτερικά «ζητήματα» και κουτσομπολιά.

Κι ακόμα χειρότερα, όταν ενισχύεται η περιθωριοποίηση με τον αφορισμό των πάντων (πλην της ομάδας που εκτοξεύει τον αφορισμό) ως ρεφορμιστών, αναπτύσσεται το τέρας του σεχταρισμού που γεννάει μικρά εγωϊστικά τερατάκια. Τα οποία, όμως, επειδή είναι και πολύ επαναστατάκια, δεν αρκούνται στον εξωαναρχικό ρεφορμισμό κι αρχίζουν να βλέπουν ρεφορμιστές και μέσα στον αναρχικό χώρο. Ύστερα πώς να μην αρχίσει η εσωτερική φαγωμάρα και ο αλληλοσπαραγμός που φτάνει δυστυχώς και μέχρι σε συρράξεις με άγριους ξυλοδαρμούς; Εδώ έχουμε να κάνουμε με τον «εμφύλιο» πόλεμο, άλλη μια κατάρα στον αναρχικό χώρο για την οποία εκτός απ' το σεχταρισμό και το δογματισμό ευθύνεται και η καχυποψία. Όμως, πρέπει να είναι εξαιρετικά επιπόλαιος κάποιος χαφιεδόφοβος που απαιτεί τήρηση συνωμοτικών κανόνων όταν επιμένει ότι η νόμιμη και η παράνομη δράση μπορούν να συνυπάρξουν μια χαρά παράλληλα με το δικαίωμα της μειοψηφίας την ίδια στιγμή που η οργανωτική χαλαρότητα του αναρχικού χώρου για την οποία φέρει και ο ίδιος ακέραια την πολιτική ευθύνη είναι παράδεισος για υπηρεσίες που θέλουν να εισέλθουν στους κόλπους του.

Το δικαίωμα της μειοψηφίας

Με αυτό σχετίζεται άλλη μια από τις βασικές αρχές που διατυμπανίζουν οι αναρχικοί. Την αρχή δηλαδή που λέει ότι μια μειοψηφία μπορεί να κάνει άνετα ότι επιθυμεί (γουστάρει) χωρίς να δεσμεύεται από πλειοψηφούσες αποφάσεις, ασχέτως αν στην πράξη αυτό σημαίνει ότι καπελώνεται η πλειοψηφία. Για παράδειγμα, σε μία κατάληψη κάποιας σχολής μπορούν 5-10 άτομα να ρημάξουν το κτήριο έστω κι αν η πλειοψηφία δεν επιθυμεί τους βανδαλισμούς. Αυτό όμως δεν είναι η αρχή του δικαιώματος της μειοψηφίας, αλλά η δικτατορία της μειοψηφίας σε βάρος της πλειοψηφίας, πράγμα εντελώς ασύμβατο με ένα κίνημα που μιλά για αντι-ιεραρχία. Η συμφωνία λοιπόν της πλειοψηφίας για στόχους, διαδικασίες και πρακτικές πρέπει να γίνεται σεβαστή απ' όλους, ειδάλλως έχουμε την επιβολή της μειοψηφίας πάνω στην πλειοψηφία.

Πολλοί αναρχικοί, την ανάγκην φιλοτιμίαν ποιούμενοι, υποστηρίζουν πως το δικαίωμα της μειοψηφίας να μην πειθαρχεί στις αποφάσεις της πλειοψηφίας είναι θετικό γιατί έτσι αποφεύγεται το σαράκι του συγκεντρωτισμού και της γραφειοκρατίας που επικρατεί στην Αριστερά (όρος με τον οποίο εννοούν συνήθως τη Μαρξιστική Αριστερά) και επιτυγχάνεται η πολυεπίπεδη δράση μέσω της αποδοτικής διαφωνίας και πολυφωνίας. Όμως οι καλωπισμοί («πολυεπίπεδη δράση») δεν αρκούν για να καλύψουν τις απελπιστικής πενίας συζητήσεις που γίνονται σε κοινές συνελεύσεις αναρχικών όπου συνευρίσκονται διάφορες ομάδες και καταλήγουν πάντα στο ίδιο... μονοεπίπεδο σκεπτικό: αφισοκόλληση-πορεία. Όταν πάνε στην ίδια συνέλευση ή στην ίδια πορεία χαοτικοί, πάνκηδες, «Στιρνερικοί», εναλλακτικοί, φιλο-αναρχοσυνδικαλιστές και συμπαθούντες γενικώς, αυτό που ισχύει δεν είναι πολυεπίπεδη δράση μέσω της αποδοτικής διαφωνίας, αλλά ο ηθικολογικά περιβεβλημένος τεχνητός συνωστισμός διαφορετικών αντιλήψεων ―συχνά εντελώς ασύμβατων μεταξύ τους― που καταλήγει αποδεδειγμένα στη μονόμορφη δράση και τη φιλονικία. Αυτά βέβαια δεν είναι ασύνδετα με την εχθρική αντίληψη που έχουν πολλοί αναρχικοί προς τη Δημοκρατία και με την προτίμησή τους προς την ουτοπική διαδικασία της απόφασης μέσω συναίνεσης (η οποία όμως παίρνεται τελικά μέσω της σιωπηλής υπακοής κι όχι μέσω του διαλόγου και της ενεργητικής συναίνεσης).

Ατομικισμός και σοσιαλισμός σε μια μόνο γειτονιά.

