Δεν είναι μόνο η αμετάκλητη κατασπατάληση του περιβάλλοντος και αναντικατάστατων πόρων. Είναι επίσης η ανθρωπολογική καταστροφή των ανθρώπινων όντων που μεταμορφώνονται σε παραγωγικά και καταναλωτικά κτήνη, σε εξαχρειωμένους ζάπερ...
Κορνήλιος Καστοριάδης
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυτονομία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυτονομία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Η άμεση δημοκρατία δεν είναι ουτοπία, αλλά ευτοπία
Published 16.8.11 in Αναλύσεις , Αυτονομία , δημοκρατία , Καστοριάδης by Zed
Ένα βασικό ερώτημα που τίθεται στη σημερινή κρίσιμη περίοδο γενικευμένης παρακμής είναι το εξής: κατά πόσο είναι εφικτή η δημιουργία ενός πραγματικά δημοσίου χώρου, ο οποίος να εξασφαλίζει την κυριαρχία του δήμου; Κατά πόσο ο αυτοπροσδιορισμός και η αυτοκυβέρνηση, δηλαδή η άμεση δημοκρατία, είναι σήμερα δυνατή και με ποιον τρόπο; Για το ζήτημα αυτό εκφράζονται πολλές αμφιβολίες. Τα αρνητικά επιχειρήματα που συνήθως προβάλλονται είναι α) ότι η σημερινή εντελώς διαφορετική πραγματικότητα δεν προσφέρει τις συνθήκες που υπήρχαν στην αρχαία Αθήνα (μικρό πληθυσμό, μικρή έκταση, απλούστερα προβλήματα), ως εκ τούτου δεν είναι ρεαλιστικό πρόταγμα. Και β) οι άνθρωποι δεν επιθυμούν την αυτοκυβέρνηση, ακολουθούν και ψηφίζουν τα κόμματα, άρα είναι δύσκολο να πραγματοποιηθεί αφού η ανθρώπινη πραγματικότητα είναι αντίθετη. Τα επιχειρήματα αυτά τα έχω συζητήσει αλλού,[1] και εδώ θα αρκεσθώ σε μερικά συμπληρωματικά σχόλια.
Σε αυτούς που αντιτάσσουν ότι η αυτοκυβέρνηση και η δημοκρατία δεν είναι δυνατές, δεν είναι ρεαλιστικά αιτήματα, αλλά ρομαντισμός, αφέλεια ή ουτοπία, η απάντηση είναι ότι ρεαλισμός δεν σημαίνει να υποκύπτεις στην πραγματικότητα και να την δέχεσαι παθητικά και δουλικά, αλλά να αναζητάς μιαν άλλη πραγματικότητα. Ρεαλισμός δεν είναι να αποδέχεσαι την πραγματικότητα, αλλά να προσπαθείς να την αλλάξεις. Ουτοπία δεν είναι να πιστεύεις ότι η πραγματικότητα μπορεί να αλλάξει, αλλά το να πιστεύεις ότι δεν θα αλλάξει και θα παραμείνει όπως έχει επ’ άπειρον. Τα επιχειρήματα αυτά κατά του εφικτού της δημοκρατίας βλέπουν δηλαδή μόνο τη μία πλευρά και παρακάμπτουν μία εξ ίσου σημαντική αλήθεια: πραγματικότητα δεν είναι μόνο αυτά που ισχύουν, η συγκεκριμένη κοινωνικο-οικονομικο-πολιτική κατάσταση, οι εγκαθιδρυμένοι θεσμοί, οι ισχύοντες νόμοι και οι επικρατούσες αξίες. Είναι και όλα όσα εμείς επιθυμούμε και δυνάμεθα να πράξουμε, μετά από στοχασμό και διαβούλευση, όσα θέλουμε και αντιτάσσουμε στην υπάρχουσα κατάσταση, δηλαδή οι δικοί μας θεσμοί, νόμοι και αξίες, η δικιά μας θέληση.[2]
H Arendt αναλύει και αναδεικνύει την αξία και τη δύναμη της θελήσεως ως πρώτιστο γενεσιουργό παράγοντα της πράξεως (le ressort de l’ action) στο βιβλίο της Η ζωή του πνεύματος, τόμ. 2ος, με υπότιτλο «Η θέληση». Από τις πρώτες σελίδες ήδη τονίζει ότι η θέληση είναι η ανθρώπινη ιδιότητα για την αντιμετώπιση του μέλλοντος, μέσα από την ανοικτή εμπειρία του χρόνου. είναι το όργανο του μέλλοντος, όπως η μνήμη είναι το όργανο του παρελθόντος.[3] Έτσι όμως η θέληση συνδέεται με τη φαντασία, διότι το μέλλον δεν υπάρχει κάπου, δεν είναι άμεσα ορατό, πρέπει να το συλλάβει κανείς με τη δύναμη της φαντασίας. Είναι πολύ δαφωτιστικό ένα χωρίο στο οποίο ο Καστοριάδης συνδέει με μοναδικό τρόπο τη θέληση με τη φαντασία: «Η πολιτική φαντασία έχει εξαφανισθεί. Η εξαφάνιση αυτή της φαντασίας πάει μαζί με την κατάρρευση της θέλησης. Γιατί πρέπει βέβαια να μπορείς να παραστήσεις στο μυαλό σου κάτι που δεν υπάρχει, για να μπορέσεις να θελήσεις. Και πρέπει να θέλεις στα ενδόψυχά σου κάτι άλλο από την απλή επανάληψη, για να μπορείς να φαντάζεσαι».[4] Όλα εξαρτώνται από αυτή την ανθρώπινη δύναμη της φαντασίας, της θέλησης, η οποία επιτρέπει να φαντασθούμε άλλα πράγματα από τα ήδη γνωστά και υπάρχοντα, από τα στερεότυπα και τα καθιερωμένα, να φαντασθούμε, να θελήσουμε, νέες ιδέες, θεσμούς και σημασίες. Πρέπει λοιπόν να φαντασθούμε την άλλη κοινωνία, την άλλη πραγματικότητα, που σημαίνει πρέπει να τολμήσουμε να σκεφθούμε διαφορετικά, να μάθουμε να σκεφτόμαστε αλλοιώς.[5] Φυσικά προς τούτο απαιτείται εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, στις δικές μας δυνάμεις, στις ικανότητές μας.
Ο Κίρκεγκωρ έλεγε: «Δεν είναι ο δρόμος που είναι δύσκολος, είναι το δύσκολο που είναι δρόμος». Το δύσκολο βρίσκεται στην αδυναμία της θέλησης και στην οκνηρία της φαντασίας, στην απροθυμία να σκεφθούμε και να δράσουμε διαφορετικά. Η μεγαλύτερη δυσκολία έγκειται στο γεγονός ότι τα άτομα και οι κοινωνίες αφήνονται στον εφησυχασμό των «κεκτημένων» και έχουν μία δυσπιστία και φοβία στο καινούριο και το άγνωστο. Προτιμούν τη σιγουριά του ήδη γνωστού και αναγνωρίσιμου, έχουν το δικό τους νόμο αδρανείας. Εδώ βρίσκεται η ουσία του ζητήματος: όταν τολμάμε ίσως χάνουμε ορισμένα πράγματα από τα «κεκτημένα», όταν όμως δεν τολμάμε χάνουμε τον εαυτό μας, την ελευθερία μας, γινόμαστε δούλοι - όπως σήμερα. Από τη στιγμή όμως που λαμβάνουμε την απόφαση ανοίγει ο δρόμος της δημιουργίας του νέου, του άλλου.
Τίποτε στην Ιστορία δεν είναι εξασφαλισμένο εκ των προτέρων. Η Ιστορία δεν είναι ευθύγραμμη, γραμμική και νομοτελειακή, δεν εξαρτάται από κάποιες αδήριτες φυσικές ή οικονομικές αναγκαιότητες ούτε από «ιστορικούς νόμους». Εδώ βρίσκεται μία μεγάλη συμβολή του Κ. Καστοριάδη, και έχει σχέση με την κριτική που άσκησε στην μαρξική θεωρία: η ιστορία είναι δημιουργία ανθρώπινη, απρόβλεπτη και φαντασιακή, υπερβαίνει τους ορθολογικούς καθορισμούς. Σημειώνει δε χαρακτηριστικά: «Δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή πρόβλεψη στην πολιτική και στην ιστορία. Την παραμονή του Μάη του ’68, ο Viansson-Ponté έγραφε το περίφημο άρθρο του ‘’Η Γαλλία πλήττει’’. Πράγματι, έπληττε τόσο πολύ που εξερράγη λίγες εβδομάδες αργότερα. Δεν θέλω βέβαια να πω ότι είμαστε στις παραμονές ενός καινούργιου Μάη του ’68. Απλώς, ότι καμιά σφυγμομέτρηση και καμιά εμπειρική επαγωγή δεν μπορούν να προβλέψουν τη συμπεριφορά ενός πληθυσμού βραχυπρόθεσμα, και ακόμη λιγότερο μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα».[6] Αυτό που συνέβη πριν από τον Μάη του ’68 και καθόρισε την μετέπειτα πορεία ήταν οι πρωτοβουλίες από ένα μέρος του πληθυσμού που είχε αρχίσει να αμφισβητεί θεσμούς, έννοιες, σημασίες, αξίες, τον τρόπο του βίου, και επινοούσε αιτήματα, διεκδικήσεις, νέες μορφές οργάνωσης και δράσης.
Το βασικό που παίζει ρόλο, όπως ήδη είπα, είναι η επιθυμία των ανθρώπων να υπάρξουν διαφορετικά, η θέλησή τους να έχουν λόγο γι αυτά που τους αφορούν και τους επηρεάζουν, γι’ αυτά που καθορίζουν τον βίο και το μέλλον τους.[7] Όλα είναι πιθανά και δυνατά, εφ’ όσον εξαρτώνται από την ανθρώπινη βούληση και πράξη, από το κοινωνικό φαντασιακό.[8] Όλα είναι δυνατά για τον άνθρωπο, όπως το διατύπωσε και ο Σοφοκλής με απαράμιλλο τρόπο τον 5ο αιώνα, στο υπέροχο και μοναδικής ομορφιάς και πλήρους νοήματος στάσιμο της Αντιγόνης (πολλά τα δεινά κουδέν ανθρώπω δεινότερον πέλει... στ. 332-375). Το χορικό αυτό είναι ένας ύμνος στην ανθρώπινη δημιουργικότητα, η οποία δεν υπακούει, δεν υποκύπτει σε καμία αναγκαιότητα. Μόνο μία αναγκαιότητα δεν μπορεί να αποφύγει ο άνθρωπος, τον θάνατο: Άπορος επ’ ουδέν έρχεται / το μέλλον . Άϊδα μόνον / φεύξιν ουκ επάξεται.[9] Τη δύναμη του ανθρώπινου και κοινωνικού παράγοντα γνώριζε και ο Αριστοτέλης, ο οποίος στα λεγόμενα ρεαλιστικά βιβλία των Πολιτικών του εξετάζει αναλυτικά τους τρόπους και τις αιτίες εγκαθίδρυσης, διατήρησης και φθοράς όλων των πολιτευμάτων. Αναδεικνύει ως κύριο παράγοντα των αλλαγών τις διαθέσεις και τις προσπάθειες των ανθρώπων, των πολιτικών ομάδων και των κοινωνικών στρωμάτων για εξουσία. Αναφέρει λ.χ. ότι η ολιγαρχία εγκαθίσταται όταν οι ολίγοι πλούσιοι επιθυμούν την εξουσία και έχουν τη δύναμη να την κατακτήσουν, ενώ ταυτοχρόνως οι πολλοί δεν την επιθυμούν και δεν έχουν τη δύναμη να αντισταθούν.
Οι σημαντικές αλλαγές στην ιστορία δεν γίνονται από τις κομματικές ηγεσίες, τους βουλευτές και τα κοινοβούλια, από την κρατική νομενκλατούρα και τη γραφειοκρατική διαχείριση, αλλά από την κοινωνική βάση, από τις κοινωνικές συλλογικότητες, που όταν θέλουν και έχουν όραμα εισβάλλουν στο προσκήνιο και απαιτούν άλλη θέσμιση της κοινωνίας. Ας μη ξεχνούμε ότι όταν οι μεγάλες κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές πραγματοποιούνται θεωρούνται αναπόφευκτες και αναγκαίες, ενώ πριν πραγματοποιηθούν θεωρούνται απραγματοποίητες ή ουτοπίες. Ο Max Weber γράφει: «Αναμφίβολα, όλη η ιστορική εμπειρία επιβεβαιώνει την αλήθεια ότι ο άνθρωπος δεν θα είχε πετύχει το εφικτό, αν δεν είχε ξανά και ξανά προσπαθήσει να φθάσει το ανέφικτο». Ένα μόνο παράδειγμα, από τα πολλά, αρκεί. Τον 17ο αιώνα ο John Locke στη Δεύτερη πραγματεία περί κυβερνήσεως δηλώνει για πρώτη φορά μετά τον 5ο π.Χ. αιώνα τα εξής σημαντικά και επαναστατικά: «Η δουλεία αποτελεί για τον άνθρωπο μια κατάσταση τόσο ευτελή, τόσο άθλια και τόσο ευθέως αντίθετη με τη μεγάθυμη ιδιοσυγκρασία και το θάρρος του έθνους μας, ώστε πολύ δύσκολα θα φανταζόμασταν ότι ένας Άγγλος, κι ακόμα λιγότερο, ένας έντιμος άνθρωπος, θα μπορούσε να την υποστηρίξει». Το κήρυγμα αυτό κατά της δουλείας άργησε να γίνει πραγματικότητα, διότι, ως γνωστόν, η δουλεία καταργήθηκε επισήμως μετά από δύο αιώνες, τον 19ο αιώνα. Δηλαδή όταν έγραφε την άποψή του ο Λοκ, ήταν δύσκολο να πραγματοποιηθεί και φαινόταν ανέφικτη και ουτοπία.
Η συμμετοχή λοιπόν των ανθρώπων στις αποφάσεις, στους νόμους και στον έλεγχο της εξουσίας δεν είναι ακατόρθωτη. Τα αιτήματα της ελευθερίας, της ισότητας, της δικαιοσύνης και του ελέγχου δεν είναι αδύνατο να πραγματοποιηθούν. Η δημοκρατία είναι εφικτή. Δεν είναι ουτοπία όπως λέγεται συνήθως από τους ποικίλους σκεπτικιστές, αντιπάλους και εχθρούς της.[10] Ουτοπία είναι το όραμα του αναρχισμού για μία κοινωνία χωρίς εξουσία. Ουτοπία ήταν το όραμα του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού για μία αταξική κομμουνιστική κοινωνία. Αν και ο Μαρξ με τον Ένγκελς παρουσίασαν τον σοσιαλισμό τους ως «επιστημονικό», εν αντιθέσει με τον «ουτοπικό» των προγενεστέρων τους, εν τούτοις και ο δικός τους αποδείχθηκε εξίσου ουτοπικός. Ουτοπία είναι η αναζήτηση μίας ιδανικής, εξιδανικευμένης και τέλειας κοινωνίας, ενώ δημοκρατία είναι η προσπάθεια για μία δίκαιη κοινωνία. Η δημοκρατία δεν είναι ουτοπία, αλλά ευτοπία. Με τη λέξη ευτοπία δεν εννοώ μία τέλεια, ιδεώδη, ευδαίμονα κοινωνία, αλλά μία κοινωνία που έχει βρεί - έχει κατακτήσει - έναν «τόπο» για να στηριχθεί, να κατοικήσει και να πράξει: να διατηρήσει ανοικτό το ζήτημα της ελευθερίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης ως υπόθεση συλλογικής διαβούλευσης. Ο τόπος αυτός δεν είναι άλλος από τον δημόσιο χώρο, τον κοινό χώρο, που περιέγραψα προηγουμένως, και ο οποίος αποτελεί προϋπόθεση και αποτέλεσμα της δημοκρατίας. Η ευτοπία, δηλαδή, είναι ο αυτοσυγκροτούμενος σε κυρίαρχο πολιτικό υποκείμενο δήμος.
Θα πρέπει εν προκειμένω να σημειωθεί ότι η άμεση δημοκρατία υπήρξε στην πραγματικότητα, ήταν πραγματικό γεγονός, ρεαλιστική, δεν ήταν θεωρητική σύλληψη και ουτοπική έμπνευση. Αντιθέτως η ουτοπία δημιουργήθηκε για πρώτη φορά στην ανθρώπινη σκέψη ως θεωρητική φιλοσοφική απάντηση στη δημοκρατία. Ο εισηγητής της ουτοπίας είναι ο μεγάλος αντιδημοκράτης φιλόσοφος, ο Αθηναίος Πλάτων. Συλλαμβάνει μία θεωρητική πολιτεία, η οποία υπάρχει μόνο στη σκέψη του, και ουσιαστικώς πρόκειται για μία εφιαλτική αντιδημοκρατική ουτοπία. Ουτοπία με την έννοια ότι οι βασιλείς φιλόσοφοι δεν υπήρξαν ποτέ και είναι αδύνατο να βρεθούν όπως τους οραματιζόταν ο Πλάτων, δηλαδή να δημιουργήσουν την αρίστη πολιτεία και την ευδαιμονία – ο ίδιος άλλωστε το παραδέχεται στα μετέπειτα έργα του. Από την άλλη όμως το όραμα του Πλάτωνα δεν ήταν ουτοπία, αλλά ρεαλιστικό όραμα, διότι ανέκαθεν υπήρξαν βασιλείες ανελεύθερες, αυταρχικές και απολυταρχικές, καθώς και άλλες εφιαλτικές αντιδημοκρατικές πολιτείες, και από ότι δείχνει η ανθρώπινη ιστορία θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν όσο οι άνθρωποι δεν αντιστέκονται και δεν αντιδρούν
Σημειώσεις:
1*. Το κείμενο αυτό είναι τμήμα ενός μεγαλύτερου κειμένου που περιέχεται στο συλλογικό Γ. Ν. Οικονόμου (επιμ.), Γένεση της δημοκρατίας και σημερινή κρίση. Μελέτες για τον Κορνήλιο Καστοριάδη, που θα κυκλοφορήσει προσεχώς από τις εκδόσεις Ευρασία. Ευχαριστούμε τον εκδότη για την άδεια προδημοσίευσης.
Γ. Ν. Οικονόμου, Από την κρίση του κοινοβουλευτισμού στη δημοκρατία, Παπαζήσης, Αθήνα, 2009, σ. 84-86.
2. Βλ. Α. Δεληγιώργη, «Η οντολογία του όντος/Είναι δι’ εαυτόν ως εναντίωση στον σύγχρονο μηδενισμό», Α. Αποστολόπουλος & Γ. Ν. Οικονόμου (επιμ.), Αφιέρωμα στον Κ. Καστοριάδη, στοχαστή της αυτονομίας, Αθήνα, 2010, σ. 219.
3. Arendt, Τhe Life of the Mind, Vol. 2, Willing, New York, 1978. Βλ. και γαλλική μετάφραση La vie de l’ esprit, vol. 2, Le vouloir, Puf, Paris, 1983.
4. Καστοριάδης, Ο καιρός, Υψιλον, Αθήνα, 1987, σ. 100.
5. Καστοριάδης, Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, μτφ., Ράππας, Αθήνα, 1981, σ. 410.
6. Καστοριάδης, «Ακυβέρνητη κοινωνία», Ακυβέρνητη κοινωνία, μτφ. Ζ. Σαρίκας, Ευρασία, Αθήνα, 2010, σ. 317.
7. Πρβλ. Γ. Ν. Οικονόμου, «Δημοκρατία ή αντιπροσώπευση;» Β΄ Μέρος, Πρόταγμα, αρ. 1, Δεκέμβριος 2010. Από το κείμενο αυτό έχω χρησιμοποιήσει αρκετά στοιχεία σε τούτο το κεφάλαιο.
