Δεν είναι μόνο η αμετάκλητη κατασπατάληση του περιβάλλοντος και αναντικατάστατων πόρων. Είναι επίσης η ανθρωπολογική καταστροφή των ανθρώπινων όντων που μεταμορφώνονται σε παραγωγικά και καταναλωτικά κτήνη, σε εξαχρειωμένους ζάπερ...
Κορνήλιος Καστοριάδης
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δημοκρατία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δημοκρατία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Η άμεση δημοκρατία δεν είναι ουτοπία, αλλά ευτοπία
Published 16.8.11 in Αναλύσεις , Αυτονομία , δημοκρατία , Καστοριάδης by Zed
Ένα βασικό ερώτημα που τίθεται στη σημερινή κρίσιμη περίοδο γενικευμένης παρακμής είναι το εξής: κατά πόσο είναι εφικτή η δημιουργία ενός πραγματικά δημοσίου χώρου, ο οποίος να εξασφαλίζει την κυριαρχία του δήμου; Κατά πόσο ο αυτοπροσδιορισμός και η αυτοκυβέρνηση, δηλαδή η άμεση δημοκρατία, είναι σήμερα δυνατή και με ποιον τρόπο; Για το ζήτημα αυτό εκφράζονται πολλές αμφιβολίες. Τα αρνητικά επιχειρήματα που συνήθως προβάλλονται είναι α) ότι η σημερινή εντελώς διαφορετική πραγματικότητα δεν προσφέρει τις συνθήκες που υπήρχαν στην αρχαία Αθήνα (μικρό πληθυσμό, μικρή έκταση, απλούστερα προβλήματα), ως εκ τούτου δεν είναι ρεαλιστικό πρόταγμα. Και β) οι άνθρωποι δεν επιθυμούν την αυτοκυβέρνηση, ακολουθούν και ψηφίζουν τα κόμματα, άρα είναι δύσκολο να πραγματοποιηθεί αφού η ανθρώπινη πραγματικότητα είναι αντίθετη. Τα επιχειρήματα αυτά τα έχω συζητήσει αλλού,[1] και εδώ θα αρκεσθώ σε μερικά συμπληρωματικά σχόλια.
Σε αυτούς που αντιτάσσουν ότι η αυτοκυβέρνηση και η δημοκρατία δεν είναι δυνατές, δεν είναι ρεαλιστικά αιτήματα, αλλά ρομαντισμός, αφέλεια ή ουτοπία, η απάντηση είναι ότι ρεαλισμός δεν σημαίνει να υποκύπτεις στην πραγματικότητα και να την δέχεσαι παθητικά και δουλικά, αλλά να αναζητάς μιαν άλλη πραγματικότητα. Ρεαλισμός δεν είναι να αποδέχεσαι την πραγματικότητα, αλλά να προσπαθείς να την αλλάξεις. Ουτοπία δεν είναι να πιστεύεις ότι η πραγματικότητα μπορεί να αλλάξει, αλλά το να πιστεύεις ότι δεν θα αλλάξει και θα παραμείνει όπως έχει επ’ άπειρον. Τα επιχειρήματα αυτά κατά του εφικτού της δημοκρατίας βλέπουν δηλαδή μόνο τη μία πλευρά και παρακάμπτουν μία εξ ίσου σημαντική αλήθεια: πραγματικότητα δεν είναι μόνο αυτά που ισχύουν, η συγκεκριμένη κοινωνικο-οικονομικο-πολιτική κατάσταση, οι εγκαθιδρυμένοι θεσμοί, οι ισχύοντες νόμοι και οι επικρατούσες αξίες. Είναι και όλα όσα εμείς επιθυμούμε και δυνάμεθα να πράξουμε, μετά από στοχασμό και διαβούλευση, όσα θέλουμε και αντιτάσσουμε στην υπάρχουσα κατάσταση, δηλαδή οι δικοί μας θεσμοί, νόμοι και αξίες, η δικιά μας θέληση.[2]
H Arendt αναλύει και αναδεικνύει την αξία και τη δύναμη της θελήσεως ως πρώτιστο γενεσιουργό παράγοντα της πράξεως (le ressort de l’ action) στο βιβλίο της Η ζωή του πνεύματος, τόμ. 2ος, με υπότιτλο «Η θέληση». Από τις πρώτες σελίδες ήδη τονίζει ότι η θέληση είναι η ανθρώπινη ιδιότητα για την αντιμετώπιση του μέλλοντος, μέσα από την ανοικτή εμπειρία του χρόνου. είναι το όργανο του μέλλοντος, όπως η μνήμη είναι το όργανο του παρελθόντος.[3] Έτσι όμως η θέληση συνδέεται με τη φαντασία, διότι το μέλλον δεν υπάρχει κάπου, δεν είναι άμεσα ορατό, πρέπει να το συλλάβει κανείς με τη δύναμη της φαντασίας. Είναι πολύ δαφωτιστικό ένα χωρίο στο οποίο ο Καστοριάδης συνδέει με μοναδικό τρόπο τη θέληση με τη φαντασία: «Η πολιτική φαντασία έχει εξαφανισθεί. Η εξαφάνιση αυτή της φαντασίας πάει μαζί με την κατάρρευση της θέλησης. Γιατί πρέπει βέβαια να μπορείς να παραστήσεις στο μυαλό σου κάτι που δεν υπάρχει, για να μπορέσεις να θελήσεις. Και πρέπει να θέλεις στα ενδόψυχά σου κάτι άλλο από την απλή επανάληψη, για να μπορείς να φαντάζεσαι».[4] Όλα εξαρτώνται από αυτή την ανθρώπινη δύναμη της φαντασίας, της θέλησης, η οποία επιτρέπει να φαντασθούμε άλλα πράγματα από τα ήδη γνωστά και υπάρχοντα, από τα στερεότυπα και τα καθιερωμένα, να φαντασθούμε, να θελήσουμε, νέες ιδέες, θεσμούς και σημασίες. Πρέπει λοιπόν να φαντασθούμε την άλλη κοινωνία, την άλλη πραγματικότητα, που σημαίνει πρέπει να τολμήσουμε να σκεφθούμε διαφορετικά, να μάθουμε να σκεφτόμαστε αλλοιώς.[5] Φυσικά προς τούτο απαιτείται εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, στις δικές μας δυνάμεις, στις ικανότητές μας.