Ένα άλλο σοβαρό πρόβλημα με τους αναρχικούς (όχι μόνο τους Έλληνες), είναι η τάση να ερμηνεύουν κατά το δοκούν ιδέες του αναρχισμού (ή και το να διαλέγουν μονάχα εκείνους τους αναρχικούς στοχαστές που επιθυμούν, παρουσιάζοντάς τους όμως ως το Α και το Ω του αναρχισμού), έτσι ώστε να ικανοποιούν τις κατασκευαστικές τους απόπειρες για τη δημιουργία νεοαναρχικών «προσεγγίσεων». Ουδεμία σχέσιν έχουσες όμως με τη γόνιμη αναθεώρηση της θεωρίας μέσω του εμπλουτισμού, της επανεξέτασης και της αλληλεπίδρασης με την πράξη, αλλά σχέσιν έχουσες με την παραλλαγμένη εκδοχή μιας απ' τις κυρίαρχες καπιταλιστικές αξίες: αυτήν της εξατομικευμένης στάσης ζωής, των ατομικών λύσεων και όχι της συλλογικής δράσης. Συνθήκες όπως οι παρούσες, όπου δεν υπάρχει μαζικό κίνημα ώστε να δίνει άμεσο κίνητρο στους αγωνιστές, συχνά οδηγούν πολλούς σε ιδεολογικά κατασκευάσματα που δίνουν δήθεν διεξόδους αποκαλύπτοντας τάχα λάθη και ατέλειες των παραδοσιακών ιδεών. Πολλοί, απογοητευμένοι από την απάθεια και τον ατομικισμό που κυριαρχεί στην κοινωνία, οδηγούνται σε έναν άλλο ατομικισμό, που είναι διασταύρωση αναβιωμένης αναρχικής θεωρίας (π.χ. Στίρνερ - Max Stirner) καθώς και, εναλλακτισμού και ηθικολογίας επηρεασμένης μερικές φορές και από θρησκευτικά η γενικότερα ανορθολογικά στοιχεία, χωρίς να καταλαβαίνουν την θεμελιακή ασυμβατότητα της αυτονομίας που διακηρύσσουν με τα ανορθολογικά δόγματα, είτε είναι θρησκευτικά είτε προέρχονται από τη Νέα Εποχή, Ζεν, Τάο κ.λπ. Υπάρχουν άτομα και ομάδες που δραστηριοποιούνται στον ευρύτερο αντεξουσιαστικό χώρο που απορρίπτουν οποιαδήποτε πρόταση για συλλογικό πολιτικό αγώνα είτε ως ουτοπική, είτε ως «εξουσιαστική», αντιτάσσοντας την πρόταση της εσωτερικής αναζήτησης και ολοκλήρωσης μέσω της ανάπτυξης των διαπροσωπικών σχέσεων (σε ατομικό επίπεδο), του πειραματισμού με εναλλακτικούς τρόπους ζωής, της πνευματικής ανάπτυξης, ή όλων αυτών μαζί σε κοινόβια ή σε μικρές ομάδες που επιδιώκουν το κατά το δυνατό μικρότερο πάρε-δώσε με τον «έξω» κόσμο.

Η κατάληξη φυσικά είναι η διάλυση ή η ενσωμάτωση από το σύστημα τέτοιων προσπαθειών, όχι άμεσα (ότι δηλαδή οι καταλήψεις στέγης π.χ. έγιναν ξαφνικά κρατικά παραρτήματα), αλλά έμμεσα. Χαρακτηριστικό είναι ότι η ιδέα του «εθελοντισμού» υιοθετήθηκε μια χαρά από το κράτος (μέσω των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων και της χρηματοδότησης προγραμμάτων) με διπλό κέρδος, που όχι μόνο απορρόφησε την ευαισθησία ενός μέρους της κοινωνίας για οικολογικά, ανθρωπιστικά κ.λπ. θέματα, αλλά εξασφάλισε και δωρεάν εργατικό δυναμικό για τομείς που μέχρι χτες ήταν στην ευθύνη του κράτους (π.χ. για φύλαξη οικοσυστημάτων, δίκτυα στήριξης/βοήθειας ηλικιωμένων, απόρων, ψυχικά ασθενών) βοηθώντας το στην υλοποίηση των νεοφιλελεύθερων επιταγών (συρρίκνωση κράτους πρόνοιας, μείωση δαπανών κ.λπ.). Εναλλακτικά, παρόμοιες ομάδες φυτοζωούν στην περιθωριοποίηση χωρίς καμιά οργανική επαφή με την ευρύτερη κοινωνία.

Τουτέστιν, είναι αδύνατη η ριζική αλλαγή της ζωής με προσπάθειες ενός στενού κύκλου ατόμων να χτίσουν αναρχοκομμουνιστικές «οάσεις». Εφόσον ελέγχουν την οικονομία, την παραγωγή και την πολιτική εξουσία οι ελίτ και οι περί αυτές, τέτοιες απόπειρες είναι καταδικασμένες σε αποτυχία όντας εξαρτημένες από το σύστημα για να λειτουργήσουν. Ωστόσο, τέτοιες απόπειρες θα χρησίμευαν ίσως ως ελάχιστο δείγμα για το πώς θα μπορούσε να είναι μια άλλη κοινωνία, ή και για την ανάπτυξη ριζοσπαστικής συνείδησης των ανθρώπων που θα συμμετείχαν ή θα σχετίζονταν μ' αυτές. Πρέπει να δούμε τέτοιες προσπάθειες ως κύτταρα που κυοφορούν το έμβρυο της κοινωνίας που θέλουμε και όχι ως εύκολη (ψευτο)λύση των σημερινών προβλημάτων ή των θεωρητικών αδιεξόδων.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η εκ μέρους μας απόρριψη του σημερινού συστήματος έχει να κάνει με τις ίδιες τις δομές του συνολικά. Το ίδιο συνολική πρέπει να είναι και η δική μας συνειδητή και όχι αποσπασματική δράση που θα μπορούσε και έπρεπε να συμπεριλάβει τόσο την άμεση δράση και τις παραδοσιακές μορφές δράσης (απεργίες, διαδηλώσεις κ.λπ.) όσο και τις παραπάνω προσπάθειες, προϋποτιθέμενου όμως ότι όλες αυτές οι μορφές δράσης θα αποτελούσαν οργανικό τμήμα ενός κοινωνικού κινήματος με στόχο την αλλαγή του συστήματος. Και αυτή η διαπίστωση οδηγεί αναγκαστικά στη διατύπωση μιας νέας πρότασης για μία αυτόνομη αμεσοδημοκρατική κοινωνία, και όχι σε ανιστόρητες απόψεις που υποστηρίζουν ότι αντί για τον αγώνα για πολιτική/κοινωνική ισότητα το ζητούμενο είναι η «ατομικότητα».