8. Γ. Ν. Οικονόμου, «Το κοινωνικό-ιστορικό, η αυτονομία και τα επιχειρήματά της», στο Α. Αποστολόπουλος & Γ. Ν. Οικονόμου (επιμ.), Αφιέρωμα στον Κ. Καστοριάδη, στοχαστή της αυτονομίας, Αθήνα, 2010, σ. 167-169.
9. Βλ. την εξαίρετη ανάλυση του χορικού αυτού από τον Κ. Καστοριάδη στο κείμενό του «Αισχύλεια ανθρωπογονία και σοφόκλεια αυτοδημιουργία», Οι ομιλίες στην Ελλάδα, Υψιλον, Αθήνα, 1990.
10. Βλ. επίσης Καστοριάδης, «Το πρόταγμα της αυτονομίας δεν είναι ουτοπία», Ακυβέρνητη κοινωνία, μτφ. Ζ. Σαρίκας, Ευρασία, Αθήνα, 2010, σ. 27 κ.ε.
Σημειώσεις:
1*. Το κείμενο αυτό είναι τμήμα ενός μεγαλύτερου κειμένου που περιέχεται στο συλλογικό Γ. Ν. Οικονόμου (επιμ.), Γένεση της δημοκρατίας και σημερινή κρίση. Μελέτες για τον Κορνήλιο Καστοριάδη, που θα κυκλοφορήσει προσεχώς από τις εκδόσεις Ευρασία. Ευχαριστούμε τον εκδότη για την άδεια προδημοσίευσης.
Γ. Ν. Οικονόμου, Από την κρίση του κοινοβουλευτισμού στη δημοκρατία, Παπαζήσης, Αθήνα, 2009, σ. 84-86.
2. Βλ. Α. Δεληγιώργη, «Η οντολογία του όντος/Είναι δι’ εαυτόν ως εναντίωση στον σύγχρονο μηδενισμό», Α. Αποστολόπουλος & Γ. Ν. Οικονόμου (επιμ.), Αφιέρωμα στον Κ. Καστοριάδη, στοχαστή της αυτονομίας, Αθήνα, 2010, σ. 219.
3. Arendt, Τhe Life of the Mind, Vol. 2, Willing, New York, 1978. Βλ. και γαλλική μετάφραση La vie de l’ esprit, vol. 2, Le vouloir, Puf, Paris, 1983.
4. Καστοριάδης, Ο καιρός, Υψιλον, Αθήνα, 1987, σ. 100.
5. Καστοριάδης, Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, μτφ., Ράππας, Αθήνα, 1981, σ. 410.
6. Καστοριάδης, «Ακυβέρνητη κοινωνία», Ακυβέρνητη κοινωνία, μτφ. Ζ. Σαρίκας, Ευρασία, Αθήνα, 2010, σ. 317.
7. Πρβλ. Γ. Ν. Οικονόμου, «Δημοκρατία ή αντιπροσώπευση;» Β΄ Μέρος, Πρόταγμα, αρ. 1, Δεκέμβριος 2010. Από το κείμενο αυτό έχω χρησιμοποιήσει αρκετά στοιχεία σε τούτο το κεφάλαιο.
8. Γ. Ν. Οικονόμου, «Το κοινωνικό-ιστορικό, η αυτονομία και τα επιχειρήματά της», στο Α. Αποστολόπουλος & Γ. Ν. Οικονόμου (επιμ.), Αφιέρωμα στον Κ. Καστοριάδη, στοχαστή της αυτονομίας, Αθήνα, 2010, σ. 167-169.
9. Βλ. την εξαίρετη ανάλυση του χορικού αυτού από τον Κ. Καστοριάδη στο κείμενό του «Αισχύλεια ανθρωπογονία και σοφόκλεια αυτοδημιουργία», Οι ομιλίες στην Ελλάδα, Υψιλον, Αθήνα, 1990.
10. Βλ. επίσης Καστοριάδης, «Το πρόταγμα της αυτονομίας δεν είναι ουτοπία», Ακυβέρνητη κοινωνία, μτφ. Ζ. Σαρίκας, Ευρασία, Αθήνα, 2010, σ. 27 κ.ε.
Δημοκρατία δίχως συμμετοχή πολιτών (Καστοριάδης)
Published 3.8.11 in Αυτονομία , δημοκρατία , Καστοριάδης by Zed
«Ακυβέρνητη Κοινωνία»
ΕΥΡΑΣΙΑ (σελ. 255-260)
Kern: Όταν τίθεται το ερώτημα της Δημοκρατίας σήμερα, αναφέρεται πάντα στην αντιπροσωπευτική, είτε πρόκειται να την εγκωμιάσουμε είτε να την επικρίνουμε. Δεν έχουμε προχωρήσει περισσότερο. Μπορούμε να προωθήσουμε μαζί σας την ερώτηση πιο πέρα, π.χ. προς τη μορφή της συμμετοχικής Δημοκρατίας;
Καστοριάδης: Προτιμώ να μιλώ για άμεση Δημοκρατία. Είναι προφανές ότι, αν οι πολίτες δεν συμμετέχουν στη δημόσια ζωή, δε μπορεί να γίνει τίποτε. Δεν αρκεί όμως να επαναλαμβάνουμε: συμμετοχή, συμμετοχή. Το ερώτημα είναι: και γιατί, διάβολε, να συμμετέχουν οι πολίτες; Υπάρχουν σίγουρα λόγοι που δε συμμετέχουν σήμερα.
Kern: Είναι επειδή στην αντιπροσωπευτική Δημοκρατία δεν τους ζητάει κανένας να συμμετέχουν. Επιπλέον, οι περισσότεροι δεν πιστεύουν ότι είναι ελεύθεροι για κάτι τέτοιο.
Καστοριάδης: Όπως έλεγε ο Ρουσσώ για τους Άγγλους, δεν είναι ελεύθεροι παρά τη μέρα των εκλογών. Άραγε είναι ελεύθεροι ακόμη κι εκείνοι τη μέρα; Τα χαρτιά είναι σημαδεμένα, οι ψευτοεπιλογές είναι προκαθορισμένες από τα κόμματα–και επιπλέον, κενές περιεχομένου. Τι είναι τα «προγράμματα» των πολιτικών κομμάτων σήμερα, στη Γαλλία, την Αγγλία ή αλλού;
Kern: Ίσως οι διαφορές τους να μην είναι πολύ σαφείς. Επ΄ ευκαιρία λοιπόν της σύγχρονης Δημοκρατίας…
Καστοριάδης: Η Δημοκρατία έχει οργανωθεί, έχει συλληφθεί με τέτοιο τρόπο που η συμμετοχή των πολιτών να είναι όντως αδύνατη. Κι ύστερα απ΄ αυτό, οι πολιτικοί έρχονται και κλαίνε για την κρίση της αντιπροσωπευτικότητας. Ιδού τώρα ο κ. Fabius[1] που θρηνεί καθώς ανακαλύπτει τα πασίγνωστα: την ιδιωτικοποίηση των ανθρώπων, την αδιαφορία των πολιτών, το κενό του “προγράμματος” του κόμματος του. Ή εκείνοι οι σοσιαλιστές βουλευτές, που, αφού έχου περιγράψει το κενό της σημερινής “πολιτικής”, συμπεριλαμβανομένης κι εκείνης του κόμματος τους, καταλήγουν καλώντας μας να υποστηρίξουμε με σθένος τη “γραμμή του Προέδρου”. Πάει καιρός που σ΄ αυτή τη χώρα κανείς δε πέθανε από γελοιοποίηση.
Kern: Οι πολίτες πιστεύουν ότι δε μπορούν να κάνουν τίποτα απέναντι σ΄ αυτή την κατάσταση πραγμάτων.
Καστοριάδης: Στα πλαίσια του σημερινού καθεστώτος, πράγματι δε μπορούν να κάνουν τίποτα. Για να μη συμμετέχουν οι άνθρωποι, πρέπει να έχουν τη συνεχώς επαληθευόμενη βεβαιότητα ότι η συμμετοχή τους ή η αποχή τους παίζουν ρόλο. Και τούτο δεν είναι δυνατόν παρά αν πρόκειται να λάβουν μέρος στη λήψη πραγματικών αποφάσεων που επηρεάζουν τη ζωή τους.
Kern: Αυτό όμως δε μπορούν να το κάνουν απομονωμένα άτομα. Μόνο οι συλλογικότητες είναι σε θέση να υποστηρίξουν δράσεις που ανοίγουν το δρόμο για αποφάσεις.
Καστοριάδης: Ασφαλώς. Η συμμετοχή πρέπει να ριζώσει πρώτα σε χώρους όπου οι άνθρωποι οδηγούνται, είτε το θέλουν είτε όχι, στο να συνδεθούν. Οι χώροι αυτοί υπάρχουν, τουλάχιστον τυπικά: είναι οι επιχειρήσεις, οι δημόσιες υπηρεσίες, οι κοινότητες, οι συνοικίες των μεγάλων πόλεων, π.χ..
Kern: Λέτε: τυπικά. Αυτό σημαίνει ότι το πράγμα δεν είναι αυτονόητο.
Καστοριάδης: Ναι. Ο γραφειοκρατικός καπιταλισμός, που διέπει τις επιχειρήσεις και το σύνολο της κοινωνικής ζωής, καθώς και η σφαιρική εξέλιξη της κουλτούρας μας, αυτό που ονομάζω θεσμισμένο κοινωνικό φαντασιακό, τείνουν να καταστρέψουν τους παραδοσιακούς δεσμούς κοινωνικοποίησης και συνδέσμου ή να τους μετατρέψουν σε κενά κελύφη. Οι γραφειοκρατικές–ιεραρχικές δομές καταστρέφουν τις μορφές αλληλεγγύης. Η κουλτούρα ωθεί ξέφρενα προς ιδιωτικοποίηση των ατόμων, που όχι μόνον αδιαφορούν για τις κοινές υποθέσεις, αλλά και βλέπουν τους άλλους σαν αντικείμενα ή σαν δυνητικούς εχθρούς που τους εμποδίζουν να προχωρήσουν μέσα στο γενικό μποτιλιάρισμα. Πέραν τούτου, η εγκαθίδρυση μιας αληθινής Δημοκρατίας απαιτεί πολλά απ΄ όλο τον κόσμο.
Kern: Επειδή βάζει στο παιγνίδι την ατομική αυτονομία…
Καστοριάδης: Υποθέτει την αυτονομία του ατόμου, δηλαδή τη διαύγεια του, το στοχασμό του, την υπευθυνότητα του. Υποθέτει επίσης ότι το άτομο έχει κατανοήσει πως, αντίθετα προς τους φενακισμούς που διαδίδει ο φιλελευθερισμός, η μοίρα του είναι ριζικά αλληλέγγυα με εκείνη όλων των άλλων, ότι ανήκει στον ίδιο πλανήτη με τους όμοιους του και ότι μαζί τους πάει τώρα να τον καταστρέψει.
Kern: Πολλά όμως από τα ερωτήματα που τίθενται στην κοινότητα φαίνονται στον πολίτη σαν αφηρημένα. Καθώς δε μπορεί να τα κατανοήσει, πιστεύει ότι ο αποκλεισμός του από τις αποφάσεις είναι μοιραίος.
Καστοριάδης: Είναι η τεχνικιστική αυταπάτη, η αυταπάτη της ειδημοσύνης. Είναι αναρίθμητες οι παράλογες αποφάσεις που πάρθηκαν εδώ και τριάντα χρόνια από τους ειδήμονες ή που πάρθηκαν με βάση τις γνώμες τους, ξεκινώντας από τα σφαγεία της La Vilette μέχρι τον πυρηνικό υπερεξοπλισμό της EDF[2]. Τώρα έχουμε ή θα έχουμε σε λίγο ειδήμονες ικανούς να τροποποιήσουν το ανθρώπινο γονιδίωμα. Μήπως θα πρέπει να τους αφήσουμε να αποφασίσουν; Οι γνώμες των ειδημόνων σχεδόν πάντα διχάζονται, δεν είναι αυτοί που αποφασίζουν· όταν οι διευθύνοντες θέλουν μια πραγματογνωμοσύνη που να πηγαίνει προς μια ορισμένη κατεύθυνση, βρίσκουν πάντα ειδήμονες για να συντάξουν μια κατάλληλη έκθεση. Δεν πιστεύω ότι σε ένα δημοψήφισμα ο Γαλλικός λαός θα ψήφιζε υπέρ της κατασκευής αεροπλάνων που ανιχνεύουν πετρέλαιο. Πρέπει να είναι κανείς απόφοιτος του πολυτεχνείου και μεγάλος ειδήμονας στα οικονομικά, όπως ο Giscard, για να πιστέψει κάτι τέτοιο. Η τεχνολογική εξέλιξη θα επέτρεπε να τεθεί η ειδημοσύνη στην υπηρεσία της Δημοκρατίας. Θα επέτρεπε την οργάνωση μεγάλων δημόσιων συζητήσεων, στις οποίες οι ειδήμονες, ελεγχόμενοι δημοκρατικά, θα υπέβαλλαν π.χ. Τις πιθανές επιλογές, τα ουσιώδη επιχειρήματα για την καθεμιά, τις αντίστοιχες επιπτώσεις και συνέπειες τους. Έτσι, οι άνθρωποι θα μπορούσαν να αποφασίσουν, εν γνώσει λόγου να πέφτουν πάνω τους, όπως σήμερα, τα αποτελέσματα αποφάσεων που λήφθηκαν εν τη απουσία τους και με τη μέγιστη αδιαφάνεια. Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν μια ριζική αλλαγή ενός μεγάλου αριθμού δομών της κοινωνίας αυτής.
Kern: Αρχίζοντας από το σύστημα της εκπαίδευσης όπου το μόνο που μαθαίνει κανείς ακόμη είναι η υπακοή...
Καστοριάδης: Υπακοή και αναρχία, το ένα ή το άλλο, το ένα και το άλλο, κι αυτό μας παραπέμπει στα ουσιώδη χαρακτηριστικά της κρίσης της δυτικής κουλτούρας. Κάθε υπουργός παράγει μια “μεταρρύθμιση” του εκπαιδευτικού συστήματος, τριβελίζοντας δίχως τελειωμό-και πολύ επιφανειακά-τα προγράμματα. Το σύνολο όλων αυτών των ενεργειών ισούται με μηδέν. Γιατί το εκπαιδευτικό σύστημα αποσυντίθεται; Υπάρχουν τρία θεμελιώδη στοιχεία για τα οποία δε μιλούν ποτέ. Πρώτον, δεν μπορεί να υπάρχει εκπαίδευση αν οι μαθητές δεν ενδιαφέρονται για τη μάθηση καθαυτήν και για το αντικείμενο της. Σήμερα, είναι αδύνατο να δώσουν μια απάντηση στο ερώτημα αυτό. Η μόνη πραγματική απάντηση, που είναι γελοία, συνίσταται στο ότι με το χαρτί σας θα μπορέσετε να βρείτε δουλειά-πράγμα που άλλωστε δεν ισχύει. Το σχολείο γίνεται έτσι ένα είδος κατασκευής πιστοποιητικών επαγγελματικής ικανότητας. Δεύτερον, το ζήτημα των διδασκόντων. Η διδασκαλία δεν είναι ένα επάγγελμα σαν τα άλλα, δεν είναι ένα επάγγελμα για “να βγάλεις το ψωμί σου”. Διδάσκω σημαίνει μαθαίνω στα παιδιά να αγαπούν τη μάθηση ως γεγονός, και γι' αυτό πρέπει να σου αρέσει να διδάσκεις και να αγαπάς τα παιδιά. Τίποτε δε μπορεί να μεταδώσει κανείς αν δεν είναι κυριευμένος από τις δυο αυτές αγάπες, και αν δεν είναι ικανός να εμπνεύσει την αγάπη.
Kern: Ήδη από το σχολείο κατασκευάζεται ένα ανθρώπινο ον, ένας πολίτης. Εκεί μαθαίνει κανείς να καταλαβαίνει, να επιλέγει...
Καστοριάδης: Ασφαλώς, Κι αυτό με οδηγεί στο τρίτο σημείο. Το να επιλέγεις απαιτεί την ικανότητα να προσανατολίζεσαι και να έχεις μια ιεραρχία των αξιών. Που είναι αυτές οι αξίες στη κοινωνία της σήμερον; Άραγε μπορεί να τις βρεις; Σε μια κοινωνία που προβάλλει, στην πραγματικότητα, ως μόνη αξία το χρήμα-και που, ακόμη και σ' αυτό το επίπεδο, είναι ασυνεπής, διότι έχοντας ανάγκη από ειδικούς στην πληροφορική τους οποίους πληρώνει αμέσως μόλις τελειώσουν τις σπουδές τους τριάντα ή σαράντα χιλιάδες φράγκα το μήνα, δίνει δεκαπέντε στους καθηγητές τους; Ποιος θα γίνει καθηγητής μαθηματικών αύριο; Και γιατί ένας δικαστής, που πρόκειται να αποφασίσει για τις υποθέσεις που αφορούν εκατοντάδες εκατομμύρια, να μείνει ακέραιος;
Kern: Αν ακολουθήσουμε σε όλα το αμερικανικό μοντέλο...
Καστοριάδης: Μα το ακολουθούμε: όπως έλεγε ο Marx για την Αγγλία της εποχής του, είναι ο καθρέφτης όπου μπορούμε να δούμε το μέλλον μας. Είναι γνωστή η αξιοθρήνητη κατάσταση του Αμερικανικού εκπαιδευτικού συστήματος στην πρωτοβάθμια και στη δευτεροβάθμια. Αντισταθμίζονταν, εν μέρει, από το πανεπιστημιακό σύστημα. Και τώρα οι στατιστικές δείχνουν ότι τα πανεπιστήμια αυτά με τις θαυμάσιες βιβλιοθήκες τους, τα ονειρεμένα εργαστήρια τους κτλ οφείλουν να στρατολογούν κατά πλειοψηφία ξένους καθηγητές και ξένους φοιτητές υποψήφιους για διδακτορικά και μεταδιδακτορικά διπλώματα. Οι ΗΠΑ δεν καταφέρνουν ούτε καν να αναπαράγουν την πολιτισμική ελίτ τους.
Όλα αυτά για να πούμε ότι η Δημοκρατία είναι ένα ζήτημα που ξεπερνάει την πολιτική. Είναι ένα ζήτημα ολικό. Η κοινωνία κυριαρχείται από ένα τρελό αγώνα δρόμου, που ορίζεται από τους εξής τρεις όρους: τεχνοεπιστήμη, γραφειοκρατία, χρήμα. Αν τίποτε δεν τη σταματήσει, το ζήτημα της Δημοκρατίας θα τίθεται ολοένα και λιγότερο. Η ιδιωτικοποίηση, η αδιαφορία, ο εγωισμός θα είναι παντού-συνοδευμένοι από κάποιες άγριες εκρήξεις των αποκλεισμένων, ολιγάριθμων και ανίκανων να έχουν πολιτική έκφραση.
Kern: Το όνειρο όμως του ελέγχου, της γενικής κυριαρχίας του συστήματος που τρέφουν οι γραφειοκράτες και οι καπιταλιστές δεν πραγματοποιείται!
Καστοριάδης: Σίγουρα. Όσο περισσότερο ακούμε για επιμέρους “τεχνογνωσία” και “δυνατότητα”, τόσο περισσότερο επιβεβαιώνεται μια γενικευμένη απουσία δύναμης. Η κατάσταση δεν κυριαρχείται και δεν ελέγχεται από κανέναν.
Kern: Είναι ίσως η ευκαιρία της ανθρωπότητας, η δική μας ευκαιρία να φτάσουμε σε περισσότερη σύνεση...
Καστοριάδης: Χρειάζεται σύνεση, χρειάζεται όμως και θέληση.
***
[1] Γάλλος σοσιαλιστής Πρωθυπουργός από το 1984 έως το 1986.