Η άτυπη ιεραρχία

Το σύνολο των αναρχικών έχει κηρύξει τον πόλεμο υποτίθεται στην ιεραρχία. Ας δούμε όμως πως λειτουργούν στην πραγματικότητα: έχοντας ως αρνητικό πρότυπο τις εξουσιαστικές σχέσεις και την κάθετη ιεραρχία που υπάρχει επί του παρόντος, ταυτίζουν τις ιεραρχικές αυτές σχέσεις με το ζήτημα της οργάνωσης, της πειθαρχίας, του σχεδιασμού, της συνέπειας και της συνέχειας όσον αφορά την πολιτική δράση. Όμως το να ταυτίζουμε τη στρατιωτικών διαταγών τύπου ιεραρχία που επικρατεί σήμερα με την πολιτική ή κοινωνική οργάνωση γενικά, είναι σα να ταυτίζουμε τη δουλεία με τη χαρά της δημιουργικής εργασίας. Συχνά δε, ακούγεται το γελοιοδέστατο επιχείρημα, ότι «οποιαδήποτε κοινωνική οργάνωση είναι από τη φύση της εξουσιαστική, εφόσον επιβάλλει θεσμούς και κανόνες που πρέπει να τηρούνται απ' όλα τα άτομα».

Τέτοιες απόψεις όμως όχι μόνο δείχνουν θεμελιακή παρανόηση πάνω στο θέμα ότι η αυτόνομη κοινωνία δεν σημαίνει έλλειψη οργάνωσης αλλά την ύπαρξη μιας άλλης μορφής που θεμελιώνεται στην αυτοδιεύθυνση των πολιτών αλλά και τσουβαλιάζουν όλα τα ιστορικά παραδείγματα κοινωνικής οργάνωσης (Ισπανική κολεκτιβοποίηση, ιδιωτικό καπιταλισμό κ.λπ.) και ταυτόχρονα δεν παίρνουν υπ’ όψη το γεγονός ότι ο άνθρωπος δε μπορεί να υπάρξει ως άνθρωπος έξω από μια κοινωνία και ότι κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς οργάνωση, αφού ακόμα και η παραμικρή εργασία προϋποθέτει οργάνωση.

Ως αντίποδα στην ιεραρχία οι αναρχικοί προτάσσουν τις οργανωτικά χαλαρές ομάδες δράσης και παρέμβασης. Όμως η ιεραρχία δεν εξαφανίζεται με μια απόφαση ούτε διαγράφεται απλώς με τη βούληση. Στην πράξη αυτό που συμβαίνει με την αδέξια και μυωπική παράκαμψη από τους αναρχικούς του ζητήματος της ιεραρχίας είναι η με αργούς ρυθμούς πολιτική ωρίμανση των νεοσχηματισθεισών ομάδων, η επανάληψη λαθών που θα μπορούσαν να αποφευχθούν με μια-δυο συζητήσεις και το ψάξιμο για θέματα που θα έπρεπε να είναι λυμένα από καιρό ώστε οι νεολαίοι που έχουν διάθεση για δράση, και να αξιοποιούνται σωστά για το ενδυνάμωμα του κινήματος, αλλά και να βοηθηθούν και οι ίδιοι παίρνοντας «έτοιμη» γνώση από τους παλαιότερους και πεπειραμένους. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει την παγίωση του δίπολου εντολοδότες-εκτελεστές. Σημαίνει τη θεμελίωση ενός ζωντανού κινήματος που αξιοποιεί τις δυνατότητες όλων με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, με δημοκρατικές διαδικασίες όπου παλιοί και καινούργιοι έχουν μία αμφίδρομη σχέση μέσα σε οργανωτικά σχήματα, τα οποία θα πρέπει να είναι το πρόπλασμα για τους νέους θεσμούς και να αντανακλούν την καινούργια κοινωνία που θέλουμε να φτιάξουμε, έτσι ώστε να ισχυροποιείται το πολιτικό υπόβαθρο των νέων αγωνιστών για να μην ευδοκιμεί η απογοήτευση μετά τον ενθουσιασμό των πρώτων ετών.

Και αυτό έχει τεράστια διαφορά από τη σημερινή οργανωτική μορφή του αναρχικού χώρου στην Ελλάδα, με τις μικρές και ασυντόνιστες μεταξύ τους ομάδες/παρέες στις οποίες δεσπόζουν οι περίφημοι πια «αναρχομπαμπάδες» με τη σιωπηλή αποδοχή των υπολοίπων μελών της ομάδας. Πράγμα φυσικό, γιατί αν δεν αναλυθεί το φαινόμενο της ιεραρχίας και απλώς προσπεραστεί γυρίζοντας το κεφάλι αλλού, μαζί του προσπερνιούνται ―ενώ παραμένουν άλυτα― και όλα τα προβλήματα που κουβαλάει η ιεραρχία μαζί της: η επικράτηση των ισχυρών χαρακτήρων, ο φαλοκρατισμός, η θεοποίηση του θάρρους και του τσαμπουκά, η αναπαραγωγή αρχηγών και οπαδών.