[2] Η Επιχείριση Ηλεκτρισμού της Γαλλίας. Η επιχείρηση στηρίζεται κυρίως στην πυρηνική ενέργεια και σήμερα έχει σε λειτουργία 58 πυρηνικούς αντιδραστήρες.
με δικές μου προσθήκες αποσπασμάτων, από το blog isotita.equality
επιπλέον, δείτε από το ίδιο βιβλίο: «Υστερόγραφο στην ασημαντότητα»
Ο σημερινός δυτικός άνθρωπος -συμπεριλαμβανομένου και του νεοέλληνα- είναι ένα άτομο περιορισμένο στην καθαρά ιδιωτική του σφαίρα, ενδιαφέρεται μόνον για το βιοτικό του επίπεδο. Προσπαθεί με τα διάφορα καταναλωτικά «αγαθά» να συγκαλύψει την έλλειψη κάθε νοήματος αναφορικά με τη ζωή και τη θνητότητα του. Χειραγωγείται από τους δήθεν πολιτικούς ή είναι τόσο αποκαρδιωμένος από την πολιτική κατάσταση, ώστε απέχει. Αποχαυνώνεται από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Χαζεύει τα σήριαλ και χάφτει, κατά το μάλλον ή ήττον, αυτά που του σερβίρουν ως «νέα» οι τηλεοπτικοί συνάδελφοι σας. Η σημερινή κοινωνία είναι μια κοινωνία τηλεκατανάλωσης με διπλή έννοια.
Εκείνο που κυρίως καταναλώνουν σήμερα οι άνθρωποι είναι τη-λε-ό-ρα-ση. Και μέσα από την τηλεόραση καταναλώνουν, δι' αντιπροσώπου, τη φαντασίωση μιας ζωής που θα ήταν λεφτά, σεξ, εξουσία και βία. Μπορούν όμως να συνεχίσουν να ζουν μ’ αυτόν τον τρόπο οι άνθρωποι;
Νομίζω ότι αυτό που συμβαίνει σήμερα στη Δύση είναι μια πρεμιέρα στην ιστορία της ανθρωπότητας. Πρώτη φορά, από όσο ξέρω, παρατηρούμε μια κοινωνία χωρίς αξίες, χωρίς νόρμες, χωρίς κατεύθυνση. Ούτε καν στην καπιταλιστική πρόοδο δεν πιστεύει πραγματικά πια κανείς.
προσθήκες:
Ο μαρξισμός (ο κομμουνισμός εμφανιζόταν ως η ενσάρκωση του μαρξισμού) προσέφερε ένα υποκατάστατο της θρησκείας. Μια εγκόσμια θρησκεία στηριγμένη σε μια ψευδο-επιστημονική Αποκάλυψη, υποσχόμενη την πραγματοποίηση της Γης της Επαγγελίας.
Ο Φρόυντ, στο γνωστό του βιβλίο για τη θρησκεία ως αυταπάτη, δίνει έναν πολύ σωστό ορισμό της αυταπάτης. Λέει ότι «η αυταπάτη δεν είναι απλώς μια εσφαλμένη πίστη, αλλά μια εσφαλμένη πίστη που τη στηρίζει μια επιθυμία». Ο άντρας ή η γυναίκα που έχει αυταπάτες για την πίστη τού συντρόφου του, τις έχει, διότι επιθυμεί να πιστεύει ότι ο άλλος τον αγαπάει. Οι περισσότεροι άνθρωποι που, παρά πάσαν λογικήν και αληθοφάνειαν, εξακολουθούσαν να πιστεύουν ότι στη Ρωσία υπήρχε σοσιαλισμός, ήταν κερατάδες που όμως δεν ήθελαν να το παραδεχτούν.
Στο μέτρο που μπορώ να ξέρω κάτι, είναι ότι η πολιτική ζωή του ελληνικού λαού τελειώνει περίπου το 404 π.Χ. […] Μιλώ για την πραγματική πολιτική ζωή του λαού ως αυτόνομου παράγοντα. Δεν μιλώ για μάχες, για αυτοκράτορες, για Μεγαλέξανδρους και Βασίλειους Βουλγαροκτόνους. Μετά τον 5ο π.Χ. αιώνα και την αυτοκυβέρνηση του λαού στις δημοκρατικές πόλεις -και πάντως, μετά τον περίεργο 4ο π.Χ. αιώνα- η ελληνική ελευθερία πεθαίνει.
Τον Νοέμβριο του 1996, ο Κορνήλιος Καστοριάδης δέχτηκε τον δημοσιογράφο Ντανιέλ Μερμέ και συζήτησε μαζί του -με αφορμή το βιβλίο του Η άνοδος της ασημαντότητας (La montee de Γ insigni-Gance., εκδ. Seuil, 1996)- στο πλαίσιο της εκπομπής La-has si j'y suis του δημοσίου ραδιοφωνικού σταθμού France Inter. Μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση. Τον Δεκέμβριο του 1997, η France Inter επανέλαβε την εκπομπή με θλιβερή αφορμή τον θάνατο του. Τις επόμενες ημέρες πολλοί ακροατές τηλεφωνούσαν στον σταθμό και ζητούσαν το «κείμενο της εκπομπής»' το αίτημα τους ικανοποιήθηκε. Αυτή η ραδιοφωνική συζήτηση δημοσιεύτηκε, με μορφή ενιαίου κειμένου, στην Ελευθεροτυπία (20.7.1998) και έναν μήνα αργότερα στη Monde Diplomatique (Αύγουστος 1998), ενώ το φθινόπωρο του ίδιου έτους κυκλοφόρησε σε μια μικρή έκδοση με τίτλο Υστερόγραφο στην ασημαντότητα (Postscriptum sur Γ insignifiance, εκδ. L'Aube, 1998).
Απ' όλα τα χαρακτηριστικά του σύγχρονου κόσμου -κρίσεις, αντιφάσεις, αντιθέσεις, τομές-, εκείνο που με εντυπωσιάζει περισσότερο είναι η ασημαντότητα. Ας πάρουμε τη διαμάχη ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά. Στις ημέρες μας έχει χάσει το νόημα της. 'Οχι επειδή δεν υπάρχει υλικό, για να τροφοδοτηθεί μια πολιτική διαμάχη, και μάλιστα μια πολύ σοβαρή διαμάχη. Αλλά επειδή τόσο η Δεξιά όσο και η Αριστερά, λίγο έως πολύ, λένε τα ίδια πράγματα.
Στη Γαλλία το 1983 οι Σοσιαλιστές ακολούθησαν κάποια πολιτική. Μετά, ήρθε η Δεξιά με τον Μπαλλαντύρ και ακολούθησε την ίδια πολιτική. Μετά, ξανάρθαν οι Σοσιαλιστές με τον Μπερεγκοβουά και συνέχισαν την ίδια πολιτική. Μετά, ξανά η Δεξιά με τον Μπαλλαντύρ και ξανά η ίδια πολιτική. Μετά, ο Σιράκ κέρδισε τις εκλογές λέγοντας «εγώ θα κάνω κάτι άλλο» και, τελικά, έκανε κι αυτός τα ίδια.
Οι πολιτικοί είναι ανίσχυροι. Αυτό είναι βέβαιο. Το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να «πηγαίνουν με το ρεύμα», δηλαδή να εφαρμόζουν μια υπερ-φιλελεύθερη πολιτική, η οποία είναι της μόδας. Κατά τη γνώμη μου, δεν πρόκειται για πολιτικούς αλλά για μικροπολιτικούς που επιδίδονται σε ψηφοθηρία με οποιοδήποτε μέσον, με το marketing, κ.λπ. Ουσιαστικά, αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν κανένα πρόγραμμα. Στόχος τους είναι: είτε η παραμονή τους στην εξουσία, είτε η επιστροφή τους σ' αυτήν. Και για να τον πετύχουν, είναι ικανοί για όλα. Ο Μπιλ Κλίντον, για παράδειγμα, στήριξε την προεκλογική του εκστρατεία αποκλειστικά και μόνον στις μετρήσεις· το επιτελείο του, σε κάθε περίπτωση, θεωρούσε ότι η επικρατούσα γνώμη μιας μέτρησης ταυτίζεται με την κοινή γνώμη...
Οπωσδήποτε, υπάρχει ενδογενής σχέση ανάμεσα στη μηδαμινή πολιτική αυτού του είδους -ουσιαστικά, πρόκειται για το μη γίγνεσθαι της πολιτικής- και στην ασημαντότητα που χαρακτηρίζει τους άλλους τομείς' την ασημαντότητα στις τέχνες, στη φιλοσοφία, στη λογοτεχνία. Είναι το πνεύμα του καιρού μας. Όλα συνεργούν προς αυτήν την κατεύθυνση, προς τα ίδια αποτελέσματα. Όλα οδηγούν στην ασημαντότητα.
Περίεργο επάγγελμα η πολιτική, ακόμη κι αυτή εδώ η μηδαμινή πολιτική. Γιατί; Διότι προϋποθέτει δύο ικανότητες που δεν συνδυάζονται μεταξύ τους.
Η πρώτη ικανότητα είναι η κατάκτηση της εξουσίας (μπορεί να έχει κανείς τις καλύτερες ιδέες, αλλά αυτό δεν χρησιμεύει, εάν δεν έχει κατακτήσει την εξουσία). Η δεύτερη είναι, μετά την κατάκτηση της εξουσίας, να την αξιοποιήσει κανείς, δηλαδή να κυβερνήσει.
Τίποτα όμως δεν εγγυάται ότι κάποιος που είναι ικανός να κυβερνήσει, είναι επίσης ικανός να ανέβει στην εξουσία. Στο παρελθόν, στις απόλυτες μοναρχίες, η άνοδος στην εξουσία προϋπέθετε να κολακεύει κανείς τον βασιλιά ή να είναι ευνοούμενος της Μαντάμ Πομπαντούρ. Σήμερα, στις ψευδο-δημοκρατίες μας, η άνοδος στην εξουσία προϋποθέτει να κολακεύει κανείς την κοινή γνώμη ή να έχει τηλεοπτική φωτογένεια.
Χρησιμοποίησα τον όρο «ψευδο-δημοκρατία», διότι ανέκαθεν πίστευα και πιστεύω ότι η λεγόμενη «αντιπροσωπευτική δημοκρατία» δεν είναι αληθινή δημοκρατία. Οι αντιπρόσωποι της ελάχιστα αντιπροσωπεύουν τους εκλογείς. Κατά κύριο λόγο, αντιπροσωπεύουν τον εαυτό τους, ιδιαίτερα συμφέροντα, λόμπυ, κ.λπ.
Όταν λέμε ότι κάποιος με αντιπροσωπεύει για τέσσερα χρόνια, χωρίς να έχω τη δυνατότητα ανάκλησης του, αυτό σημαίνει ότι απεκδύομαι της κυριαρχίας μου. (Ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ το έχει πολύ καλά διατυπώσει: «οι Άγγλοι νομίζουν ότι είναι ελεύθεροι, επειδή εκλέγουν τους αντιπροσώπους τους κάθε πέντε χρόνια, πλην όμως είναι ελεύθεροι μόνον μία ημέρα κάθε πέντε χρόνια- την ημέρα των εκλογών».) Το πρόβλημα δεν είναι μήπως στις εκλογές γίνει νοθεία και αλλοιωθούν τα αποτελέσματα. Αλλού έγκειται το πρόβλημα. Οι εκλογές είναι υπονομευμένες, διότι οι επιλογές των ψηφοφόρων έχουν καθοριστεί εκ των προτέρων.
Θα σας θυμήσω μια φράση του Αριστοτέλη: «Ποιος είναι πολίτης; Πολίτης είναι ο ικανός να κυβερνήσει και να κυβερνηθεί».
Στη Γαλλία, υπάρχουν τριάντα εκατομμύρια πολίτες. Γιατί δεν είναι ικανοί να κυβερνήσουν; Διότι όλη η πολιτική ζωή στοχεύει ακριβώς στο να μη μαθαίνουν οι πολίτες πώς να κυβερνούν και, τελικά, να εμπιστεύονται στους ειδικούς το έργο της διακυβέρνησης.
Υπάρχει δηλαδή μια αντι-πολιτική εκπαίδευση. Ενώ οι άνθρωποι έπρεπε να αναλαμβάνουν όλων των ειδών τις πολιτικές ευθύνες και να παίρνουν ανάλογες πρωτοβουλίες, τελικά, εθίζονται στο να ακολουθούν και να ψηφίζουν τις πολιτικές επιλογές που άλλοι τους παρουσιάζουν έτοιμες.
Στις νεωτερικές κοινωνίες -ας πούμε από την εποχή της Αμερικανικής και της Γαλλικής Επανάστασης έως περίπου τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο- υπήρχαν φλέγουσες κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις. Αυτούς τους δύο αιώνες τους σημάδεψαν σημαντικοί αγώνες. Τότε, οι άνθρωποι έκαναν διαδηλώσεις. Όμως δεν διαδήλωναν απλώς για μια σιδηροδρομική γραμμή (χωρίς αυτό να είναι περιφρονητέο), αλλά για μεγάλα πολιτικά ιδεώδη. Τότε, οι άνθρωποι έκαναν απεργίες. Όμως δεν απεργούσαν απλώς για τα μικρά συντεχνιακά συμφέροντα τους, αλλά για μεγάλα ζητήματα που αφορούσαν όλους τους μισθωτούς.
Σήμερα, παρατηρείται σαφής υποχώρηση της πολιτικής δραστηριότητας. Όσο οι άνθρωποι εγκαταλείπουν την πολιτική δραστηριότητα και αποσύρονται στην ιδιωτική τους σφαίρα, τόσο οι γραφειοκράτες και οι μικροπολιτικοί προελαύνουν. Και οι τελευταίοι έχουν για δικαιολογία ότι «ο κόσμος δεν κάνει τίποτα... γι' αυτόν τον λόγο αναλαμβάνουμε εμείς πρωτοβουλίες...». Με τη σειρά του ο κόσμος λέει ότι «δεν αξίζει τον κόπο να ανακατευόμαστε... φθάνουν τόσοι που ασχολούνται, στο κάτω- κάτω τι μπορούμε να κάνουμε εμείς;...». Και έτσι δημιουργείται φαύλος κύκλος.
Η υποχώρηση της πολιτικής δραστηριότητας συνδέεται και με την κατάρρευση των μεγάλοι πολιτικών ιδεολογιών, είτε επαναστατικών είτε ρεφορμιστικών, οι οποίες ήθελαν πραγματικά να αλλάξουν την κοινωνία. Για χίλιους δυο λόγους, αυτές οι ιδεολογίες έχασαν το κύρος τους- έπαψαν να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των καιρών, στις προσδοκίες των ανθρώπων, στην κατάσταση της κοινωνίας, στην ιστορική εμπειρία.
Η κατάρρευση του κομμουνισμού και η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης είναι ένα κεφαλαιώδες γεγονός.
Κατονομάστε μου όμως έστω έναν πολιτικό -για να μην πω πολιτικάντη- της Αριστεράς, ο οποίος πράγματι να συλλογίστηκε τι συνέβη και γιατί. Ποιος πολιτικός της Αριστεράς αποκόμισε κάποια διδάγματα από τα γεγονότα αυτά;
Κι όμως η πορεία του κομμουνισμού -η πορεία προς τη θηριωδία, τον ολοκληρωτισμό, τα Γκουλάγκ έως την κατάρρευση- απαιτεί οπωσδήποτε πολύ βαθύ στοχασμό και συναγωγή συμπερασμάτων. Στοχασμό, για το τι ένα κίνημα -που θέλει να αλλάξει την κοινωνία- μπορεί ή δεν μπορεί, πρέπει ή δεν πρέπει, οφείλει ή δεν οφείλει να κάνει. Στην προκειμένη περίπτωση οι κύριοι της Αριστεράς παίρνουν ένα ολοστρόγγυλο μηδέν.
Πώς δημιουργείται, λοιπόν, ο καλός πολίτης; Ποιες ιδιότητες πρέπει να διαθέτει; Πρέπει να έχει γενικές ή ειδικές γνώσεις; Και τελικά, ποιοι πολίτες πρέπει να κυβερνούν; Αυτό το δίλημμα έχει τεθεί από τον Πλάτωνα. Ο Πλάτων έλεγε ότι οι φιλόσοφοι -αυτοί που έχουν γενική θεώρηση των πραγμάτων και είναι πάνω από τους ειδικούς- πρέπει να βασιλεύουν, δηλαδή να κυβερνούν. Η εναλλακτική λύση στις θέσεις του Πλάτωνος είναι η αθηναϊκή δημοκρατία.
Ας πάμε στην Αθήνα του 5ου και 4ου π.Χ. αιώνα. Για τους Αθηναίους εκείνης της εποχής κάθε πολίτης, ανεξαιρέτως κάθε πολίτης, είναι ικανός να κυβερνήσει (θυμίζω ξανά τη διατύπωση του Αριστοτέλη: «πολίτης είναι ο ικανός να κυβερνήσει και να κυβερνηθεί»). Και πώς γίνεται αυτό; Με κλήρωση! Ρίχνουν κλήρο! Γιατί; Διότι πιστεύουν έμπρακτα ότι η πολιτική δεν είναι υπόθεση των ειδικών. Διότι πιστεύουν ότι δεν υπάρχει πολιτική επιστήμη. Υπάρχει μόνον γνώμη -»δόξα» στα αρχαία ελληνικά- περί της πολιτικής. Και θέλω να υπογραμμίσω ότι η ιδέα πως η πολιτική δεν αποτελεί υπόθεση των ειδικών και πως όλες οι γνώμες έχουν ίσην αξία, είναι η μόνη λογική δικαιολόγηση της αρχής της πλειοψηφίας.
Στην αρχαία Αθήνα, λοιπόν, τις πολιτικές αποφάσεις τις παίρνει ο λαός και όχι οι ειδικοί. Υπάρχουν όμως και εξειδικευμένες δραστηριότητες. Οι Αθηναίοι ασφαλώς δεν ήταν τρελοί να νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα... Τι έκαναν, τότε, οι πολίτες της αρχαίας Αθήνας σε σχέση με αυτό το θέμα; Πώς το αντιμετώπισαν; Έκαναν κάτι πάρα πολύ ενδιαφέρον. Δημιούργησαν τις εκλογές. Σωστά ή λάθος, πάντως τις δημιούργησαν. Και αυτό είναι γεγονός ιστορικά τεκμηριωμένο.
Για τις εξειδικευμένες δραστηριότητες και μόνον γι' αυτές -για την κατασκευή ναυπηγείων, για την ανέγερση ναών, για τη διεξαγωγή του πολέμου- χρειάζονται οι ειδικοί! Και αυτούς, τους ειδικούς, οι Αθηναίοι πολίτες τους εκλέγουν! Να ποιο είναι το νόημα των εκλογών. Διότι εκλογές σημαίνει εκλογή των καλυτέρων.
Αλλά πώς μπορεί να επιτευχθεί κάτι τέτοιο; Πώς επιτυγχάνεται η εκλογή των καλυτέρων; Εδώ υπεισέρχεται ο όρος «εκπαίδευση του λαού». Ο λαός καλείται να επιλέξει, να εκλέξει. Οι Αθηναίοι, λοιπόν, εκλέγουν κάποιον για πρώτη φορά. Έστω ότι κάνουν λάθος. Έστω, ότι διαπιστώνουν, για παράδειγμα, πως ο Περικλής είναι ένας θλιβερός στρατηγός. Τι κάνουν σε μιαν τέτοια περίπτωση; Απλούστατα, δεν τον ξαναεκλέγουν ή τον ανακαλούν.
Όμως, προκειμένου να έχει ουσία η γνώμη -η «δόξα»- των πολιτών για τα κοινά, θα πρέπει να έχει καλλιεργηθεί. Αλλά με ποιον τρόπο καλλιεργούν τη «δόξα» τους τη σχετική με τη διακυβέρνηση οι Αθηναίοι πολίτες; Μα βέβαια κυβερνώντας! Ως εκ τούτου, η αθηναϊκή δημοκρατία -και αυτό είναι το σημαντικό αποτελεί μια υπόθεση εκπαίδευσης και αγωγής των πολιτών. (Αυτή η καίριας σημασίας διάσταση, καθώς όλοι γνωρίζουμε, λείπει εντελώς σήμερα.)
Πρόσφατα, ένα γαλλικό περιοδικό δημοσίευσε τα αποτελέσματα μιας έρευνας, σύμφωνα με την οποία το 60% των βουλευτών στη Γαλλία ομολογούν ότι δεν έχουν ιδέα από οικονομία! Πρόκειται για τους βουλευτές, που αποφασίζουν να αυξηθούν ή να μειωθούν οι φόροι, που αποφασίζουν συνεχώς, ενώ δεν έχουν ιδέα από οικονομία... Τελικά, οι βουλευτές, όπως και οι υπουργοί, είναι υπόδουλοι των τεχνικών συμβούλων τους. Συμβουλεύονται τους δικούς τους ειδικούς, πλην όμως έχουν και οι ίδιοι προκαταλήψεις ή προτιμήσεις.
Εάν παρακολουθήσετε από κοντά τη λειτουργία μιας κυβέρνησης ή ενός μεγάλου γραφειοκρατικού μηχανισμού, θα διαπιστώσετε ότι οι κυβερνώντες και οι υπεύθυνοι εμπιστεύονται τους ειδικούς. Ωστόσο, επιλέγουν πάντα εκείνους τους ειδικούς που συμμερίζονται τις δικές τους απόψεις. Πάντα βρίσκεται ένας οικονομολόγος που θα πει «ναι, κύριε υπουργέ, όπως το λέτε πρέπει να γίνει». Πάντα βρίσκεται ένας ειδικός για θέματα στρατιωτικά που θα πει «ναι, χρειάζεται πυρηνικός εξοπλισμός» ή «όχι, δεν χρειάζεται πυρηνικός εξοπλισμός» και ούτω καθεξής... Πρόκειται για ένα εντελώς ανόητο παιχνίδι, πλην όμως έτσι κυβερνόμαστε σήμερα.
Επανέρχομαι στο δίλημμα: «ο πολίτης πρέπει να έχει γενικές ή ειδικές γνώσεις;». Η δική μου απάντηση: πρώτον, οι ειδικοί στην υπηρεσία των πολιτών και όχι στην υπηρεσία κάποιων πολιτικών δεύτερον, οι πολίτες κυβερνώντας μαθαίνουν να κυβερνούν... Αλλά, για να είναι σε θέση οι άνθρωποι να ασχοληθούν με τα κοινά, θα πρέπει να έχουν λάβει την ανάλογη παιδεία. Όμως, η σύγχρονη παιδεία δεν έχει απολύτως καμία σχέση με αυτό το αίτημα. Στο σχολείο, ουσιαστικά, παίρνουμε εξειδικευμένες γνώσεις.
Το σχολείο θα έπρεπε να είναι ιδιαιτέρως στραμμένο στα κοινά. Στο σχολείο θα έπρεπε να αναλύεται σε βάθος κάθε τι που αφορά τους οικονομικούς, τους κοινωνικούς και τους πολιτικούς μηχανισμούς. Θα έπρεπε να υπάρχουν μαθήματα πραγματικής ανατομίας της σύγχρονης κοινωνίας. Αλλά τι λέω τώρα... Εδώ τα σχολεία είναι ανίκανα να διδάξουν ακόμη και Ιστορία.
Τα παιδιά βαριούνται στο μάθημα της Ιστορίας, ένα μάθημα που θα έπρεπε να είναι συναρπαστικό.
Πολλά πράγματα πρέπει να αλλάξουν, εάν θέλουμε να μιλήσουμε για αληθινή εκπαιδευτική δραστηριότητα στο πολιτικό πεδίο. Κάτι τέτοιο, προϋποθέτει αλλαγή των θεσμών. Προϋποθέτει νέους θεσμούς που να επιτρέπουν -και όχι να αποτρέπουν, όπως οι σήμερον ισχύοντες- την ενεργό συμμετοχή των πολιτών στα κοινά.
Ας εξετάσουμε, τώρα, για λίγο, τη σχέση του ανθρώπου με τη γνώση και με την πίστη. Στον 20ό αιώνα γνωρίσαμε την άκρατη κυριαρχία της ιδεολογίας -της ιδεολογικής πίστης- με την αυστηρή έννοια και, θα έλεγα, με την κακή έννοια του όρου. Ας πάρουμε ένα παράδειγμα από τη δεκαετία του '70.
Ας πάρουμε τις μαοϊκές ομάδες. Το πρόβλημα με τους μαοϊκούς δεν έγκειται στην άγνοια τους για το τι πραγματικά συνέβαινε στην Κίνα. Οι μαοϊκοί, είτε είχαν μυηθεί στο δόγμα από τους καθοδηγητές τους, είτε το είχαν δεχτεί από μόνοι τους χωρίς την παρεμβολή τρίτων. Το πρόβλημα λοιπόν βρίσκεται στο ότι οι ίδιοι -με τον ένα ή τον άλλο τρόπο- αποδέχτηκαν μιαν τέτοιου τύπου χειραγώγηση. Γιατί; Για ποιον λόγο; Διότι ήταν ανάγκη να είναι χειραγωγημένοι. Διότι είχαν ανάγκη να πιστεύουν. Και αυτό ακριβώς το θέμα ήταν ανέκαθεν η μεγάλη πληγή του επαναστατικού κινήματος.
Η γνώση και η πίστη. Ο Αριστοτέλης, στον οποίο συνεχώς αναφέρομαι και για τον οποίο έχω απέραντο σεβασμό, έχει πει κάτι - δεν μπορώ να πω ότι είναι ανοησία, δεδομένου ότι πρόκειται για τον Αριστοτέλη, που δεν είναι σωστό: «ο άνθρωπος είναι ζώον, το οποίο επιθυμεί τη γνώση». Δεν συμφωνώ.
Από την πλευρά μου υποστηρίζω ότι ο άνθρωπος δεν είναι ζώον, το οποίο επιθυμεί τη γνώση, αλλά ζώον το οποίο επιθυμεί την πίστη και, ακριβέστερα, τη βεβαιότητα μιας πίστης' εξ ου η μεγάλη δύναμη των θρησκειών, εξ ου η μεγάλη δύναμη των πολιτικών ιδεολογιών.
Στο ξεκίνημα του, το εργατικό κίνημα χαρακτηριζόταν από έντονα κριτική στάση. Θυμηθείτε τους δύο πρώτους στίχους από το δεύτερο κουπλέ της Διεθνούς, που εξ άλλου είναι ο ύμνος της Κομμούνας: «δεν υπάρχει υπέρτατος Σωτήρας ούτε Θεός» (άρα, εξοβελίζεται η θρησκεία), «δεν υπάρχει Καίσαρ ούτε Αρχηγός» (άρα, έξω κι ο Λένιν)! Είδαμε όμως τι επακολούθησε ... Είδαμε πού οδήγησε η ανάγκη για πίστη...
Άραγε, μετά από όλα όσα έχουν συμβεί, γίναμε σήμερα τουλάχιστον λίγο πιο σοφοί; Νομίζω ότι η εξέλιξη στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης καθώς και η εξέλιξη γενικώς της κοινωνίας έχουν συμβάλει, ώστε να αποκτήσουν οι άνθρωποι κάπως πιο κριτική διάθεση.
Βέβαια, η ανάγκη για πίστη παραμένει. Υπάρχει πάντα ένα ποσοστό που διακαώς αναζητεί την πίστη' μιαν πίστη. Έτσι, βλέπουμε σε άλλες χώρες -όχι τόσο στη Γαλλία- φαινόμενα και, κινήματα, όπως η σαϊεντολογία, οι διάφορες σέχτες, ο φονταμενταλισμός. Χωρίς αμφιβολία, σήμερα, η στάση των ανθρώπων είναι πιο κριτική και πιο σκεπτικιστική από ό,τι ήταν στο παρελθόν. Είναι όμως μια στάση που αναστέλλει τη δράση.
Στο σημείο αυτό θα θυμίσω ότι ο Περικλής στον Επιτάφιο λέει στους Αθηναίους πως μόνον αυτοί έχουν κατορθώσει, ώστε η σκέψη τους να μην αναστέλλει τη δράση τους! Καταπληκτικό! Και προσθέτει: «εις τους άλλους, αντιθέτως, η μεν αμάθεια γεννά θράσος, η δε σκέψις ενδοιασμόν».1
Τις τελευταίες δεκαετίες διανύουμε μιαν περίοδο κατάργησης των φραγμών και των ορίων σε όλους τους τομείς. Αυτό συνεπάγεται την επιθυμία του απεριόριστου. Πρόκειται για μια μορφή απελευθέρωσης, που υπό μιαν έννοια αποτελεί μεγάλη κατάκτηση.
Πρέπει όμως επίσης να μάθουμε -και αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία- να αυτοπεριοριζόμαστε, τόσο ως άτομα όσο και ως σύνολο. Η καπιταλιστική κοινωνία σήμερα είναι μια κοινωνία που από κάθε άποψη οδεύει προς την καταστροφή της' μια κοινωνία ανίκανη να αυτοπεριοριστεί. Όμως μια πραγματικά ελεύθερη κοινωνία, μια κοινωνία αυτόνομη, πρέπει να ξέρει να αυτοπεριορίζεται.
Ο αυτοπεριορισμός ισοδυναμεί με απαγόρευση, θα υποστηρίξουν ορισμένοι. Όχι. Δεν εννοώ απαγόρευση με την έννοια της καταστολής.
Εννοώ, να ξέρουμε ότι υπάρχουν πράγματα που δεν πρέπει να τα επιθυμούμε ή που δεν πρέπει να τα κάνουμε. Παράδειγμα, το περιβάλλον. Καταστρέφουμε τον πλανήτη, στον οποίο ζούμε.
Σκέφτομαι τα θαύματα: το Αιγαίο Πέλαγος, τις χιονισμένες οροσειρές, την «όψη» του Ειρηνικού ωκεανού από μια γωνιά της Αυστραλίας, το Μπαλί, τις Ινδίες, την επαρχία της Γαλλίας που την ερημώνουμε. Όσα θαύματα, τόσες καταστροφές. Καταστρέφουμε τον πλανήτη, ενώ θα έπρεπε να είμαστε οι κηπουροί του. Θα έπρεπε να τον θεραπεύουμε, δηλαδή να τον καλλιεργούμε και να τον φροντίζουμε έτσι όπως είναι.
Μια τέτοια δραστηριότητα θα έπρεπε να αποτελεί βάση και προσανατολισμό της ζωής μας. Αλλά αυτή είναι πολύ δύσκολη αποστολή.
Προφανώς όμως όλα τα παραπάνω δεν έχουν σχέση ούτε με το σημερινό σύστημα, ούτε με το σημερινό κυρίαρχο φαντασιακό. Το φαντασιακό της εποχής μας είναι το φαντασιακό της απεριόριστης επέκτασης και της συσσώρευσης άχρηστων πραγμάτων... Δηλαδή; Δηλαδή, μια τηλεόραση σε κάθε δωμάτιο, ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής σε κάθε δωμάτιο και ούτω καθεξής. Σ' αυτό το φαντασιακό στηρίζεται το σύστημα. Και είναι αυτό ακριβώς που πρέπει να καταστραφεί.
Τι θα μπορούσε λοιπόν να προτείνει κανείς για τη σημερινή κατάσταση, δεδομένου ότι είναι πολύ εύκολο να παρασυρθούμε, να αφεθούμε; (Ως γνωστόν, ο άνθρωπος είναι ζώον οκνηρόν.) θα καταφύγω και πάλι στους αρχαίους. Υπάρχει μια υπέροχη φράση του Θουκυδίδη: «πρέπει να διαλέξουμε ανάμεσα στην οκνηρία και την ελευθερία»! Αλλά και ο Περικλής, εάν δεν κάνω λάθος, έλεγε στους Αθηναίους: «εάν θέλετε να είστε ελεύθεροι, πρέπει να εργάζεστε»!
Η ελευθερία είναι δραστηριότητα. Μια δραστηριότητα, η οποία ξέρει τα όρια της, ξέρει να αυτοπεριορίζεται. Η ελευθερία γνωρίζει ότι όλα μπορεί να τα κάνει, αλλά επίσης γνωρίζει ότι δεν πρέπει να τα κάνει όλα. Αυτό είναι, για μένα, το μεγάλο πρόβλημα της δημοκρατίας και του ατομικισμού.
Δεκέμβρης 2008, το μόνο που έχει μείνει όρθιο από τη λύσσα εκείνου του φοβερού μήνα...
Μετά το πέρασμα των εξεγερμένων του δεκέμβρη, οι κατεστραμμένες τζαμαρίες του Ιανού έχουν καλυφθεί από μαύρες σακούλες. Το μόνο που έμεινε ανέπαφο, η μορφή του μεγάλου στοχαστή...
Μετά το πέρασμα των εξεγερμένων του δεκέμβρη, οι κατεστραμμένες τζαμαρίες του Ιανού έχουν καλυφθεί από μαύρες σακούλες. Το μόνο που έμεινε ανέπαφο, η μορφή του μεγάλου στοχαστή...
«Χρειάζεται, λοιπόν, να το πούμε καθαρά και ξάστερα: για μας η επανάσταση δεν έχει σχέση ούτε με την κατάληψη της κρατικής εξουσίας μέσω ενός καλά οργανωμένου μυστικού σχεδίου, ούτε και με τις φωτιές και τα ποτάμια αίματος που ενδεχομένως να φαντασιώνονται ορισμένοι αναρχικοί ή αριστεριστές. Η επανάσταση διακρίνεται από το πραξικόπημα και από τη συνακόλουθη άσκηση κατασταλτικής βίας, καθώς δεν αποτελεί προσπάθεια εγκαθίδρυσης μιας νέας μορφής κυριαρχίας που, ως τέτοια, θα είχε ανάγκη να εκκαθαρίσει τους πολιτικούς της αντιπάλους, μέσω της δημιουργίας ενός παντοδύναμου Κράτους. Για μας, η επανάσταση είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Είναι η ρητή και διαυγασμένη αλλαγή των θεσμών μιας κοινωνίας, όσων θεσμών φυσικά εξαρτώνται από ρητή θέσμιση, με τη συλλογική δράση αυτής της κοινωνίας ή του μεγαλύτερου μέρους της. Η ενδεχόμενη βία κατά ανθρώπων, δεν είναι κατ' ανάγκην εγγενές στοιχείο της επανάστασης, αλλά υπάρχουν φορές που εκδιπλώνεται ως πράξη άμυνας απέναντι στη στάση των υπερασπιστών του εκάστοτε καθεστώτος.
Όποιος ταυτίζει την κοινωνική επανάσταση με το πραξικόπημα μιας μικρής ομάδας, απλώς αποδεικνύει ότι δε μπορεί να σκεφτεί τη ριζοσπαστική κοινωνική αλλαγή παρά ως μια κινητοποίηση καθοδηγούμενη από μια γραφειοκρατία που ενεργεί δήθεν στο όνομα της κοινωνίας. Η αυτόνομη δραστηριότητα των καθημερινών ανθρώπων, της ίδιας της κοινωνίας, που αποτελεί τον πυρήνα και τη βαθύτερη σημασία κάθε επανάστασης, ουσιαστικά εξαφανίζεται μέσα στα πλαίσια ενός τρόπου σκέψης που θεωρεί ότι η «δημοκρατία» είναι το πολίτευμα όπου μας κυβερνούν οι διάφοροι γραφειοκράτες τους οποίους -εντελώς καταχρηστικά- ονομάζουμε πολιτικούς»
(απόσπασμα από το editorial του 6ου τεύχος του περιοδικού «Μάγμα» που εκδίδεται από την πολιτική ομάδα «Αυτονομία ή Βαρβαρότητα», σελ. 18-19 - δικές μου υπογραμμίσεις)
Όλα συνεχίζονται...
Περί αντικαπιταλιστικού διαφωτισμού ή διαφωτισμού της αυτονομίας
Published 26.9.10 in Αναλύσεις , Αποανάπτυξη , Αυτονομία , δημοκρατία by Zed
Τον τελευταίο καιρό έχει -επιτέλους- διευρυνθεί η κουβέντα περί του αντικαπιταλιστικού διαφωτισμού σε διάφορες συζητήσεις στον αντιεξουσιαστικό (και όχι μόνο) χώρο. Προσωπικά, προτιμώ να προχωρήσω την -κατά Καμύ- εξεγερσιακή άρνηση και ψάχνω την κατάφαση και την πρόταση στο σήμερα. Θεωρώ, βέβαια, την άρνηση της οποίας φορέας είναι η κάθε εξέγερση το πιο υγιές στοιχείο στην σημερινή κοινωνία, όμως η τελευταία πρέπει να είναι το σπέρμα που θα γονιμοποιήσει κάτι νέο, ριζικά διαφορετικό απ' όλα τα προηγούμενα. Έτσι, επιδιώκοντας να προχωρήσω στην κατάφαση, στο πρόταγμα, σε κάτι νέο, θα ονόμαζα την όλη διαδικασία «διαφωτισμό της αυτονομίας».
Κατ' αυτόν, η άρνηση του καπιταλισμού, που δε μπορεί παρά να είναι άρνηση του εμπορεύματος, δεν έχει γίνει πράξη έως σήμερα. Οι μεγάλοι έως τώρα αγώνες διεξάγονται διεκδικώντας περισσότερα χρήματα, μεγαλύτερη άνεση, κομφορμισμό, ελευθερία στην αγορά σκουπιδοπροϊόντων*. Έτσι, έρχεται η κυριαρχία, η οικονομική ολιγαρχία δηλαδή, να εντείνει αυτό που διαμορφώνεται σαν κοινωνικό φαντασιακό, μιας και την βολεύει αφάνταστα για τη διαιώνιση της ύπαρξης της στην εξουσία. Θεσμίζει την ελεύθερη αγορά, δηλαδή τον καπιταλισμό στην οποιαδήποτε του εκδοχή με αποκορύφωμα τον σημερινό νεοφιλελευθερισμό. Όλα αυτά τα λέω, γιατί με διέπει η παραδοχή ότι οι κοινωνίες αυτοθεσμίζονται υπόρρητα, και ότι η επανάσταση θα ήταν η συνειδητή κοινωνική αυτοθέσμιση. Επί της ουσίας δηλαδή, επισημαίνω ότι (επειδή οι κοινωνίες αυτοθεσμίζονται), η καπιταλιστική θέσμιση είναι απόρροια της κοινωνικής επιθυμίας για ελευθερία αγοράς σκουπιδοπροϊόντων.
Το ζήτημα για εμάς σήμερα, δεν είναι μια διεκδίκηση μεγαλύτερου μισθού και μισθωτής σκλαβιάς. Το ζήτημα μας σήμερα πρέπει να είναι ένας ριζικά διαφορετικός τρόπος θέσμισης που θα τον επιλέγει συνειδητά η κοινωνία μέσω (άμεσης) δημοκρατίας και ισότητας κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να μας ενδιαφέρει το οικονομίστικο πρόταγμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης και του πλουτισμού. Αυτό, διαμορφώθηκε σε έναν μικρό βαθμό από το καπιταλιστικό φαντασιακό, αλλά έφτασε να αποτελεί κυρίαρχο θέμα παραδόξως από τον μαρξισμό. Όλες οι διεκδικήσεις έφτασαν να έχουν οικονομικές επιδιώξεις, ταξικά χαρακτηριστικά και οικονομισμό, αγνοώντας παντελώς ένα σωρό από άλλες παραμέτρους θεμελιώδεις (σε αντίθεση με την σημασία που έχει η οικονομία για μια φυσιολογική κοινωνία), όπως η οικολογία, η ποιότητα ζωής, παιδείας, υγείας, αλληλεγγύης, συλλογικοποίησης κ.ο.κ. Κι έτσι τελικά γίναμε ένας οικονομίστικος κόσμος στον οποίον όλα εξαρτώνται από το χρήμα.