Η εθελοτυφλία απέναντι στο πρόβλημα, το μόνο που καταφέρνει είναι να συντηρεί την άτυπη ιεραρχία, η οποία είναι και η χειρότερη μορφή ιεραρχίας γιατί βασίζεται σε διαδικασίες που θυμίζουν μάλλον έναν πρωτόγονο τρόπο ανάδειξης ηγετών (ο πιο ευφραδής, ο πιο ισχυρός).
Άρα, προαπαιτούμενα για να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος της ιεραρχίας είναι η θέσπιση δημοκρατικών δομών και διαδικασιών που αποτρέπουν τη συγκέντρωση εξουσίας προς τα πάνω (ανακλητότητα, περιοδικότητα κ.λπ.) και η μεγιστοποίηση του πολιτικού επιπέδου όλων για να μειωθεί κατά το δυνατό το άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ των περισσότερο και λιγότερο έμπειρων ώστε να μην κυριαρχούν αυτοί «που τα ξέρουν καλά» πάνω σε όσους «δεν τα ξέρουν και τόσο καλά».

Η σχέση με την κοινωνία

Η συνήθης πρακτική των αναρχικών στην Ελλάδα έχει ως στόχο τη διαρκή παρενόχληση του κράτους και τη συμβολή σε κοινωνικούς αγώνες ιδιαίτερα μάλιστα όταν αυτοί έχουν οξυμένη μορφή (εξαιρούνται βέβαια οι αναρχοατομικιστές που λόγω του υπερτροφικού εγωισμού και ελιτισμού τους σαρκάζουν τέτοιου είδους παρεμβάσεις). Αυτοί αντιτείνουν το «δρόμο του μοναχικού πολέμου» (για καναδυό χρόνια όμως, γιατί μετά πάνε σπίτι τους). Έτσι, σε περιπτώσεις εργατικών κινητοποιήσεων (π.χ. αδιόριστοι καθηγητές, ιδιωτικοποίηση της ΕΑΣ) ή κατοίκων (π.χ. Αραβησός, Ολυμπιάδα) η παρουσία τους αποσκοπούσε στην υποστήριξη και το φούντωμα αυτών των αγώνων. Όμως, η σχέση με την κοινωνία δε χτίζεται από τη μια στιγμή στην άλλη. Δε γίνεται να απομονώσουμε μια στιγμιαία κοινωνική ένταση που ενθουσιάζει λόγω της ομοιότητάς της με τη στιγμή της εξέγερσης και με την παρέμβαση πάνω σ' αυτήν, να τροφοδοτείται η αυταπάτη ότι συμβάλλουμε στη ριζοσπαστικοποίηση των ανθρώπων επειδή τους συμπαραστεκόμαστε ηθικά και «στρατιωτικά». Ο αυθορμητισμός αν δε συνοδεύεται από συνείδηση φουντώνει και ξεφουντώνει σαν πυροτέχνημα. Δυστυχώς, το ίδιο φουντώνει και ξεφουντώνει και η παρέμβαση των αναρχικών, που μόλις βλέπουν σε μία κινητοποίηση συγκρούσεις με την αστυνομία εμφανίζονται για συμπαράσταση, αλλά αμέσως μετά εξαφανίζονται. Η εποικοδομητική παρέμβαση είναι μια διαδικασία που προϋποθέτει υπομονετική δουλειά κι όχι απλώς την πρόσκαιρη συμπαράσταση σ' έναν εργατικό ή τοπικό αγώνα. Χρειάζεται η παρουσία από τα μέσα σ’ έναν αγώνα αν είναι δυνατό, η ανάλυση της πραγματικότητας, να βλέπει ο κόσμος ποιος είναι και τι λέει αυτός που του συμπαραστέκεται, να αναγνωρίζει το ήθος και τη στάση των αγωνιστών καθημερινά για να υπάρχει επικοινωνία με την κοινωνία και να γίνεται πιο εύκολη η αποκάλυψη των πραγματικών/συστημικών αιτίων των επιλογών της εκάστοτε κυβέρνησης και όχι απλώς να επαναλαμβάνονται οι γενικολογίες για το κεφάλαιο και το κράτος ή οι θρυμματισμοί υαλοπινάκων από αγνώστους.

Συμπεράσματα

Εν κατακλείδι, είναι οι πολιτικές αδυναμίες, τα αδιέξοδα και η επιπόλαια αποστροφή για τη θεωρία και την ανάλυση της πραγματικότητας που οδηγούν στον προσανατολισμό ενός μέρους των αναρχικών σε ατομικιστικές απόψεις και ένα άλλο μέρος ―το μεγαλύτερο― στη λατρεία της βίας που γίνεται αυτοσκοπός. Σε τέτοιο σημείο μάλιστα, που η σύγχυση που προκαλεί σε ορισμένους αναρχικούς ο φετιχισμός των δυναμικών ενεργειών είναι τόσο μεγάλη, ώστε παρακινούμενοι συναισθηματικά γοητεύονται ακόμη κι από μαρξιστικές ένοπλες οργανώσεις που προπαγανδίζουν τη δικτατορία του προλεταριάτου, απλώς και μόνο επειδή είναι ένοπλες!

Όμως όταν η θεωρία αντικαθίσταται από τον άμυαλο ακτιβισμό είναι επόμενο να γίνονται εντελώς άσκοπες αντιπαραθέσεις με την αστυνομία και να λαμβάνει χώρα ο εγκλωβισμός στον γνωστό σε όλους φαύλο κύκλο σύγκρουση-συλλήψεις, με αποτέλεσμα να μετατραπεί ο αναρχικός χώρος από πολιτικό κίνημα που υποτίθεται ότι θα έπρεπε να είναι σε κίνημα συμπαράστασης πολιτικών κρατουμένων (στις δίκες των οποίων μάλιστα καλούνται ως μάρτυρες υπεράσπισης διάφοροι αστέρες της ρεφορμιστικής αριστεράς). Όταν κάποιος την αρχή «ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα» την κουτσοκαταλαβαίνει, είναι επόμενο το μέσο ―μυθοποιημένο πια― να παίρνει τη θέση του σκοπού απονεκρώνοντάς τον σταδιακά και τελικά εξαφανίζοντάς τον.