Επί της ουσίας, θέλω να πω ότι ο διαφωτισμός της αυτονομίας ή αλλιώς αντικαπιταλιστικός διαφωτισμός θα έρθει όταν θα αφήσουμε πίσω την αξιακή θέση που κατέχει σήμερα το χρήμα και θα το δούμε ως απλό εργαλείο συναλλαγών. Όταν αυτό, θα πάψει να αποτελεί εμπόρευμα, δεν θα πωλείται, δεν θα αγοράζεται, αλλά θα αποτελεί το μέσο για τις συναλλαγές των απλών αγαθών που χρειαζόμαστε («να γυρίσουμε στα απλά»). Είναι -τουλάχιστον- υπερβολική η μανία του αναρχικού χώρου να αρνείται την εργαλειακή χρήση που μπορεί να έχει το χρήμα όταν δεν είναι εμπόρευμα. Δε χρειάζεται να υποκρινόμαστε, αφού όλοι αγοράζουμε υλικά πρώτης ανάγκης (ενίοτε και πολλά περιττά αγαθά). Ό,τι μας χρειάζεται μπορεί και πρέπει να μπει μέσα στους χώρους της ελευθερίας, στις καταλήψεις, στα αυτοδιαχειριζόμενα στέκια, στους κοινωνικούς χώρους, στις κολλεκτίβες. Δεν νομίζω ότι το χρήμα είναι το πρόβλημα. Αλλά η σημερινή του θέση στην κοινωνία μας.
Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα κουβέντα περί όλων αυτών έγινε στην ομιλία του Ν. Σκυφτούλη στο φεστιβάλ της άμεσης δημοκρατίας στη Θεσσαλονίκη.
Όλα αυτά, θέλω να τα σφραγίσω με μια παράθεση από το βιβλίο του Κορνήλιου Καστοριάδη «Το επαναστατικό πρόβλημα σήμερα», που πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσετε. Την αφορμή μου την έδωσε το blog «ΙΣΟΤΗΤΑ . EQUALITY».
«…Ο οικονομικος ανταγωνισμος μεσα στην κοινωνια υπαρχει επειδη, και εχει σαν προϋποθεση το οτι, οι κοινωνικοι θεσμοι αντικειμενικα επιτρεπουν την οικονομικη ανισοτητα· και το καθιερωμενο συστημα αξιων αξιολογει θετικα αυτους που ‘‘εχουν’’ ή ‘‘κερδιζουν’’, και αρνητικα τους αλλους.
Αισθανεστε εσεις μειωμενος ή κατωτερος επειδη εχετε μονο μια συζυγο και οχι τεσσερεις; Αν ζουσαμε σε μουσουλμανικη χωρα, ισως να αισθανοσασταν [κατωτεροτητα]… Υπηρξε μια εποχη, οχι και τοσο μακρινη, που πολλοι ανθρωποι μπορουσαν να σκοτωσουν ή να κανουν οποιαδηποτε ατιμια για να τους δωσει ο βασιλιας τιτλο ευγενειας. Εμεις σημερα θα γελουσαμε με αυτην την ιδεα… Δεν γελαμε ομως, οταν καποιος ειναι ετοιμος να σκοτωσει ή να κανει οποιαδηποτε βρωμια για να κερδισει μερικα εκατομμυρια.
Εκεινο που χρειαζεται ειναι να γινει η ιδεα: ‘‘εγω κερδιζω περισσοτερα απο σενα’’ τοσο γελοια οσο και η ιδεα ‘‘εγω ειμαι καλυτερος απο σενα, γιατι η προγιαγια μου κοιμηθηκε με το βασιλια, που εκανε τον προπαπο μου βαρωνο.’’ (…)
Η εξισωση ολων των εισοδηματων ειναι… ενα απο τα πρωτα μετρα που πρεπει να παρουν τα εργατικα ή αλλα συμβουλια… Αυτο το μετρο δεν ειναι μακρινο αποτελεσμα, αλλα αρχικο μεσον για να καταργηθει, να κοπει συρριζα η ‘‘οικονομικη’’ ή ‘‘οικονομιστικη’’ νοοτροπια― αυτη που μας κανει να θελουμε να παρουμε περισσοτερα απο τους αλλους ή να θελουμε να παρουμε την ταδε θεση για να παρουμε περισσοτερα απο τους αλλους .(…)
Ειναι αναγκη να καταστραφει η οικονομικη νοοτροπια και ολο το συστημα ψυχικων κινητρων και ‘‘αξιων’’ που ειναι συνυφασμενο μαζι της. Αυτο το συστημα το δημιουργησε και το επεβαλε ο καπιταλισμος― και ο μαρξισμος το εγκολπωθηκε τελικα περιπου αμεταβλητο.
Το κεντρικο του σημειο ειναι η ιδεα οτι ο σκοπος της κοινωνικης ζωης ειναι η απεριοριστη αναπτυξη των παραγωγικων δυναμεων, του ‘‘εθνικου προϊοντος’’ και του ‘‘εθνικου πλουτου’’. Αυτη η απεριοριστη αναπτυξη εχει γινει το ‘‘φετιχ’’ της συγχρονης κοινωνιας― ειτε σαν απολυτος σκοπος, ειτε σαν το απολυτο μεσο για να φτασουμε στην απελευθερωση του ανθρωπου (αυτη ειναι η μαρξιστικη παραλλαγη).» [Το επαναστατικο προβλημα σημερα/ Υψιλον/ σελ. 25-27]
«(…) Ο καπιταλισμος δεν ειναι απλως η ατελειωτη συσσωρευση για τη συσσωρευση, η συνεχης επανασταση της παραγωγης, του εμποριου, του χρηματος και της καταναλωσης. Ενσαρκωνει μια καινουρια κοινωνικη φαντασιακη σημασια: την απεριοριστη επεκταση της ‘‘ορθολογικης κυριαρχιας’’. (…)
Τιποτα δεν πρεπει να αποτελει εμποδιο στην πορεια της μεγιστοποιησης: ουτε η ‘‘φυση’’ (του κοσμου και του ανθρωπου), ουτε η παραδοση, ουτε αλλες ‘‘αξιες’’. Τα παντα καλουνται ενωπιον του δικαστηριου του (παραγωγικου) Λογου και πρεπει να αποδειξουν το δικαιωμα υπαρξεως τους βασει του κριτηριου της απεριοριστης επεκτασης της ‘‘ορθολογικης κυριαρχιας’’. Ο καπιταλισμος γινεται συνεπως μια διηνεκης κινηση μιας αυτο-ανα-θεσμισης θεωρουμενης ως ορθολογικης αλλα ουσιαστικα τυφλης, με την ανευ περιορισμου χρηση μεσων (ψευδο)ορθολογικων προς επιτευξιν ενος μονον (ψευδο)ορθολογικου σκοπου.» [Η εποχη του γενικευμενου κομφορμισμου/ Ο Θρυμματισμενος Κοσμος/Υψιλον/ σελ.18-19]
* Χαρακτηρίζω ως σκουπιδοπροϊόντα όλα όσα έχουν μπει στη ζωή μας στα πλαίσια της (υπερ)καταναλωτικής κοινωνίας και της διαρκούς ανάπτυξης. Τα κρίνω εντελώς περιττά έως επικίνδυνα για τη βιωσιμότητα του πλανήτη μας. Το ζήτημα της ανάπτυξης, βέβαια, είναι μια μεγάλη κουβέντα, όμως πρέπει να τονιστεί ότι η διαρκής ανάπτυξη που επιθυμεί η καπιταλιστική δύση (και η καπιταλιστική Κίνα επίσης) δεν μπορεί να διαιωνιστεί για πάντα πολύ απλά γιατί το περιβάλλον δεν προλαβαίνει να ανακυκλώσει όσα προσφέρει στον άνθρωπο για τη δημιουργία των σκουπιδοπροϊόντων που υποδουλώνουν. Το χειρότερο όλων είναι ότι σε ενδεχόμενο που όλη η παγκόσμια κοινότητα επιθυμούσε να ζήσει με τους ρυθμούς της Δύσης, ο πλανήτης θα κατέρρεε μέσα σε λίγες μέρες. Φυσικά, κάτι τέτοιο συμβαίνει και τώρα και την αναγκαία οικολογική στροφή που είναι επιβεβλημένη, την κάνουν πάλι με όρους εμπορευματοποίησης και με το όνομα «πράσινη ανάπτυξη». Πράσινα άλογα...
Μια προσπάθεια επεξήγησης του προτάγματος της αυτονομίας, ταυτότητα της πολιτικής ομάδας "Αυτονομία ή Βαρβαρότητα".
Ποιοι είμαστε και για τι αγωνιζόμαστε
Η επαναστατική πολιτική ομάδα Αυτονομία ή Βαρβαρότητα από την ίδρυση της, το φθινόπωρο του 2004, εργάζεται για την υπεράσπιση και τη διάδοση του προτάγματος της ατομικής και κοινωνικής αυτονομίας. Στα πλαίσια της ετερόνομης κοινωνίας όπου ζούμε το πολιτικό πράττειν εξαντλείται στην προσπάθεια δημοσιοποίησης των ιδεών και των απόψεών μας, οι οποίες στοχεύουν στην ανατροπή του υπάρχοντος καθεστώτος και στην εγκαθίδρυση μιας αυτόνομης και δημοκρατικής κοινωνίας. Μιας κοινωνίας δηλαδή όπου οι αποφάσεις θα παίρνονται από τα δημοκρατικά όργανα εξουσίας, δίχως γραφειοκρατία και πολιτική αντιπροσώπευση, και της οποίας οι θεσμοί θα προωθούν το σπάσιμο των ταμπού και την απελευθέρωση της ριζικής φαντασίας των ανθρώπων σε όλους τους τομείς. Πρόκειται για μια κοινωνία βασισμένη στις αρχές του ανθρωπισμού, της ισότητας και της δικαιοσύνης, για μια κοινωνία η οποία πραγματώνει στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό την ελευθερία και τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Στο παρακάτω κείμενο συμπυκνώνουμε, όσο μπορούμε, τις βασικές ιδέες της ομάδας μας, τόσο σε ό,τι αφορά στο είδος της κοινωνίας υπέρ της οποίας αγωνιζόμαστε, όσο και σε ό,τι αφορά στον τρόπο με τον οποίο αναλύουμε τη σύγχρονη κοινωνική κατάσταση. Ξεκινάμε από αυτό που «κανονικά» θα έπρεπε να μπει δεύτερο, από το κομμάτι δηλαδή το σχετικό με τη σκιαγράφηση μιας αυτόνομης κοινωνίας, επειδή θεωρούμε ότι η ανάλυση της σύγχρονης κατάστασης που κάνουμε εξαρτάται ακριβώς από τις βασικές ιδέες του προτάγματος μας. Ναι μεν ισχύει και το αντίστροφο, αλλά μόνο εν μέρει: ό,τι είδους κοινωνία και να είχαμε να αντιμετωπίσουμε, οι γενικές γραμμές του προτάγματός μας θα παρέμεναν πάντοτε οι ίδιες. Για εμάς –σε αντίθεση με ό,τι έγραφε κατά τη δεκαετία του ’60 ο Καστοριάδης[1]- δεν έχει πλέον σημασία το αν οι ιδέες μας βρίσκουν κάποιο αντικειμενικό σύστοιχο στη συμπεριφορά των ανθρώπων γύρω μας. Η κοινωνιολογική συνθήκη εντός της οποίας κάτι τέτοιο ήταν δυνατό και ευκταίο –η κατάσταση εν ολίγοις εντός της οποίας έγραφε ο Καστοριάδης τις φράσεις της προηγούμενης παραπομπής- έχει προ πολλού αλλάξει (βλ. το κομμάτι «Τι είναι βαρβαρότητα;»).
Στις μέρες μας, όπου η κυριαρχεί η μαζική απάθεια κι η ιδιωτικοποίηση, ο μόνος παράγων που επιτρέπει στις ιδέες μας να αποτελούν κομμάτι ενός συνεκτικού πολιτικού προτάγματος κι όχι απλώς προσωπική μας εμμονή ή όψεις κάποιας ανεφάρμοστης ουτοπίας είναι η αντικειμενική κατάσταση και τα προβλήματα στα οποία οδηγεί η αποσύνθεση της σημερινής κοινωνίας· προβλήματα τα οποία δεν μπορούν να λυθούν παρά μόνο διά της πολιτικής και γενικώς δημιουργικής κινητοποίησης των σύγχρονων ανθρώπων. Αυτό που, ως επαναστάτες, καλούμαστε σήμερα να κάνουμε είναι να δούμε τον κόσμο γύρω μας με νηφαλιότητα και γενναιότητα και να προσπαθήσουμε να βρούμε οδούς διεξόδου από τον σύγχρονο βούρκο. Η περιγραφή του προτάγματος μας είναι ένα πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.
Τι είναι αυτονομία
Δηλώνοντας την ακράδαντη και βαθιά μας πίστη στη δημιουργική ικανότητα των ανθρώπινων μαζών, όπως επίσης και την εμπιστοσύνη μας προς το ανθρώπινο ον, το οποίο, αν το επιλέξει, είναι ικανό να μεγαλουργεί, απέχουμε συνειδητά από κάθε προσπάθεια να περιχαράξουμε εκ των προτέρων το πώς θα είναι μια αυτόνομη κοινωνία. Το θεωρούμε υποτιμητικό εξάλλου προς τους συνανθρώπους μας να βγούμε και να τους πούμε τι πρέπει να κάνουν –αυτό είναι το θεμελιώδες γνώρισμα του (π)ηθικισμού, όχι της αυτονομίας. Αυτές οι παρατηρήσεις είναι αναγκαίες, γιατί μας επιτρέπουν να θέσουμε το πρόβλημα στις σωστές του βάσεις: ενώ απ’ τη μια πλευρά οφείλουμε με κάθε τρόπο να υποστηρίζουμε το πρόταγμα μας και την εγγενή σε αυτό βλέψη περί του είδους της κοινωνίας προς το οποίο αποσκοπεί, από την άλλη είμαστε υποχρεωμένοι να αναγνωρίζουμε τη δημιουργική ακαθοριστία του κοινωνικοϊστορικού πεδίου και να μην προσπαθούμε σε καμία περίπτωση να καθορίσουμε εκ των προτέρων τι πρέπει να γίνει. Οφείλουμε δηλαδή να υποστηρίξουμε τις αξίες και τα ιδεώδη που μας φαίνεται ότι προκύπτουν από την προσχώρηση στο πρόταγμα της αυτονομίας, δίχως όμως να προσπαθούμε να τα καθορίσουμε κατά τρόπο που θα έκλεινε το πεδίο της συζήτησης. Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι κυρίως να πούμε τι δεν ταιριάζει με την επιθυμία να ζήσουμε σε μια αυτόνομη κοινωνία. Σε ό,τι αφορά επίσης στο θετικό και καταφατικό κομμάτι της όλης διαδικασίας, πρέπει να είμαστε ως επί το πλείστον γενικόλογοι, προσπαθώντας να περιγράψουμε απλά τις γενικές τάσεις προς τις οποίες θα κινηθεί μια ριζοσπαστική αλλαγή της κοινωνίας.
Αυτές οι τελευταίες διευκρινίσεις έχουν κυρίως στο νου τους το γεγονός πως η θέσμιση κάθε κοινωνίας διαθέτει δύο επίπεδα: ένα που καθορίζεται ρητά και συνειδητά κι ένα που καθορίζεται ασυνειδήτως και μακροπρόθεσμα. Στο πρώτο επίπεδο εμπίπτει η νομοθετική δραστηριότητα της κοινωνίας, μέσα απ’ τη συμμετοχή των πολιτών στην εκκλησία του δήμου, ενώ στο δεύτερο εμπίπτουν οι αξίες και οι σημασίες της κοινωνίας, οι οποίες καθορίζονται ασυνειδήτως, κατά τη διάρκεια του χρόνου, μέσω της δραστηριότητας της κοινωνίας σε όλα τα πεδία: φιλοσοφικό, καλλιτεχνικό, σεξουαλικό, επιστημονικό κλπ. Σαφείς προτάσεις μπορούν να γίνουν μόνο σε ό,τι αφορά στο πρώτο επίπεδο, καθώς αυτό είναι που αφορά και στα ζητήματα της δημοσίας/δημόσιας σφαίρας. Αντιθέτως τα ζητήματα που αφορούν στο δεύτερο επίπεδο δεν μπορούν να γίνουν αντικείμενο νομοθετικής ρύθμισης –και κατά συνέπεια σαφούς εκ των προτέρων καθορισμού-, όχι μόνο λόγω του ασυνείδητου και σταδιακού χαρακτήρα της διαδικασίας βάσει της οποίας δημιουργούνται, αλλά και εξαιτίας του γεγονότος ότι εμπίπτουν στην δημόσια/ιδιωτική και την ιδιωτική/ιδιωτική σφαίρα οι οποίες οφείλουν να παραμένουν ανέγγιχτες από τις αποφάσεις της πολιτικής εξουσίας[2].
Βάσει όλων αυτών έχουμε να πούμε τα εξής:
αυτονομία (η) ουσ. [<αρχ. αὐτονομία <αὐτόνομος] το κοινωνικό καθεστώς εντός του οποίου οι άνθρωποι δρουν γνωρίζοντας ότι είναι αυτοί οι ίδιοι και όχι κάποια ξένη προς αυτούς δύναμη (οι πρόγονοι, η παράδοση, ο Θεός, οι νόμοι της ιστορίας, το κλίμα, η βιολογική τους δομή, η γλώσσα, το «περωμένο του Είναι», το «σύστημα», το «Κράτος», ο καπιταλισμός, τα «ΜΜΕ» κλπ) αυτοί που δημιουργούν τους θεσμούς και τις σημασίες της κοινωνίας και αυτοί που είναι υπεύθυνοι για το τι γίνεται στον κόσμο. Ακριβώς όμως χάρις σε αυτήν τους την επίγνωση μπορούν να θέτουν τους νόμους και τους θεσμούς τους υπό αμφισβήτηση, όποτε το κρίνουν αναγκαίο, δίχως να αναγνωρίζουν κανενός είδους τοτέμ και ταμπού. Το αντίθετο της αυτονομίας είναι η ετερονομία: η προσκόλληση στην αυθεντία, στη λατρεία της διανοητικής ασφάλειας και στους μεγάλους Ηγέτες, στη βάση της πίστης ότι οι νόμοι μας είναι προϊόν δυνάμεων έξω από εμάς τους ίδιους.
ΕΓΚΥΚΛ. Φιλοσ. Η αυτονομία δεν είναι απλώς και μόνον ένα πολιτικό, με τη στενή έννοια του όρου, καθεστώς, αλλά μια κοινωνική μορφή, ένας τρόπος κοινωνικής και ψυχικής ύπαρξης, που αφορά στο σύνολο των πλευρών μιας κοινωνίας. Η ουσία αυτού του τύπου έγκειται στο ότι αγωνίζεται για τη μέγιστη δυνατή απελευθέρωση της ριζικής φαντασίας του ατόμου και του θεσμίζοντος φαντασιακού της κοινωνίας. Όπως λοιπόν υπάρχει αυτονομία πολιτική, έτσι υπάρχει και αυτονομία οικονομική, φιλοσοφική, σεξουαλική, καλλιτεχνική κλπ. Η περιστολή των ιδεών της αυτονομίας στο στενά πολιτικό ή στο οικονομικό πεδίο συνιστά μορφή ετερονομίας, καθώς συγκαλύπτει τη συνολικότητα που είναι εγγενής στο πρόταγμα της αυτονομίας. Η αυτονομία, όπως φυσικά και η ετερονομία, είναι τελικά μορφές ύπαρξης γενικώς, τρόποι του ανθρώπινου είναι μέσα στον κόσμο. Γι’ αυτό και ένας αυτομετασχηματισμός της κοινωνίας προς αυτόνομη κατεύθυνση απαιτεί έναν πραγματικό σεισμό και μια άνευ προηγουμένου στην ανθρώπινη ιστορία ανατροπή, τόσο σε βάθος όσο και σε εύρος. Το πρόταγμα της αυτονομίας υποστηρίζεται στον πλανήτη από ελάχιστες ομάδες, μία εκ των οποίων είναι και η δικιά μας, καθώς ζούμε σε μια εποχή όπου οι άνθρωποι έχουν πάψει να ενδιαφέρονται για την πολιτική και γενικώς για οτιδήποτε βγαίνει έξω από τις καταναλωτικές τους συνήθειες[3].
ΑΝΑΛΥΤΙΚΟΙ ΟΡΙΣΜΟΙ:
Κοινωνία
Πολιτική
Σε ό,τι αφορά στο πολιτικό πεδίο, στο πεδίο δηλαδή της λήψης αποφάσεων για τα θέματα που μπορούν να ρυθμιστούν βάσει της νομοθεσίας, η αυτονομία ταυτίζεται με τη δημοκρατία. Κάθε μορφή κυριαρχίας και ιεραρχίας καταργείται και το κράτος αντικαθίσταται από τις συνελεύσεις των πολιτών. Η εξουσία ασκείται από το σύνολο της κοινωνίας και οι αποφάσεις λαμβάνονται βάσει της αρχής της πλειοψηφίας. Η γραφειοκρατική οργάνωση και η διάκριση σε διευθύνοντες κι εκτελεστές καταργούνται. Τα καθήκοντα και τα αξιώματα μοιράζονται με κλήρο και οι αξιωματούχοι είναι ανά πάσα στιγμή ανακλητοί και υπόλογοι στην κεντρική συνέλευση. Οι νόμοι οφείλουν να είναι ανά πάσα στιγμή υποκείμενοι σε κριτική και αμφισβήτηση, δεδομένου ότι ακολουθούνται οι νόμιμες διαδικασίες. Στην ιστορία έχουν επανειλημμένως εμφανιστεί πολιτικές μορφές που βασίστηκαν –σε γενικές τουλάχιστον γραμμές- στις παραπάνω αρχές: από την αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία μέχρι την παρισινή Κομμούνα του 1871, τα ρωσικά σοβιέτ, οι αγροτικές κολεκτίβες της Ισπανικής Επανάστασης του 1936 και τα εργατικά συμβούλια της Ουγγρικής Επανάστασης του 1956.
Αυτό που πρέπει να προσθέσουμε είναι ότι η αυτόνομη κοινωνία είναι κάθετα και αναφανδόν ενάντια στη βία ως τρόπου διευθέτησης των ανθρώπινων υποθέσεων. Για τον λόγο αυτό είναι εξορισμού αντίθετη με τη θανατική ποινή. Στο στενά πολιτικό πεδίο θεωρεί τα ανθρώπινα δικαιώματα στη ζωή και στην ελευθερία του λόγου και της σκέψης απολύτως αναπαλλοτρίωτα και αυτονόητα. Ταυτόχρονα μια αυτόνομη κοινωνία οφείλει να είναι αδιαπραγμάτευτα διεθνιστική: ένας από τους βασικούς της στόχους οφείλει να είναι, όχι μόνο η κατάργηση όλων των συνόρων, αλλά και η μακροπρόθεσμη πάλη ενάντια στην ίδια την ιδέα του έθνους. Εννοείται πως, όπως ακριβώς και με το ζήτημα της θρησκείας, ο αγώνας ενάντια στον εθνικισμό δεν μπορεί να γίνει με νομοθετικά μέσα, αλλά μέσω του νέου είδους εκκοινωνισμού που θα προωθεί μια διεθνιστική κοινωνία: αν κάποιος επιθυμεί να παραμείνει θρησκευόμενος ή πατριώτης είναι δικαίωμά του –κανείς δε θα τον εμποδίσει. Κινούμαστε εδώ στο δεύτερο επίπεδο της κοινωνικής θέσμισης, όπου η πολιτική εξουσία δεν έχει δικαίωμα να παρεμβαίνει.
Οικονομία
Στο οικονομικό πεδίο η αυτονομία έγκειται στον εκδημοκρατισμό της οικονομίας. Τουτέστιν στην κατάργηση του καπιταλισμού και στην εγκαθίδρυση μιας πραγματικής και γνήσιας αγοράς, εντός της οποίας πραγματώνεται όχι μόνο η ελευθερία αλλά και η κυριαρχία των καταναλωτών/παραγωγών. Για το πρόταγμα της αυτονομίας ο καπιταλισμός δε συνιστά, αντίθετα απ’ ότι πιστεύουν οι μαρξιστές και οι φιλελεύθεροι οικονομολόγοι, μορφή ελεύθερης αγοράς –κάθε άλλο μάλιστα: είναι ένα σύστημα ρυθμιζόμενο απ’ το Κράτος, τα μονοπώλια και τα ολιγοπώλια, σχεδιασμένο με σκοπό να επιτρέπει στους λίγους να κυριαρχούν οικονομικά επί των πολλών, οδηγώντας στην εκμετάλλευση του μεγαλύτερου μέρους των ανθρώπων τόσο ως παραγωγών όσο και ως καταναλωτών.
Η αυτόνομη κοινωνία καταργεί τον καπιταλισμό όχι μόνο ως οικονομικό, με τη στενή έννοια του όρου, σύστημα αλλά και ως σύνολο ιδεών και αξιών, ως συγκεκριμένο τύπο ανθρώπου, όπως αυτά ενσαρκώθηκαν στη φιλελεύθερη και μαρξιστική ιδεολογία και στον περίφημο homo oeconomicus: πολεμά τον οικονομισμό, την πίστη δηλαδή στην πρωταρχικότητα του οικονομικού/τεχνικού στοιχείου, τόσο στο ερμηνευτικό όσο και στο πρακτικό επίπεδο, πολεμά τον καταναλωτισμό και την επιθυμία των ανθρώπων να μαζεύουν χρήμα και άχρηστα υλικά (και λοιπά) αγαθά, πολεμά την εξειδίκευση και τον διαχωρισμό της διανοητικής από τη χειρωνακτική εργασία· πολεμά την ιεραρχία των μισθών και των εισοδημάτων, όπως επίσης και την απαράδεκτη καπιταλομαρξιστική ιδέα ότι μερικά επαγγέλματα οφείλουν να πληρώνονται περισσότερο από κάποια άλλα· πολεμά τον διαχωρισμό σε αφεντικά και εκτελεστές, όπως επίσης και ολόκληρο τον τρόπο σκέψης που κρίνει τα πάντα με όρους κέρδους-ζημιάς και που προσπαθεί να υποτάξει κάθε πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας σε μια δήθεν «ορθολογικότητα» (τον κακό της τον καιρό). Η αυτονομία εγκαθιδρύει ευθύς εξαρχής την απόλυτη εξίσωση των μισθών όλων των επαγγελμάτων, μετατρέπει την εργασία –όπου αυτό είναι δυνατό- σε δημιουργική δραστηριότητα και εφευρίσκει νέες, δημοκρατικές μορφές οργάνωσης της παραγωγής και της τεχνολογίας. Επίσης καταργεί την ατομική ιδιοποίηση των παραγωμένων αγαθών, όχι όμως και το χρήμα. Αυτό που οφείλουμε να πολεμήσουμε δεν είναι το χρήμα –δηλαδή ένα γενικό μέσο για να φέρουμε εις πέρας τις μεταξύ μας ανταλλαγές-, αλλά η νοοτροπία και οι συγκεκριμένοι θεσμοί που το μετατρέπουν σε μέσο συσσώρευσης και οικονομικής κυριαρχίας (όπως πχ η δυνατότητα απόκτησης μέσων παραγωγής, η οποία είναι εξορισμού απαγορευμένη, καθώς τα μέσα παραγωγής είναι δημόσια)[4]. Μια απόπειρα λεπτομερούς περιγραφής ενός συστήματος βασισμένου στην οικονομική δημοκρατία, όπως την ορίζουμε εν προκειμένω, μπορεί να βρεθεί στο κείμενο του Καστοριάδη «Το περιεχόμενο του σοσιαλισμού ΙΙ»[5].
Περιβάλλον
Η οικολογία συνιστά βασική πτυχή του προτάγματος της αυτονομίας. Για εμάς το καπιταλιστικό φαντασιακό, είτε στη μαρξιστική είτε στη φιλελεύθερη εκδοχή του, συνίσταται στην –παρανοϊκή- επιθυμία να επιβάλλουμε μια δήθεν ορθολογική κυριαρχία πάνω στο σύνολο των πτυχών της κοινωνικής δραστηριότητας και στη φύση (βλ. παρακάτω: «Τι είναι βαρβαρότητα»). Η ιδέα της ανάπτυξης (καπιταλισμός) και της απεριόριστης αύξησης των παραγωγικών δυνάμεων (μαρξισμός) είναι εξορισμού αντιοικολογικές και γι’ αυτό ο μαρξισμός και τα αναρχικά ρεύματα που πιστεύουν στην κοινωνία της μετασπάνεως οφείλουν να πολεμηθούν κι αυτά μαζί με τον καπιταλισμό. Η ανάλυση του Καστοριάδη για τον καπιταλισμό –όπως επίσης και η φιλοσοφία του γενικώς- μας επιτρέπουν να αποφεύγουμε τις αδιαύγαστες και θεολογικής προέλευσης δαιμονοποιήσεις της τεχνολογίας και της τεχνικής. Για εμάς η τεχνική κάθε κοινωνίας συνιστά ενσάρκωση των φαντασιακών σημασιών αυτής της κοινωνίας, πράγμα που σημαίνει ότι η ιδέα πως η τεχνολογία είναι κακή εξορισμού είναι γελοία. Η σημερινή τεχνολογία είναι φυσικά βλαβερή τόσο για το περιβάλλον όσο και για την ανθρώπινη ελευθερία· αυτό όμως συμβαίνει επειδή είναι μια τεχνολογία καπιταλιστικού τύπου. Η τεχνολογία από μόνη της δεν έχει τίποτε το κακό, καθώς κάλλιστα –και αυτό είναι εξάλλου ένα από τα πρώτιστα καθήκοντα μιας αυτόνομης κοινωνίας- μπορεί να δημιουργηθεί μια τεχνολογία που θα ενσαρκώνει τις αρχές της ελευθερίας[6]. Εξάλλου η τεχνολογία κάθε κοινωνίας συνιστά πεδίο έκφρασης της δημιουργικότητας της και άρα επιβεβαίωση της αυτονομίας του ανθρωπίνου όντος[7].
Η δαιμονοποίηση της και η στροφή στον πριμιτιβισμό δεν είναι τίποτε άλλο παρά έκφραση των ασυνείδητων ενοχικών τάσεων των ανθρώπων της εποχής μας: όπως πάντοτε στην ιστορία, έτσι και σήμερα, τις περιόδους μεγάλης υλικής ευμάρειας τις διαδέχεται η εμφάνιση κινημάτων ασκητικών και αυτομαστιγωματικών (ο βουδισμός και ο ζαϊνισμός στην Ινδία, οι νεοπυθαγόρειοι στην Αρχαία Ελλάδα, οι ασκητές των πρωτοχριστιανικών αιώνων, οι κιστερκιανοί και τα επαιτικά τάγματα στη Δύση, ο τριτοκοσμισμός και οι χίπις τη δεκαετία του ‘60 κλπ). Μια πραγματικά επαναστατική οικολογία οφείλει να μάχεται όχι μόνο ενάντια στο καπιταλιστικό/μαρξιστικό φαντασιακό της ανάπτυξης και της κυριαρχίας επί της φύσης αλλά και ενάντια στον ασκητισμό και τα αντιδραστικά ή lifestyle ρεύματα της οικολογίας (Βαθιά Οικολογία, οικοφασισμός, χαϊντεγγεριανές κριτικές, θεολογίες αλά Γιανναράς, πριμιτιβισμός κλπ).
Ανθρώπινες σχέσεις και ισότητα μεταξύ των φύλων
Η αυτόνομη κοινωνία είναι μια κοινωνία που αναγνωρίζει την πραγματική κι όχι απλώς κατ’ ευφημισμόν ισότητα των ανθρώπων, τόσο στο στενά πολιτικό επίπεδο όπου καταργεί την ιεραρχία και την κυριαρχία, όσο και στο πνευματικό επίπεδο όπου θεωρεί ότι όλοι είμαστε προικισμένοι με ριζική φαντασία και συνεπώς ικανοί να είμαστε δημιουργικοί και κατ’ επέκταση εάν το επιθυμήσουμε και υπεύθυνοι. Αυτός είναι ο εξισωτικός και δημοκρατικός ανθρωπισμός του αυτόνομου προτάγματος. Στα πλαίσια αυτού του ανθρωπισμού το δημοκρατικό πρόταγμα αγωνίζεται ενάντια στον σεξισμό και σε κάθε είδους ρατσισμό (ταξικό, εθνικιστικό, θρησκευτικό). Για εμάς η ερωτική απελευθέρωση εμπεριέχει και ταυτόχρονα προϋποθέτει την κατάργηση του σεξισμού, είτε πρόκειται για τις κυρίαρχες μορφές της φαλλοκρατίας, είτε για τις φασίζουσες ασυναρτησίες ορισμένων ρευμάτων του φεμινισμού. Στα πλαίσια, ειδικότερα, της κριτικής μας σε αυτές τις ασυναρτησίες υπερασπιζόμαστε μέχρις εσχάτων των δικαίωμα των ανθρώπων στον ελεύθερο έρωτα και στην αναζήτηση της ηδονής, μακριά από ηθικισμούς και απόπειρες πολιτικής ερμηνείας των σεξουαλικών στάσεων («η κολπική διείσδυση είναι βιασμός», «το ετεροφυλοφιλικό σεξ είναι πατριαρχικό», «το πρωκτικό σεξ είναι μαζοχισμός» κλπ). Για εμάς αυτό που έχει σημασία είναι η απελευθέρωση της φαντασίας των ανθρώπων: «να δημιουργήσουμε νέες σεξουαλικές διαστροφές», όπως έλεγαν οι επαναστάτες του Μάη του 68.
Άτομο
Ψυχή και σεξουαλικότητα
Στο ψυχικό επίπεδο η αυτονομία έγκειται στην απελευθέρωση της ριζικής (=δημιουργικής) φαντασίας του ατόμου. Ο ψυχικός τύπος ανθρώπου που δημιουργεί η αυτόνομη κοινωνία είναι αυτός της αυτοανακλαστικής υποκειμενικότητας. Πρόκειται για το ανθρώπινο υποκείμενο που είναι ικανό να θέτει ρητά και συνειδητά υπό αμφισβήτηση τις εκάστοτε ιδέες και εμμονές του. Ο εν λόγω τύπος ανθρώπου απορρίπτει την απώθηση ως τρόπο επίλυσης των ψυχικών συγκρούσεων. Αντίθετα, αίροντας τον ακρωτηριασμό της φαντασίας του που επιβάλλει η απώθηση, προσπαθεί να παραδέχεται τις επιθυμίες του, όσο τερατώδεις και «διεστραμμένες» κι αν είναι αυτές, προκειμένου να τις στοχάζεται και να τις διαυγάζει. Με αυτό τον τρόπο προσπαθεί να αίρει την κυριαρχία που ασκούν το ασυνείδητο και το Υπερεγώ του στο Εγώ του, όπως επίσης και αυτή που ασκούν το Εγώ και του Υπερεγώ του στο ασυνείδητο του.
Ο αυτόνομος άνθρωπος γνωρίζει ότι είναι ον θνητό, ον δηλαδή που δεν μπορεί ποτέ να πραγματοποιήσει τους βαθύτερους πόθους του, και γι’ αυτό δεν ψάχνει τρόπους για να ωραιοποιεί την πραγματικότητα, συγκαλύπτοντας τους περιορισμούς που του θέτει η αρχή της πραγματικότητας. Για τον αυτόνομο άνθρωπο οι ψυχονευρώσεις είναι μορφές ετερονομίας και διανοητικού εγκλεισμού και γι’ αυτό οφείλουν να πολεμηθούν. Κριτήριο της δράσης του αυτόνομου ανθρώπου δεν είναι η ευτυχία, αλλά η ελευθερία και η διανοητική ανοιχτότητα, η απελευθέρωση δηλαδή της ριζικής του φαντασίας και το σπάσιμο των ταμπού όλων των ειδών. Η αυτόνομη κοινωνία δεν έχει ούτε ιερό ούτε όσιο και διαχωρίζει ρητά τον σεβασμό απ’ τη θρησκευτική υποταγή και τη λατρεία της αυθεντίας.
Βασικό κομμάτι της ατομικής πτυχής της αυτονομίας είναι και η λεγόμενη σεξουαλική απελευθέρωση. Δεδομένης της ουσιώδους σημασίας που έχει η σεξουαλικότητα στη συγκρότηση του ανθρώπινου όντος, μια κοινωνία δε μπορεί να είναι αυτόνομη παρά στο βαθμό που παραδέχεται, μεταξύ τόσων άλλων, ότι η σεξουαλικότητά της είναι δημιούργημά δικό της και όχι κάτι εγγεγραμμένο στο DNA ή στα «γονίδια του είδους». Αυτονομία στο σεξουαλικό πεδίο σημαίνει να μπορούμε να κοιτάξουμε τη σεξουαλικότητα μας κατάμματα και χωρίς φόβο, δίχως να κρυβόμαστε απ’ τις ίδιες μας τις επιθυμίες. Σεξουαλική απελευθέρωση δε σημαίνει ότι γινόμαστε έρμαια των ορμών και των επιθυμιών μας, αλλά ότι προσπαθούμε να σπάμε τα ταμπού και να ανασύρουμε τις «απαγορευμένες» επιθυμίες μας από την απώθηση, όχι απαραιτήτως για να τις πραγματοποιήσουμε –αφού πολλές απ’ αυτές θα οδηγούσαν στην παραβίαση του habeas corpus άλλων ανθρώπων[8]-, αλλα για να τις διαυγάσουμε και να έρθουμε σε διάλογο μαζί τους. Εννοείται φυσικά ότι, αν υπάρχει η ελεύθερη συναίνεση όλων των εμπλεκομένων, καμία μορφή έρωτα δε μπορεί να θεωρείται καταδικαστέα. Όπως είπαμε και πιο πάνω, η πολιτική ερμηνεία των ερωτικών συμπεριφορών είναι δείγμα ολοκληρωτισμού και πνευματικής κλειστότητας και οφείλει να πολεμηθεί: κανείς δεν έχει το δικαίωμα να λέει στους ανθρώπους πώς πρέπει να κάνουν έρωτα.
Ανάλογο δείγμα ολοκληρωτισμού και κολλεκτιβιστικού τρόπου σκέψης είναι και οι ιδέες που κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί σχετικά με την κατάργηση της οικογένειας ή της μονογαμίας. Αυτό που πρέπει να πούμε, από τη σκοπιά της αυτονομίας, είναι ότι όλα αυτά είναι ζητήματα της καθαρά ιδιωτικής σφαίρας και ότι, κατά συνέπεια, η πολιτική εξουσία δεν έχει κανένα δικαίωμα να αποφασίζει γι’ αυτά. Όποιος θέλει, είναι ελεύθερος να μείνει σε κοινόβιο ή να διατηρεί ελεύθερες και πολυγαμικές ερωτικές σχέσεις. Αυτό όμως είναι θέμα προσωπικής επιλογής και γούστου, όχι ένδειξη απελευθέρωσης. Αυτό που πρέπει, με άλλα λόγια, να πολεμηθεί δεν είναι η οικογένεια ή η μονογαμία ως τέτοιες, αλλά η κοινωνική και σεξουαλική συμπεριφορά που τις μετατρέπει σε δομές ξενωμένες και καταπιεστικές. Εν ολίγοις η σεξουαλική ετερονομία.