Οι εμφύλιες συρράξεις, η εχθρότητα, η καχυποψία, η ταύτιση της θεωρίας με την αστική διανόηση, η μη γόνιμη πολυμορφία, ο φαλοκρατισμός, η αντικοινωνικότητα, η αμορφωσιά, η μόνο στα λόγια συντροφικότητα, η αποστροφή για πολιτική δουλειά μέσα σε κοινωνικούς χώρους, πρέπει να ιδωθούν και να ερμηνευτούν μέσα σ' αυτό το πλέγμα οπισθοδρομικών χαρακτηριστικών που έχει ο αναρχικός χώρος στην Ελλάδα. Γιατί όταν δεν υπάρχει δυνατό πολιτικό και θεωρητικό υπόβαθρο, τακτική, μεθοδολογία και σαφής στόχος, αλλά αντίθετα ο «χώρος» συνήθως προσπαθεί να καταλάβει τη σημερινή πραγματικότητα με βάση τσιτάτα από απόψεις (πολλές φορές ασύμβατες μεταξύ τους) που αναπτύχθηκαν έναν ή δύο αιώνες πριν είναι επόμενο να αναδύονται φαλοκρατισμοί, συμμορίτικη διάθεση, βεντέτες με την αστυνομία, δογματισμός και εσωστρέφεια που οδηγούν στην περιθωριοποίηση και τη γραφικότητα.

4 Comments



Το Εργαστήρι Δημοσιογραφίας ήταν στη γωνία Ακαδημίας και Σίνα.

Μέσα δεκαετίας 80 και τότε, για μία περίοδο είχα διδάξει εκεί ραδιόφωνο και τεχνικές επικοινωνίας.

Εκείνο το απόγευμα, μεταξύ δύο τάξεων, βρήκα ευκαιρία για ένα τσιγάρο και βγήκα στη βεράντα –σκονισμένη και γεμάτη κουτσουλιές από τα αντιπαθητικά περιστέρια.

Χάζευα κάτω την Ακαδημίας, αυτοκινητάκια να πηγαίνουν και να έρχονται, κόσμο να περπατάει βιαστικά και το καυσαέριο να πήζει στην ατμόσφαιρα και να θυμίζει δακρυγόνο.

Το μόνιμο δακρυγόνο της υποταγής μας στην «χημεία της εποχής».

Ο Κοσκωτάς, ο άνθρωπος από το πουθενά έχει ήδη αγοράσει την Τράπεζα Κρήτης, ανοίγει την εκδοτική εταιρία Γραμμή, έχει γίνει «ίνδαλμα» για πολλούς, ενώ ακόμα δεν έχει δολοφονηθεί ο Μιχάλης Καλτεζάς, και έχει ήδη προηγηθεί η αλησμόνητη κατάληψη του Χημείου από τους «τρελούς κι ευτυχισμένους» σηματοδοτώντας το «τέλος της αθωότητας».

Σε μερικούς από μας, είχε ήδη αρχίσει να μυρίζει έντονη «παρακμίλα».

Το ΠΑ.ΣΟ.Κ του Ανδρέα, ιστορική αναγκαιότητα κατά πολλές αναγνώσεις, έχει προλάβει να χειρουργήσει δραστικά τον κοινωνικό ιστό και κυρίως έχει δώσει την ευκαιρία σε πολλούς να αποκτήσουν τεράστια δύναμη χωρίς να έχουν ούτε την παιδεία ούτε τη διάθεση να την χειραγωγήσουν προς όφελος της κοινωνίας.

«Έχεις ένα τσιγάρο;» Ήταν η γνώριμη και μάλλον σιγανή φωνή του Αντρέα Λεντάκη.

Δέχτηκε το άφιλτρο που του πρόσφερα και ρώτησε «τι σκέφτεσαι έτσι βαρύς;»

«Νομίζω πιάνουμε πάτο όπου νάναι» του απάντησα για να ακούσω ένα κατηγορηματικό

«Γιώργο, ακόμα δεν έχεις δει απολύτως τίποτα! Ακόμα έχει πολύ δρόμο».

Τον κοίταξα, δεν θυμάμαι με τι ύφος, και εκείνος συνέχισε «αν υπήρχε κράτος, θα κατέρρεε γρήγορα. Αλλά στην Ελλάδα δεν δημιουργήθηκε ποτέ, ο μόνος «θεσμός» είναι ένα άτυπο παρακράτος που κυβερνά. Σαν το μαύρο χρήμα, βρίσκει πάντα τρόπο να επιβιώνει λαθραία».

1985 είπα και στην αρχή.

Είναι η εποχή που η πλήρης ανυπαρξία βάσεων στην κοινωνία, απελευθερώνει δυναμικά προς την επιφάνεια τις χυδαιότερες τάσεις που θα μπορούσαμε να φανταστούμε.

Είναι η εποχή στην οποία ο έντυπος εμετός της Αυριανής επιβραβεύεται πανηγυρικά από τον «λαό» με τη μεγαλύτερη κυκλοφορία καθημερινής εφημερίδας σε πανελλήνια κλίμακα: 243.534 φύλλα την ημέρα…!

Η «εφημερίδα» που εξύβρισε με τον πιο επαίσχυντο τρόπο τον Μάνο Χατζιδάκι, που είχε την ελεεινολογία ως επιλεγμένο επικοινωνιακό ύφος. Και ένα από τα τεράστια εγκλήματα του ΠΑ.ΣΟ.Κ , η αναγνώριση της και μάλιστα δια στόματος Ανδρέα Παπανδρέου ως της εφημερίδας που…στηρίζει το κίνημα.

Η Ελλάδα είχε πάρει τη μορφή ενός γιγάντιου καζανιού στο οποίο μέσα πετάγονταν και ανακατεύονταν τα πλέον ετερόκλητα υλικά για να μαγειρευτεί το απίθανο υλικό του μέλλοντος της.