Εννοείται ότι και στην περίπτωση αυτών των ζητημάτων δεν τίθεται θέμα νομοθετικής ρύθμισης –κάτι τέτοιο είναι εξάλλου αδύνατο-, αλλά πρόκειται για τον τύπο ανθρώπου στον οποίο, «ιδεωδώς», θα έτεινε, μέσω του νέου τύπου εκκοινωνισμού που θα δημιουργούσε, μια αυτόνομη κοινωνία. Πρέπει να μπορούμε να διακρίνουμε τη διαύγαση των βασικών κατευθύνσεων ενός κοινωνικού προτάγματος από τις συγκεκριμένες νομοθετικές προτάσεις, ούτως ώστε να αποδείξουμε την απάτη και τον ιδεολογικό εκβιασμό στους οποίους στηρίζονται οι διάφορες ρητορείες περί ολοκληρωτισμού.
Φιλοσοφία
Φιλοσοφικά η αυτονομία μεταφράζεται ως πάθος για την αλήθεια. Με την προϋπόθεση όμως ότι εννοούμε την αλήθεια ως διαδικασία και όχι ως παγ(ι)ωμένη κατάσταση. Αλήθεια είναι η διαρκής και ατέρμονη προσπάθεια διάνοιξης της εκάστοτε κλειστότητας και υπέρβασης των διανοητικών μας ορίων –δεν είναι μια ιδεώδης κατάσταση απόλυτης γνώσης, η οποία, όταν κατακτηθεί, θα μας επιτρέψει να λύσουμε όλα μας τα προβλήματα. Εξάλλου η φιλοσοφία δεν υπάρχει για να λύνει προβλήματα, αλλά για να μας θέτει καινούργια. Είναι η διανοητική πλευρά της ελευθερίας, η συνειδητή δραστηριότητα να αναλαμβάνουμε το σύνολο του σκεπτού και να κρατάμε τη σκέψη μας ανοιχτή στο Άλλο και στο Καινούργιο, που με τόση προθυμία μας προσφέρει η ιστορία. Βασικό βήμα προς την κατάκτηση αυτής της ελευθερίας είναι η καταπολέμηση της οντολογίας της καθοριστικότητας, της τάσης δηλαδή να ερμηνεύουμε το Είναι ως καθορισμένο άπαξ και διά παντός. Εννοείται ότι το ίδιο ισχύει και για την επιστημονική δραστηριότητα κάθε είδους.
Η τάση προς την ανοιχτότητα, το σπάσιμο των ταμπού και τη διανοητική ελευθερία ενσαρκώνεται σε όλες τις πνευματικές δραστηριότητες του αυτόνομου ανθρώπου και όχι μόνο στη φιλοσοφία ή στις επιστήμες. Τόσο η τέχνη όσο και το χιούμορ είναι πεδία μεγάλης δημιουργικότητας και γι’ αυτό, υπό τις συνθήκες του σύγχρονου καθεστώτος, θα πρέπει πάντοτε να προστατεύονται από τις δυνάμεις που προσπαθούν να τις καθυποτάξουν και να τις οδηγήσουν στην κλειστότητα. Το επαναστατικό κίνημα που υποστηρίζει τις ιδέες της αυτονομίας οφείλει να καταγγέλλει κάθε μορφή ηθικισμού, θεολογίας και «πολιτικά ορθής» λογικής και να υπερασπίζεται την καλλιτεχνική και λοιπή ελευθερία της έκφρασης, καθώς για την αυτονομία η δημιουργικότητα έχει αξία ως μορφή αντικονφορμισμού και de facto κριτικής της εκάστοτε κατεστημένης τάξης. Η στρατευμένη τέχνη, υπό τις πολλαπλές τις μεταμφιέσεις –μετά την εξαφάνιση του σοσιαλιστικού ρεαλισμού- οφείλει να καταγγελθεί, όχι για αισθητικούς λόγους –αφού η αισθητική είναι και πρέπει να είναι ανεξάρτητη από την πολιτική-, αλλά για λόγους πολιτικούς: επειδή καθιστά την καλλιτεχνική δημιουργία υποχείριο πολιτικών και ιδεολογικών σκοπιμοτήτων, καταστρέφοντας έτσι τη δυνατότητά της να θέτει υπό αμφισβήτηση τις παγιωμένες ιδέες και τα είδωλα κάθε κοινωνίας.
Τι είναι βαρβαρότητα;
Αν η αυτονομία είναι ό,τι προσπαθήσαμε μέχρι τώρα να περιγράψουμε, η βαρβαρότητα πρέπει να γίνει κατανοητή ως το ακριβές και απόλυτο αντίθετο αυτών των τάσεων. Θα πρέπει να αντισταθούμε στους συνήθεις συνειρμούς που μας έρχονται στο νου και να αποφύγουμε τη σκέψη βαρβαρότητα = εξαθλίωση, σφαγές, αίμα, κτηνωδία, Άουσβιτς. Η βαρβαρότητα είναι κάτι πολύ ευρύτερο απ’ όλα αυτά, είναι η «ιδεώδης κατάληξη» της ετερονομίας, η καταστροφή δηλαδή της ικανότητας των ανθρώπων να δημιουργούν και να ενεργούν αυθόρμητα, ακόμη κι αν πρόκειται για την ακρωτηριασμένη και διαρκώς συγκαλυπτόμενη δημιουργικότητα των ετερόνομων κοινωνιών. Αν στην ετερονομία οι άνθρωποι δημιουργούν, αλλά απλώς το κρύβουν από τον εαυτό τους, θέλοντας να πιστεύουν πως δεν είναι αυτοί οι ίδιοι οι δημιουργοί των έργων τους, αλλά κάποια υπερβατική και εξωκοινωνική πηγή, και αν, στα πλαίσια αυτής της ανθρωπολογικής κατάστασης, η έκφραση της δημιουργικότητας υποφέρει από την επιβολή σοβαρότατων ταμπού και περιορισμών, στη βαρβαρότητα εξαλείφεται ακόμη κι αυτή η λαθραία και περιορισμένη μορφή δημιουργικότητας –εννοείται βέβαια ότι, όταν μιλάμε περί «δημιουργικότητας» δεν αναφερόμαστε μόνο στην τέχνη ή στην ποίηση, όπως ίσως θα νόμιζε κανείς, αλλά στον στοιχειώδη αυθορμητισμό των ανθρώπων μέσα στην κοινωνία. Μια κοινωνία όπου η βαρβαρότητα θα είχε γίνει καθεστώς θα ήταν, κατά τη διατύπωση του Καστοριάδη, «μια κοινωνία». Μια κοινωνία, με άλλα λόγια, εντός της οποίας τα άτομα δε θα είχαν πια πόθους και επιθυμίες, κυριαρχημένα από την απόλυτη απάθεια, τη «δυσφορία μέσα στον πολιτισμό» και την παραλυτική χαύνωση.
Παρενθετικά να πούμε ότι αυτή η ριζοσπαστική αντίληψη περί της βαρβαρότητας δε θα πρέπει να μας κάνει να παραβλέπουμε το γεγονός ότι η βαρβαρότητα, έτσι ορισμένη, συνδέεται στενότατα, παρ’ όλο που δεν ταυτίζεται, με την έννοια που έχει στην τρέχουσα γλώσσα. Τα σταλινικά και ναζιστικά καθεστώτα υπήρξαν αδιαμφισβήτητα μορφές βαρβαρότητας. Η διαφορά εν προκειμένω όμως έγκειται στο ότι τα συγκεκριμένα καθεστώτα υπήρξαν οι πιο απόλυτες μορφές ενσάρκωσης του καπιταλιστικού φαντασιακού της απεριόριστης εξάπλωσης της «ορθολογικής» οργάνωσης και κυριαρχίας. Με άλλα λόγια ήταν καθεστώτα που προσπάθησαν –και σε ένα μεγάλο βαθμό το πέτυχαν- να υποτάξουν πλήρως την κοινωνική ζωή στην επίσημη νόρμα. Σε αυτά τα καθεστώτα η βαρβαρότητα αναδύθηκε κάτω από εντελώς διαφορετικές συνθήκες απ’ ότι συμβαίνει σήμερα. Η βασική διαφορά ήταν ότι οι κοινωνίες αυτών των καθεστώτων διατηρούσαν ακόμη ένα κάποιο σφρίγος και μια κινητικότητα –ασχέτως του αν αυτά ήταν υποταγμένα σε σκοπούς απολύτως ετερόνομους και ολοκληρωτικούς-, σε αντίθεση με τη σύγχρονη κατάσταση, όπως την περιγράφουμε παρακάτω. Εν ολίγοις: τότε η βαρβαρότητα ήρθε ως παροξυσμική κορύφωση της ετερονομίας, τώρα εμφανίζεται ως άμεση συνέπεια της «ανόδου της ασημαντότητας» (βλ. παρακάτω). Κλείνει η παρένθεση.
Ένα τέτοιο λιμνάζον καθεστώς, σαν αυτό που περιγράφει ο Καστοριάδης, όταν μιλά περί βαρβαρότητας, δεν παρουσιάστηκε ποτέ μέχρι σήμερα στην ανθρώπινη ιστορία ή, αν ποτέ παρουσιάστηκε, αποτέλεσε σύντομη μεταβατική περίοδο προς την ανάδυση νέων κοινωνικών μορφών (πχ ο πρώιμος Μεσαίωνας) –άρα, υπό αυτή την έννοια, στην ουσία δεν υπήρξε ποτέ, αφού μεταβατικές περίοδοι παρακμής πάντοτε υπήρχαν στην ιστορία. Η βαρβαρότητα υπήρξε μόνο ως μια ιστορική δυνατότητα, διαρκώς παρούσα από θεωρητικής απόψεως, η μη πραγματοποίηση της οποίας εξασφαλιζόταν πάντοτε από την ενεργητικότητα και το στοιχειώδες δημιουργικό σφρίγος των ανθρώπων. Η μόνη ίσως εξαίρεση σ’ αυτόν τον κανόνα είναι η ανάδυση του καπιταλισμού, από τον ύστερο Μεσαίωνα και ύστερα, η ύπαρξη του οποίου έφερε, από ένα σημείο κι έπειτα, το ζήτημα της βαρβαρότητας στην ημερήσια διάταξη.
Το φαντασιακό που υποβαστάζει τον καπιταλισμό συνίσταται στην επιθυμία επιβολής μιας δήθεν ορθολογικής κυριαρχίας πάνω στο σύνολο των πτυχών της κοινωνίας και της φύσης. Πρόκειται για μια ιδέα τρελή και τερατώδη, η οποία οδήγησε στην εγκαθίδρυση των πιο απάνθρωπων καθεστώτων που έχει μέχρι σήμερα γνωρίσει η ανθρωπότητα (αποικιοκρατία, φασισμός, ναζισμός, κομμουνισμός). Το καπιταλιστικό φαντασιακό όμως αναδύθηκε μπλεγμένο με ένα φαντασιακό απολύτως διαφορετικής φύσεως, απολύτως αντίθετου προσανατολισμού, το οποίο δεν ήταν άλλο από το φαντασιακό της αυτονομίας, που γέννησε το ξύπνημα του κυρίως και ύστερου Μεσαίωνα, την Αναγέννηση, τη Μεταρρύθμιση, τον αγγλικό κοινοβουλευτισμό, τον Διαφωτισμό και τις μεγάλες επαναστάσεις του 18ου , του 19ου και του 20ού αιώνα, τη μεγάλη μοντερνιστική τέχνη, την ψυχανάλυση, τα κινήματα των γυναικών, των μαύρων και των νέων, το αίτημα της σεξουαλικής απελευθέρωσης. Όλες αυτές οι δημιουργίες βρίσκονται στον αντίποδα αυτών που δημιούργησε ο καπιταλισμός: κυριαρχία του οικονομικού στοιχείου, οικονομική ανισότητα και εκμετάλλευση, λατρεία της «ορθολογικότητας», γραφειοκρατικοποίηση της κοινωνίας, πόλεμοι, ολοκληρωτικά καθεστώτα, καταστροφή του περιβάλλοντος. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960 οι δύο πτυχές του δυτικού φαντασιακού βρίσκονταν σε διαρκή σύγκρουση μεταξύ τους και για πολύ καιρό η κοινωνία έδειχνε ικανή να απαλλαγεί από την καπιταλιστική ετερονομία και να προχωρήσει προς την πλήρη πραγματοποίηση των σπερμάτων ενός αυτόνομου καθεστώτος που είχε μέχρι τότε ρίξει.
Δυστυχώς όμως αυτό ποτέ δεν επετεύχθη. Για λόγους που δε μπορούμε να αναλύσουμε επί του παρόντος[9], από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 –και στην πραγματικότητα ήδη από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου- παρατηρείται μια υποχώρηση του φαντασιακού της αυτονομίας, η οποία κατέληξε στην ολοκληρωτική εξαφάνιση του απελευθερωτικού κινήματος. Έτσι ο καπιταλισμός έμεινε ελεύθερος να κάνει ό,τι θέλει, χωρίς να έχει καμία αντιπολίτευση να αντιμετωπίσει. Εδώ και τριάντα χρόνια παρατηρείται μια πρωτόγνωρη, ιστορικά, κατάσταση: η κατάρρευση των παραδοσιακών αξιών που επετεύχθη μέσα από τον αγώνα των επαναστατικών κινημάτων του 19ου και του 20ού αιώνα δεν ακολουθήθηκε από τη δημιουργία νέων αξιών και μορφών κοινωνικής ζωής. Αντίθετα, το σημερινό καθεστώς είναι μια μορφή εκφυλιστικής διαιώνισης του κενού που δημιουργήθηκε από τη χρεοκοπία των παραδοσιακών κοινωνικών μορφών. Αντί να αναδυθεί κάτι καινούργιο για να γεμίσει το κενό, η τρύπα παραμένει ανοιχτή και χάσκουσα, οδηγώντας στην κοινωνική αποσύνθεση και το τέλμα. Η κατάρρευση της συνοχής της κοινωνικής θέσμισης θρυμματίζει τον κοινωνικό ιστό και υπονομεύει τη διαδικασία εκκοινωνισμού των ατόμων, οδηγώντας σε αυτό που οι ψυχαναλυτές αποκαλούν κρίση της διαδικασίας ταύτισης. Τα άτομα αδυνατούν να βρουν κάποιο νόημα στη ζωή τους, καθώς λείπουν τα κοινωνικώς θεσμισμένα σχήματα και πρότυπα, ταυτιζόμενα με τα οποία, θα κατάφερναν να δώσουν ένα μεστό σημασίας περιεχόμενο στη ζωή τους. Συνέπεια αυτού του φαινομένου είναι η υπονόμευση της ίδιας της δημιουργικής ικανότητας των ανθρώπων: όταν η διαδικασία ταύτισης με τις κοινωνικές μορφές και τα σχήματα έχει βραχυκυκλωθεί, τα άτομα αδυνατούν να επενδύσουν και να εσωτερικεύσουν τα πρότυπα και τις μήτρες που σε άλλες εποχές τους επέτρεπαν να αρθρώνουν σε συγκροτημένο λόγο τη ριζική τους φαντασία. Διότι, φυσικά, για να υπάρξει δημιουργικότητα με την καθεαυτό έννοια του όρου –και όχι απλώς ατομικές φαντασιώσεις και όνειρα-, είναι αναγκαία η εσωτερίκευση των κοινωνικών σχημάτων που θα επιτρέψουν στη ριζική φαντασία να στηριχθεί και να πάρει μορφή: γλώσσα, διανοητικά σχήματα, συγκεκριμένου τύπου δημιουργικές και πνευματικές δραστηριότητες κλπ.
Αυτή η κατάσταση προσεγγίζει περισσότερο από κάθε άλλη περίοδο της μέχρι τώρα ανθρώπινης ιστορίας αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως βαρβαρότητα, κυρίως επειδή η κοινωνική διάλυση που παρατηρείται σήμερα είναι ένα στοιχείο που απουσιάζει ακόμη και από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, τα οποία, όπως είπαμε, συνιστούν τις παραδοσιακού τύπου ενσαρκώσεις της βαρβαρότητας. Χαρακτηριστικό της θεμελιώδους διαπίστωσης ότι η βαρβαρότητα δεν πρέπει να νοηθεί ως μια μορφή πλήρως πραγματοποιήσιμου κοινωνικού καθεστώτος, αλλά, αντίθετα, ως μια ιδεατή τάση που μπορεί να προσεγγίζεται και να βαθαίνει επ’ άπειρον, δίχως όμως να οδηγεί ποτέ στην παγίωση κάποιας συγκεκριμένης –ή καλύτερα σταθερής και συνεκτικής- κοινωνικοϊστορικής μορφής[10], είναι το γεγονός πως η σύγχρονη κοινωνία είναι μια κοινωνία που αδυνατεί να «λειτουργήσει» ομαλά και κανονικά. Η σύγχρονη κοινωνία είναι μια κοινωνία που βρίσκεται σε αποσύνθεση και διαρκή παρακμή, μια κοινωνία η οποία αδυνατεί να φέρει εις πέρας –χωρίς ουσιώδεις απώλειες τουλάχιστον- τα θεμελιώδη καθήκοντα που εξορισμού εκπληρώνει κάθε κοινωνική θέσμιση και μόνο από το γεγονός ότι είναι ένα ον με αυτοτελικότητα (διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας του εκκοινωνισμού, νοηματοδότηση της ζωής των μελών της, εξασφάλιση της φαντασιακής της συνοχής και επιβίωσης κλπ). Η σύγχρονη κοινωνία δεν είναι σε καμία περίπτωση ένα κοινωνικό καθεστώς σαν όλα τα άλλα που έχουμε συναντήσει μέχρι σήμερα. Η βαρβαρότητα, αντίθετα με ό,τι πίστευε ο Καστοριάδης κατά τη δεκαετία του ’40, δε μπορεί να οδηγήσει σε μια συνεκτική και «ομαλά» λειτουργούσα κοινωνική θέσμιση. Κάτι τέτοιο θα συνιστούσε αντίφαση στους όρους: αν η βαρβαρότητα νοηθεί ως απώλεια της δημιουργικής ικανότητας και του στοιχειώδους αυθορμητισμού των ανθρώπων, τότε πως είναι δυνατόν μια κοινωνία να βασιστεί πάνω σ’ αυτό το δεδομένο; Όπως ένα εργοστάσιο θα κατέρρεε στη στιγμή, αν οι εργαζόμενοι ακολουθούσαν κατά γράμμα τις υποδείξεις της διεύθυνσης –πράγμα φυσικά που συνέβη επανειλημμένως, όταν υιοθετείτο η απεργία τύπου workikg to rule-, έτσι και η κοινωνία (και ειδικά τα ετερόνομα καθεστώτα), στο σύνολό της, δε μπορεί να παραμένει στα πόδια της παρά στο βαθμό που οι άνθρωποι –συνειδητά ή ασυνείδητα- παραβαίνουν και υπερβαίνουν τις επίσημες νόρμες[11]. Μια κοινωνία εντός της οποίας οι άνθρωποι θα ήταν απολύτως (με την πιο κυριολεκτική έννοια του όρου) απαθείς, είναι μια κοινωνία ακοινωνική, μια κοινωνία, με άλλα λόγια, «καθαρά εξωτερικών σχέσεων» και «γενικευμένης νάρκωσης»[12], μια κοινωνία της οποίας τα μέλη θα ήταν «ζόμπι», «ζαπάνθρωποι» και «ρεφλεξάνθρωποι»[13]. Το απόλυτο τέλμα.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι αυτοί οι όροι χρησιμοποιούνται από τον Καστοριάδη, όχι μόνο στα πλαίσια συλλογισμών υποθετικού τύπου, αλλά και στα πλαίσια μιας ανάλυσης –της δεκαετίας του ’60- που έβλεπε την κοινωνία όχι σε αποσύνθεση, αλλά σε κρίση. Οι αξίες της υπάρχουσας κοινωνίας καταρρέουν και θρυμματίζονται, τα πάντα τίθενται υπό αμφισβήτηση. Όχι όμως ως έκφανση παρακμής και αποσύνθεσης, αλλά ως συνέπεια της διαρκούς αντίστασης των ανθρώπων ενάντια σε όλες τις πτυχές της κατεστημένης κοινωνίας (εργασία, πολιτική, οικονομία, εκπαίδευση, σεξουαλικότητα, οικογενειακές σχέσεις κλπ). Πρόκειται για την κατάσταση που ο Καστοριάδης αποκαλούσε κοινωνικές ρίζες του επαναστατικού προτάγματος[14]. Τελικά όμως απεδείχθη ότι η κρίση της κοινωνίας δεν οδήγησε στην επαναστατική αλλαγή, αλλά στη διαιώνιση της κατάρρευσης και στη μετατροπή της σε μια σταθερά αυξανόμενη αποσύνθεση· σταθερά αυξανόμενη τόσο ως προς το βάθος και την ένταση, όσο και ως προς το εύρος και την έκταση. Το καθεστώς που προήλθε απ’ αυτή την κατάσταση –και το οποίο περιγράψαμε προηγουμένως- είναι αυτό που ο Καστοριάδης, προς το τέλος της ζωής του, αποκάλεσε άνοδο της ασημαντότητας.
Το καθεστώς ασημαντότητας είναι η μορφή που παίρνει η βαρβαρότητα στην εποχή μας. Αν αυτό που πάντοτε απειλούσε την ανάπτυξη του δημοκρατικού και αυτόνομου προτάγματος ήταν η βαρβαρότητα, νοημένη ως η ακραία και χωρίς όρια επιβολή της ετερόνομης νόρμας, σήμερα ο εχθρός οφείλει να εντοπιστεί στη μαζική, ολική και συντριπτική απάθεια που συνιστά το βασικό κοινωνικό και ανθρωπολογικό χαρακτηριστικό του καθεστώτος ασημαντότητας. Αν η ύπαρξη και η δραστηριοποίηση μιας επαναστατικής ομάδας συνεχίζει να έχει ακόμη κάποιο νόημα, τότε αυτό δε μπορεί παρά να βρίσκεται στην ανελέητη και διαρκή καταγγελία του σύγχρονου ανθρωπολογικού καθεστώτος, στην προσπάθεια να ταρακουνήσουμε και να ξυπνήσουμε τους ανθρώπους, μπας και βγουν απ’ τη μαζική τους χαύνωση και ασχοληθούν με τα ογκώδη προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κόσμος σήμερα σε παγκόσμιο επίπεδο. Διότι στις μέρες μας η ύπαρξη τους καθεστώτος ασημαντότητας δε δημιουργεί απλώς ένα εντελώς καινούργιο είδος προβλημάτων (κοινωνική και ψυχική αποσύνθεση, κατάρρευση της κοινωνίας, μαζική απάθεια, καταστροφή της κουλτούρας, αποβλάκωση και συναισθηματική και σεξουαλική αποξήρανση των ανθρώπων, εξαφάνιση της υπευθυνότητας, συντεχνιοποίηση των κοινωνικών αγώνων κλπ), αλλά μεταλλάσσει προς το χειρότερο και τη φύση των «παραδοσιακών» και ανέκαθεν υπαρχόντων προβλημάτων (πολιτική και οικονομική ανισότητα και –ειδικά για τις μη δυτικές χώρες- εξαθλίωση και καταπίεση, βία, πόλεμοι, οικολογική καταστροφή, εθνικισμός, ρατσισμός κλπ). Αυτό συμβαίνει, επειδή η κατάσταση ολικής απάθειας στην οποία βρίσκονται οι άνθρωποι σήμερα έχει αφήσει το πεδίο των δημοσίων υποθέσεων έρμαιο στα χέρια των πιο ξεσαλωμένων –αφού δεν τους ασκείται πια καμία πίεση- γραφειοκρατικών (πολιτικών, οικονομικών, στρατιωτικών, μμεδικών) μαφιών που έχει γνωρίσει ο κόσμος εδώ και πολύ καιρό. Το να ασχολείται λοιπόν κανείς μόνο με τον παραδοσιακό τύπο προβλημάτων, μη μπαίνοντας καν τον κόπο να σκεφτεί τη μετάλλαξη προς το χειρότερο που αυτά υφίστανται μέσα στο καθεστώς ασημαντότητας, απλώς συγκαλύπτει την κρισιμότητα της σημερινής κατάστασης και, είτε το ξέρει είτε όχι, βοηθά αντικειμενικά στη συντήρηση και τη διαιώνισή της. Όπως το έχουμε ξαναπεί, το να θεωρεί κανείς ότι το πρόβλημα της εποχής μας είναι ο «καπιταλισμός», δίχως να κάθεται ποτέ να σκεφτεί τη μορφή που παίρνει στις μέρες μας αυτός ο καπιταλισμός, δε δείχνει τίποτε άλλο από την ακούραστη και επίμονη ροπή των ανθρώπων προς τον αυτοφενακισμό.
___________________________
[1] Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, μτφρ. Σ. Χαλικιάς, Γ. Σπαντιδάκη, Κ. Σπαντιδάκης, Αθήνα, Ράππας, 1978, σσ. 146-148 αλλά και γενικώς οι παράγραφοι «Η λογική του επαναστατικού προτάγματος» και «Οι κοινωνικές ρίζες του επαναστατικού προτάγματος».
[2] Όλες αυτές οι παρατηρήσεις, όπως και το ίδιο το κείμενο, αποτελούν προσπάθεια πρακτικής αντιμετώπισης και απάντησης στο καίριο πρόβλημα που θέτει ο Ν. Ηλιόπουλος στο βιβλίο του Νέοι δρόμοι για τη δημοκρατική σκέψη. Κριτική παρουσίαση του πολιτικού στοχασμού του Κορνήλιου Καστοριάδη, Αθήνα, Θεμέλιο, 2005: πώς μπορούμε να μιλήσουμε για ζητήματα συγκεκριμενοποίησης του προτάγματος της αυτονομίας, χωρίς όμως να πηγαίνουμε στον λενινισμό και στις ολοκληρωτικές πρακτικές. Να πούμε βέβαια, επί τη ευκαιρία, ότι το πρόβλημα δεν είναι τόσο απλό όσο το περιγράψαμε. Το πεδίο ρητής νομοθετικής δραστηριότητας δεν πρέπει να ταυτίζεται με τα ζητήματα «που αφορούν στη δημόσια/σημόσια σφαίρα». Κάτι τέτοιο είναι απλουστευτικό. Πολλά από τα ζητήματα της δημόσιας/ιδιωτικής σφαίρας οφείλουν να ρυθμιστούν ρητά (κατοχύρωση της ελευθερίας του λόγου, οικονομικά ζητήματα κλπ). Το ίδιο ισχύει και με πολλά ζητήματα της καθεαυτό ιδιωτικής σφαίρας, με πιο χαρακτηριστικό αυτό της εκπαίδευσης (δεδομένου ότι η εκπαίδευση επηρεάζει την ίδια την ψυχή και τη φαντασία των ενδιαφερομένων). Τα ζητήματα του τρόπου οργάνωσης της εκπαίδευσης (θα υπάρχει σχολείο ή όχι; κλπ) οφείλουν να τεθούν ρητά και να ρυθμιστούν νομοθετικά. Βλ. για όλα αυτά και για την περιπλοκότητα του όλου ζητήματος: C. Castoriadis, «Fait et à faire», Fait et à faire, Παρίσι, Seuil, 1997, σ. 69 κ. ε.
[3] Βλ. παρακάτω, το κομμάτι «Τι είναι βαρβαρότητα;».
[4] Βλ. επί του θέματος, εκτός από το κείμενο του Καστοριάδη στο οποίο αναφερόμαστε στην επόμενη υποσημείωση, τις συνεντεύξεις του «Συζήτηση με αγωνιστές του PSU» (Το περιεχόμενο του σοσιαλισμού, μτφρ. Γ. Δ. Ιωαννίδης, Μ. Λαμπρίδης, Μ. Παπαντωνίου-Φραγκούλη, Αθήνα, Ύψιλον, 1986, σσ. 213-214), «Ni nécessité historique, ni exigence seulement “morale”: une exigence politique et humaine» και «Marché, capitalisme, démocratie» (Une société à la dérive, Παρίσι, Seuil, 2005, σσ. 189-190 και 197-198 αντίστοιχα).
[5] Στον τόμο Το περιεχόμενο του σοσιαλισμού, ό. π., σσ. 77-161. Αν εξαιρέσουμε τη μαρξιστική του φρασεολογία και μερικά επιμέρους σημεία του, οι βασικές ιδέες του εν λόγω κειμένου παραμένουν ορθές και γι’ αυτό κι ο καστοριάδης τις υποστήριζε μέχρι τέλους.
[6] Βλ. για παράδειγμα, εκτός απ’ τον Καστοριάδη, τις ιδέες του Μumford τον οποίον τον υποστηρίζει κι ο Bookchin, ακριβώς πάνω στην ίδια βάση, απέναντι στους πριμιτιβιστές : Social Anarchism or Lifestyle Anarchism: an Unbridgeable Chasm, Εδιμβούργο, ΑΚ Press, 1995, σ. 32.
[7] Γι’ αυτό κι ο Σοφοκλής, στο περίφημο χορικό της Αντιγόνης όπου εξυμνεί τον άνθρωπο ως το δεινότερο απ’ όλα τα δεινά, πλάι σε θεμελιώδεις κατακτήσεις όπως η δημιουργία της γλώσσας και των ελεύθερων πόλεων βάζει και «τεχνολογικά» επιτεύγματα σαν τη γεωργία, την κτηνοτροφία, την αλιεία, τη ναυπιγική και την κατασκευή σπιτιών (στ. 334-371). Εδώ δεν πρόκειται φυσικά για την «υποκειμενικότητα» με την οποία μας ζάλιζαν τ’ αυτιά οι αντιανθρωπιστές φιλόσοφοι όπως ο Heidegger ή τα αλτουσεριανά μουλάρια και οι κτηνοτρόφοι τους της οδού Ulm, αλλά για την έκφραση της δημιουργικότητας και της εφευρετικότητας του ανθρώπινου νου. Πρόκειται για το πνεύμα που εκφράζουν, για παράδειγμα, τα μυθιστορήματα του Ιουλίου Βερν ή ο Μέγας Ανατολικός του Εμπειρίκου, στο 61ο κεφάλαιο του οποίου ο ίδιος ο Βερν οραματίζεται το ένδοξο μέλλον της ανθρωπότητας.
[8] Όπως η παιδεραστία ή ο σαδισμός, υπό τη μορφή τουλάχιστον που τον περιγράφει ο μαρκήσιος de Sade στα μυθιστορήματά του (έχοντας δηλαδή ως απαραίτητο στοιχείο του την απουσία της ελεύθερης συναίνεσης του «θύματος»).
[9] Κι αυτό διότι εδώ τίθεται ένα πολύ σημαντικό ερώτημα, το οποίο ενδέχεται να μην το έχει αντιληφθεί ούτε ο ίδιος ο Καστοριάδης. Ενώ είναι προφανές ότι ο καπιταλισμός είναι το μοναδικό κοινωνικοϊστορικό καθεστώς που, αφότου κυριάρχησε, επέβαλλε συνειδητά την κυριαρχία και τα σχήματά του σε όλα τα πεδία της κοινωνικής ζωής –«Στις προηγούμενες κοινωνίες, σφαίρες της πολιτικής ζωής άλλες από την παραγωγή, την οικονομία και την πολιτική δε σχετίζονταν παρά έμμεσα και υπονοούμενα με την ταξική διάρθρωση της κοινωνίας. Σήμερα και παρασύρονται στη σύγκρουση και ρητά έχουν ενσωματωθεί στο δίχτυ της οργάνωσης, στο οποίο η κυρίαρχη τάξη τείνει να περικλείσει ολόκληρη την κοινωνία. Όλοι οι τομείς της ανθρώπινης ζωής πρέπει να υποταχτούν στον έλεγχο των διευθυνόντων» έγραφε ο Καστοριάδης ήδη απ’ το 1959 («Το επαναστατικό κίνημα στον σύγχρονο καπιταλισμό», Σύγχρονος καπιταλισμός και επανάσταση, μτφρ. Α. Στίνας, Κ. Κουρεμμένος, Αθήνα, Ύψιλον, 1987, σ. 229)-, από την άλλη μεριά η πρωτοφανής αποσύνθεση της σύγχρονης κοινωνίας δε δείχνει να ερμηνεύεται ικανοποιητικά απλώς και μόνο με την αναφορά στην εξάλειψη των εμποδίων της επέκτασης του «καπιταλιστικού-γραφειοκρατικού προτάγματος», η οποία προέκυψε από την υποχώρηση του φαντασιακού της αυτονομίας. Για παράδειγμα, στη Ρωσία του Στάλιν, όπου η γραφειοκρατική δικτατορία πέτυχε τον ύψιστο βαθμό κυριαρχίας της -και στης οποίας την περίπτωση οι πρώτες αναλύσεις του Καστοριάδη έβλεπαν την πραγμάτωση της βαρβαρότητας-, δεν παρατηρούνταν φαινόμενα κοινωνικής αποσύνθεσης και διάλυσης σαν αυτά που παρατηρούνται σήμερα (βλ. παρακάτω στο κυρίως κείμενο) ή, ακόμη πιο αποκαλυπτικά, σαν αυτά που παρουσιάστηκαν στη στρατοκρατική φάση του ρωσικού καθεστώτος (περίοδος από τον Μπρέζνιεφ κι έπειτα), η οποία περιγράφεται στο Μπροστά στον πόλεμο. Εξάλλου, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σήμερα, μαζί με όλες τις άλλες κοινωνικές φαντασιακές σημασίες, έχει χρεοκοπήσει και το ίδιο το καπιταλιστικό φαντασιακό : δεν υπάρχουν πια θεωρητικοί του καπιταλισμού σε κανένα επίπεδο (οι νεοφιλελεύθεροι οικονομολίγοι αντιγράφουν τους νεοκλασικούς ενώ οι φιλελεύθεροι πολιτικοί θεωρητικοί ξεσηκώνουν τις ιδέες φιλοσόφων του 19ου αιώνα όπως ο Constant ή ο Tocqueville) και οι υποστηρικτές του είναι απλώς είτε ιδεολογικοί υπάλληλοι και δημαγωγοί είτε κερδοσκόποι, απατεώνες και κομπιναδόροι. Δεν υπάρχει πια κανένα ίχνος καπιταλιστικής ιδεολογίας. Γιατί λοιπόν παλιότερα το καπιταλιστικό φαντασιακό ωθούσε τους ανθρώπους στη δημιουργία θεσμών και σημασιών, ενώ τώρα δεν παράγει τίποτε;
[10] Βλ. επί τούτου το πολύ σημαντικό κείμενο του D. A. Curtis, “Socialism or Barbarism: The Alternative presented in the Work of Cornelius Castoriadis”, G. Busino, Autonomie et autotransformation de la société. La philosophie militante de Cornelius Castoriadis, Γενεύη, Droz, 1989. Υπό μετάφραση.
[11] Όπως το έγραφε ο αμερικανός χιουμορίστας συγγραφέας O. Henry, «είμαστε όλοι λίγο πολύ υποχρεωμένοι να γινόμαστε παραβάτες, ψεύτες και υποκριτές, όχι μόνο από καιρό σε καιρό, αλλά σ’ όλες τις μέρες της ζωής μας. Αν κάναμε αλλιώς, η κοινωνική μηχανή θα ‘σπαζε σε χίλια κομμάτια. Είναι απαραίτητο να φερόμαστε έτσι ο ένας απέναντι στον άλλον, όπως είναι απαραίτητο να ντυνόμαστε» (το παραθέτει ο Breton, Ανθολογία του μαύρου χιούμορ, μτφρ. Γ. Καραβασίλης, Αθήνα, Αιγόκερως, 1996, σσ. 215-216). Η περίφημη «θεμελιώδης αντίφαση του καπιταλισμού» που έφερε στο φως ο Καστοριάδης με τη δουλειά του των ετών 1955-60 δεν είναι, στην πραγματικότητα, παρά η παροξυσμική μορφή που παίρνει υπό τις ιδιάζουσες συνθήκες του καπιταλισμού η «ένταση μεταξύ του θεσμίζοντος και του θεσμισμένου», η οποία υπάρχει σε κάθε ετερόνομη κοινωνία. Και για να φύγουμε από το εργατιστικό επίπεδο μέσα στο οποίο –απολύτως δικαιολογημένα για εκείνη την εποχή- σκεφτόταν ο Καστοριάδης, μπορούμε να δώσουμε το εξής παράδειγμα της θεμελιώδους αντίφασης του καπιταλισμού (η οποία είναι στην πραγματικότητα η θεμελιώδης αντίφαση κάθε ιεραρχικού και γραφειοκρατικού τρόπου οργάνωσης, κάθε τύπου οργάνωσης δηλαδή του οποίου η ουσία έγκειται στο να θέλει ντε και σώνει να οργανώσει τη ζωή των ανθρώπων ερήμην τους): το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα των δύο τελευταίων τάξεων του λυκείου μπορεί και λειτουργεί –το «λειτουργεί» είναι φυσικά τρόπος του λέγειν: με τους μισούς μαθητές να γράφουν κάτω απ’ τη βάση και τους υπόλοιπους να παίρνουν χάπια και βιταμίνες για να καταφέρουν να αντέξουν την κούραση-, παρά στο βαθμό που το σχολείο αντικαθίσταται σχεδόν ολοκληρωτικά από το φροντιστήριο, από έναν, με άλλα λόγια, εξωσχολικό θεσμό, τον οποίο οι υπεύθυνοι του υπουργείου παιδείας επισήμως θεωρούν περιττό και καταδικαστέο (ως «παραπαιδεία»). Για να λειτουργήσει το κρατικά οργανωμένο σύστημα είναι αναγκασμένο να προστρέχει διαρκώς στην αυτενέργεια της κοινωνίας (εν προκειμένω των μαθητών και των καθηγητών: δημιουργία του φροντιστηρίου, των «ιδιαιτέρων», των «βοηθημάτων» κλπ), την οποία, κατά τ’ άλλα, προσπαθεί να υποκαταστήσει πλήρως, «λύνοντας» a priori και από τα πάνω όλα τα προβλήματα. Είναι επίσης γνωστό ότι το ελληνικό πανεπιστήμιο –το οποίο βασίζεται σχεδόν εξολοκλήρου στο σύστημα της αποστήθισης και της παπαγαλίας- μακροπρόθεσμα θα παρέλυε, αν οι φοιτητές δεν έκαναν σκονάκια κι αν δεν αντέγραφαν ο ένας απ’ τον άλλον στις εξετάσεις ή, απλούστερα, αν δεν έκαναν «πασάλειμμα» αντί για «διάβασμα»: θα χρωστούσαν όλοι αμέτρητα μαθήματα και δε θα παίρνανε ποτέ πτυχίο –και να δούμε τότε τι θα έκανε το υπουργείο με την περίφημη ρύθμιση του ν+2.
[12] Κ. Καστοριάδης, Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, ό. π., σ. 147.
[13] Κ. Καστοριάδης, Η άνοδος της ασημαντότητας, σ. 168
[14] Βλ. τη σχετική παράγραφο στη Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, ό. π., σσ. 120-128.