Η Αυριανή και ο Αυριανισμός ήταν μόνο ένα από τα πολλά συστατικά.

Ο Κοσκωτάς, οι χρηματισμοί, οι εξαγορές συνειδήσεων ένα άλλο.

Η Ελλάδα του τσιφτετελιού, του ουίσκι, των χιλιάδων νυχτερινών κέντρων με τις πίστες και τα «μωρά» τους που χόρευαν στις μπάρες ανέμελα, ο υπουργός Γιαννόπουλος που βάφτιζε τα κέντρα «πολιτιστικά ιδρύματα», το περιοδικό ΚΛΙΚ και το Life Style, η καθιέρωση της μαγκιάς και των κολλητών ξύπνιων, οι χιλιάδες επί χιλιάδων διορισμοί στο Δημόσιο με κομματικά κριτήρια, η επέλαση των κάφρων σε όλα τα επίπεδα της Δημόσιας ζωής, η πλήρης ανυπαρξία θεσμών και αξιοκρατίας , η δικτατορία του χαβαλέ και ο καθεστωτικός σχεδόν, σαρκασμός προς τους ανθρώπους του πνεύματος κατέστρεψαν κάθε είδους αντιστάσεις.

Το νεοελληνικό όνειρο πια είναι Αρμάνι, Γκούτσι, Φιλιππινέζα, πούρο, χρηματιστήριο, πούλα, αγόρασε, BMW, και ταυτόχρονα σπρωξίδη, υστερία, συνωστισμός, καβαλημένοι δικτατορίσκοι πίσω από τα γραφεία της Εφορίας και της κάθε Κρατικής Υπηρεσίας. Ένας εκρηκτικός συνδυασμός με μία και μοναδική ταυτότητα.

Απόλυτη, συμπαγής, αδιαπέραστη Αναξιοπρέπεια.

Κάπου εκεί, μέσα σε αυτόν τον αχταρμά της χυδαιότητας που από το περιθώριο και την ανυπαρξία γίνεται κυρίαρχη τάξη, συνεχίζουν να υπάρχουν ομάδες, παρέες, πυρήνες νέων ανθρώπων που αρνούνται να μπουν στα κοστούμια που τους προτείνει το περιβάλλον.

Και όταν θα δολοφονηθεί ο Μιχάλης Καλτεζάς, το σχέδιο θα μπει σε πλήρη εφαρμογή. Και το σχέδιο είναι οι αμέτρητοι τόνοι πρέζας που ρίχτηκαν στα Εξάρχεια ώστε αυτά από φούρνο ιδεών να μεταβληθούν σταδιακά σε κρεματόριο συνειδήσεων.

Έγιναν όλα αυτά τα χρόνια, πάρα πολλά και έγιναν ταυτόχρονα.

Περισσότερα από όσα προλαβαίνει να αφομοιώσει η συνείδηση και να βγάλει δέκα συμπεράσματα της προκοπής.

Από τη μια οι φυλές της Μυκόνου και τα νεοεμφανιζόμενα τζάκια.

Διάφοροι απίθανοι άνθρωποι που έπεφταν με το αλεξίπτωτο και διαχειριζόντουσαν απίστευτα χρήματα που κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει πως τα είχαν βρει.

Από την άλλη καμία αντίσταση. Κάποιοι αντιδρούσαν βέβαια. Κάποιοι κάθε τόσο έγραφαν. Βιβλία, άρθρα, ομιλίες, διακηρύξεις, μανιφέστα, όλα, έπεφταν στο κενό.

Η κοινωνία διάβαζε Αυριανή και χαμογελούσε όταν η βρωμερή φυλλάδα καλούσε το αναγνωστικό της κοινό να…καταγγείλει οτιδήποτε γνωρίζει για την προσωπική ζωή του «κίναιδου Χατζιδάκι».

Και για να κάνω ένα άλμα στο χρόνο, αλλιώς θα πρέπει να γράφω αμέτρητες σελίδες, φτάσαμε στην Ελλάδα των απέραντων ηδονών. Όταν ξαφνικά χιλιάδες επί χιλιάδων νεοέλληνες έγιναν…παίκτες του χρηματιστήριου.

Όταν ξαφνικά, τα νησιά των διακοπών μας, γέμισαν με τρελαμένους τύπους που φορώντας το μαγιό και την πλαστική σαγιονάρα περιφέρονταν επιδεικτικά με τα κινητά κολλημένα στα αυτιά φωνάζοντας τις λέξεις-κλειδιά της ευτυχίας: Πούλα! Αγόρασε!

Και όλα αυτά τα χρόνια, τα θυμάμαι με αμέτρητο κόσμο σε όλες τις ώρες του 24ώρου να γεμίζει ασφυκτικά τις πλατείες και πίνει τις φραπεδιές ή να πλημμυρίζει τα διάφορα ψευτονεοϋορκέζικα στέκια στο Χαλάνδρι και αλλού και να μασουλάει αβέρτα σολομούς και καρπάτσιο-έτσι ακριβώς όπως κάνανε και στα χωριά τους…

Η Ελλάδα, μπήκε σε ένα τεράστιο μπαλόνι και ανέβηκε στα ουράνια.

Έζησε για πολλά χρόνια ένα τεράστιο ψέμα καταληστεύοντας το μέλλον των παιδιών της.

Έφτασε στο αποκορύφωμα το 2004 με τους Ολυμπιακούς Αγώνες και το Euro αλλά εκεί είναι που άρχισε να δείχνει την σάπια οδοντοστοιχία με την οποία καταβρόχθιζε τόσον καιρό.

Οι υποδομές των Αγώνων, που θα αποδίδονταν στην κοινωνία καταστράφηκαν ή καταστρέφονται, το Euro –καθώς το βλέπω από απόσταση κατακτήθηκε κυρίως με κουτοπονηριά παρά με αξιοσύνη, και από το 2004 και μετά η πιο ανίκανη κυβέρνηση όλων των εποχών απλά χόρεψε πρώτο τραπέζι πίστα στην Τσιφτετελλάδα που κληρονόμησε.

Δεν ξέρω ποιο είναι το μέλλον μας. Οι εποχές που έρχονται είναι εξαιρετικά άγριες. Δεν είναι λίγοι αυτοί που βλέπουν ένα μακρύ χειμώνα για την ανθρωπότητα, τον χειμώνα της Κρίσης του Καπιταλισμού η οποία περιλαμβάνει πολλά φαινόμενα για τα οποία δεν είμαστε έτοιμοι.

Όπως οι επιπτώσεις της Κλιματικής Αλλαγής που σημαίνουν εκατομμύρια επί εκατομμυρίων οικοπρόσφυγες, νέες εστίες πολέμου και Μετανάστες.

Αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα όμως, δεν είναι απλά το προϊόν της Παγκόσμιας Κρίσης του Καπιταλισμού. Αυτή, ίσως και να είναι ευλογία κατά κάποιο τρόπο, γιατί στάθηκε η αφορμή για να φανούν με τραγικό τρόπο οι αναπηρίες του τόπου μας.

Όταν όμως συλλαμβάνεται ένας Μάριος Ζέρβας ως…τρομοκράτης και ένα μπουκάλι σαμπουάν υποδεικνύεται ως βόμβα μολότοφ ενώ την ίδια ώρα κυκλοφορεί ελεύθερος ο Παναγιώτης Ψωμιάδης, τότε, ο μόνος δρόμος που ανοίγει (ξανά) είναι αυτός του Χάους.

Αν συνεχίσουν τα πράγματα έτσι, ο Δεκέμβρης του 2008 θα μοιάζει με παιδική χαρά.

6 Comments


Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ μεγάλα κ΄υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη. ( Κ. Π. Καβάφης )

Η νεύρωση του ενός, η οποία πηγάζει από την έλλειψη κοινωνικού ενδιαφέροντος, εκφράζεται και αντικατοπτρίζεται στον κοινωνικοπολιτικό αλλά και πολιτισμικό εκμαυλισμό τον οποίο βιώνουμε αυτήν ακριβώς τη στιγμή σε όλο του το μεγαλείο.

Ο άνθρωπος υποφέρει και άρα υποφέρει η κοινωνία. Υποφέρει γιατί καμία οικογένεια και κανένα σύστημα δεν του έμαθε την αξία του να μοιράζεται ισότιμα με τους ανθρώπους γύρω του, παρά μόνο του δίδαξε πώς να παράγει με σκοπό το προσωπικό κέρδος. Το πρώτο πράγμα που του έμαθε στη ζωή του, εντάσσοντάς τον σε ένα ατομικιστικό σύστημα παιδείας, είναι πώς να παράγει και όχι πώς να προσφέρει. Τον δίδαξαν να εργάζεται μόνος. Τον δίδαξαν να λαμβάνει όφελος από την εργασία του αποκλειστικά ο ίδιος και όχι να εργάζεται ομαδικά, για να προσφέρει στους υπόλοιπους. Τον έκαναν μονήρη.

Του είπαν πολύ συγκεκριμένα, πως ο κόπος του μετράται σε νούμερα και πως το υψηλότερο νούμερο είναι αυτό που κερδίζει και συνεπώς είναι αυτό που "νικάει" το χαμηλότερο νούμερο. Ο άνθρωπος με το υψηλότερο νούμερο είναι αυτός που η οικογένεια, το σύστημα και η κοινωνία θέλουν και αποδέχονται, μα για τον άνθρωπο με χαμηλότερο νούμερο αυτοί οι τρεις θα έχουν πάντα μια γκριμάτσα δυσαρέσκειας.

Ο Άνθρωπος-Νούμερο λοιπόν, πολύ νωρίς στη ζωή του άρχισε να κοιτάζει τον διπλανό Άνθρωπο-Νούμερο. ΟΧΙ όμως με έγνοια, σεβασμό και ενδιαφέρον, ΟΧΙ με την ανάγκη να συν-αγωνισθεί με αυτόν, ΟΧΙ με την ανάγκη να μοιραστεί μαζί του τα μοναδικά χαρακτηριστικά που τον ολοκληρώνουν από την στιγμή ακριβώς που γεννήθηκε, με σκοπό να ενοποιηθεί και να εξελιχθεί μαζί με τον άλλο άνθρωπο ραγδαία. Τον κοίταξε με μια τρομαχτική ανάγκη να τον ανταγωνισθεί, με μια τρομαχτική ανάγκη να τον νικήσει, να είναι μεγαλύτερο νούμερο απ΄αυτόν, γιατί το μεγαλύτερο νούμερο και μόνο αυτό, θα επιβιώσει και θα ευημερήσει στην κοινωνία.

Για τον Άνθρωπο-Νούμερο πλέον τα πάντα στη ζωή του μπήκαν σε σύγκριση με τον άλλον Άνθρωπο-Νούμερο και σ΄αυτη τη σύγκριση θα έπρεπε με οποιονδήποτε τρόπο να βγει νικητής πρώτος, καλύτερος. Διαφορετικά, τον περίμεναν μεγάλα δεινά: μη αποδοχή και διαφορετική αντιμετώπιση-όλοι θα τον κοίταζαν αλλιώς, σαν κατώτερο.

Ο Άνθρωπος-Νούμερο λοιπόν, έχασε την πρώτη του ιδιότητα, αυτή του ανθρώπου δηλαδή, και έγινε ΜΟΝΟ νούμερο. Το ύψος του έπρεπε να είναι μεγαλύτερο από το ύψος του άλλου, το πουλί του έπρεπε να είναι μεγαλύτερο από το πουλί του άλλου, το στήθος του έπρεπε να είναι μεγαλύτερο από το στήθος του άλλου, έπρεπε να βγάζει πιο πολλά λεφτά από τον άλλον και για να φαίνεται αυτό, έπρεπε να έχει μεγαλύτερο αυτοκίνητο και πιο ακριβό από τον άλλο, μεγαλύτερο και πιο ακριβό σπίτι από τον άλλο, να τρώει πιο ακριβό φαγητό από τον άλλο, να πίνει πιο ακριβό ποτό από τον άλλο, τα ρούχα που φοράει να είναι πιο ακριβά από του άλλου.

Από τα μάτια του τότε, χάθηκε η αγάπη προς τον άλλον και σκοτάδι βαθύ πήρε τη θέση της. Η καρδιά του χτύπησε πιο γρήγορα, το στομάχι του σφίχτηκε, αδρεναλίνη έπνιξε το σώμα του και τα νεύρα του τέντωσαν. Ήταν έτοιμος να επιτεθεί. Να επιτεθεί σε ο,τιδήποτε ένιωθε ώς απειλή. Απειλή για την ευημερία που τού είχαν τάξει ΑΥΤΟΙ. Και επιτέθηκε. Εξουσίασε, κυριάρχησε, υποδούλωσε ένα άλλο νούμερο. Αλλά μπροστά του είχε έναν άνθρωπο.

Τότε ΑΥΤΟΙ τον δέχτηκαν, τον βράβευσαν και του πρόσφεραν την ευημερία που του είχαν τάξει. Πλέον ήταν σκλάβος τους. ΑΥΤΟΙ ήταν ο παρατηρητής του και ΑΥΤΟΙ όριζαν τις ανάγκες και τις επιθυμίες του. Μεγάλα νούμερα στα πάντα στη ζωή του, πολλά λεφτά για να μπορεί να κατέχει πολλά υλίκα αγαθά, με αυτά θα μπορούσε να κατέχει συντρόφους-νούμερα, εξίσου νούμερα με αυτόν. Το σώμα του, το οποίο ήταν και το μόνο που τού είχε απομείνει, έπρεπε να αλλάξει σύμφωνα με ΑΥΤΟΥΣ. Την μεγάλη του μύτη, που για κάποιο λόγο γεννήθηκε με αυτή, έπρεπε να την ΚΟΨΕΙ, για να γίνει μικρότερη.Το μικρό του στήθος και τον ποπό του τον μικρό, που για κάποιο λόγο γεννήθηκε με αυτά, έπρεπε να τα ΣΚΙΣΕΙ και να τους βάλει μέσα πλαστικό, για να γίνουν μεγαλύτερα. Στα στραβά του δόντια, που για κάποιο λόγο γεννήθηκε με αυτά, έπρεπε να βάλει σίδερα και να τα πιέσει, για να γίνουν ίσια. Τα γηρατειά και η φθορά, έπρεπε πάσει θυσία να καλυφθούν, κόβοντας και ράβοντας.

Σε τίποτα από αυτά όμως δεν έβρισκε χαρά. Το μόνο αίσθημα που βίωνε ήταν αυτό της θλίψης, αλλά έπρεπε να συνεχίσει. Για να νιώσει χαρά, ΑΥΤΟΙ του έδωσαν φάρμακα.Για να συνεχίσει, ΑΥΤΟΙ του έδωσαν ναρκώτικα κάθε λογής. Τα ίδια έδωσαν και στους άλλους, στους κατώτερους, στους υποταγμένους, στους αδικημένους, για να συνεχίσουν να είναι δούλοι και να μην εξεγερθούν ποτέ. Και κάποιοι συνέχισαν.

ΚΑΠΟΙΟΙ άλλοι όμως κατάλαβαν. Κατάλαβαν ότι δεν είναι νούμερα αλλά άνθρωποι. ΚΑΠΟΙΟΙ και από τις δύο μεριές, κατάλαβαν οτι μοιράζονται τον ίδιο πόνο, την ίδια εξαθλίωση, το ίδιο αίσθημα θλίψης. Μια τεράστια θλίψη απόρροια της σκλαβιάς, της υπακοής στους νόμους ΑΥΤΩΝ.

Τότε οι ΚΑΠΟΙΟΙ κοίταξαν ΑΥΤΟΥΣ. Από τα μάτια τους το σκοτάδι χάθηκε και οργή πήρε τη θέση του. Η καρδιά τους χτύπησε πιο δυνατά, το στομάχι τους σφίχτηκε, η αδρεναλίνη έπνιξε το σώμα τους, τα νεύρα τους τέντωσαν. Ήταν έτοιμοι να επιτεθούν. Και επιτέθηκαν. Έλιώσαν στο τσιμέντο τα φάρμακα της "χαράς", έλιωσαν στο τσιμέντο τις ιδιότητές τους και για πρώτη φορά ενώθηκαν. Βίαια ξέσπασαν πάνω σε ΑΥΤΟΥΣ και τον εκμαυλισμένο κόσμο τους, πάνω σε ΑΥΤΟΥΣ που συνέχιζαν. Που συνέχιζαν να γεννάνε τέρατα μέσα από την "κανόνικότητα" του κόσμου αυτού. Ξέσπασαν βίαια και πάνω στο στρατό που τους προστάτευε. Σε έναν στρατό, όπως όλοι οι στρατοί απ΄την αρχή αυτού του κόσμου, ξεβράκωτο και θλιβερό.

Τότε κάποιοι ρώτησαν, αν άλλαξε κάτι.

ΟΤΑΝ ΤΑ ΝΟΥΜΕΡΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ, ΠΟΙΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΝΑΡΩΤΙΕΤΑΙ.

Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες

Κείμενο του Νικόλα Αγγέλη, tvxs.gr





copy is right...