Ο Κίρκεγκωρ έλεγε: «Δεν είναι ο δρόμος που είναι δύσκολος, είναι το δύσκολο που είναι δρόμος». Το δύσκολο βρίσκεται στην αδυναμία της θέλησης και στην οκνηρία της φαντασίας, στην απροθυμία να σκεφθούμε και να δράσουμε διαφορετικά. Η μεγαλύτερη δυσκολία έγκειται στο γεγονός ότι τα άτομα και οι κοινωνίες αφήνονται στον εφησυχασμό των «κεκτημένων» και έχουν μία δυσπιστία και φοβία στο καινούριο και το άγνωστο. Προτιμούν τη σιγουριά του ήδη γνωστού και αναγνωρίσιμου, έχουν το δικό τους νόμο αδρανείας. Εδώ βρίσκεται η ουσία του ζητήματος: όταν τολμάμε ίσως χάνουμε ορισμένα πράγματα από τα «κεκτημένα», όταν όμως δεν τολμάμε χάνουμε τον εαυτό μας, την ελευθερία μας, γινόμαστε δούλοι - όπως σήμερα. Από τη στιγμή όμως που λαμβάνουμε την απόφαση ανοίγει ο δρόμος της δημιουργίας του νέου, του άλλου.
Τίποτε στην Ιστορία δεν είναι εξασφαλισμένο εκ των προτέρων. Η Ιστορία δεν είναι ευθύγραμμη, γραμμική και νομοτελειακή, δεν εξαρτάται από κάποιες αδήριτες φυσικές ή οικονομικές αναγκαιότητες ούτε από «ιστορικούς νόμους». Εδώ βρίσκεται μία μεγάλη συμβολή του Κ. Καστοριάδη, και έχει σχέση με την κριτική που άσκησε στην μαρξική θεωρία: η ιστορία είναι δημιουργία ανθρώπινη, απρόβλεπτη και φαντασιακή, υπερβαίνει τους ορθολογικούς καθορισμούς. Σημειώνει δε χαρακτηριστικά: «Δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή πρόβλεψη στην πολιτική και στην ιστορία. Την παραμονή του Μάη του ’68, ο Viansson-Ponté έγραφε το περίφημο άρθρο του ‘’Η Γαλλία πλήττει’’. Πράγματι, έπληττε τόσο πολύ που εξερράγη λίγες εβδομάδες αργότερα. Δεν θέλω βέβαια να πω ότι είμαστε στις παραμονές ενός καινούργιου Μάη του ’68. Απλώς, ότι καμιά σφυγμομέτρηση και καμιά εμπειρική επαγωγή δεν μπορούν να προβλέψουν τη συμπεριφορά ενός πληθυσμού βραχυπρόθεσμα, και ακόμη λιγότερο μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα».[6] Αυτό που συνέβη πριν από τον Μάη του ’68 και καθόρισε την μετέπειτα πορεία ήταν οι πρωτοβουλίες από ένα μέρος του πληθυσμού που είχε αρχίσει να αμφισβητεί θεσμούς, έννοιες, σημασίες, αξίες, τον τρόπο του βίου, και επινοούσε αιτήματα, διεκδικήσεις, νέες μορφές οργάνωσης και δράσης.
Το βασικό που παίζει ρόλο, όπως ήδη είπα, είναι η επιθυμία των ανθρώπων να υπάρξουν διαφορετικά, η θέλησή τους να έχουν λόγο γι αυτά που τους αφορούν και τους επηρεάζουν, γι’ αυτά που καθορίζουν τον βίο και το μέλλον τους.[7] Όλα είναι πιθανά και δυνατά, εφ’ όσον εξαρτώνται από την ανθρώπινη βούληση και πράξη, από το κοινωνικό φαντασιακό.[8] Όλα είναι δυνατά για τον άνθρωπο, όπως το διατύπωσε και ο Σοφοκλής με απαράμιλλο τρόπο τον 5ο αιώνα, στο υπέροχο και μοναδικής ομορφιάς και πλήρους νοήματος στάσιμο της Αντιγόνης (πολλά τα δεινά κουδέν ανθρώπω δεινότερον πέλει... στ. 332-375). Το χορικό αυτό είναι ένας ύμνος στην ανθρώπινη δημιουργικότητα, η οποία δεν υπακούει, δεν υποκύπτει σε καμία αναγκαιότητα. Μόνο μία αναγκαιότητα δεν μπορεί να αποφύγει ο άνθρωπος, τον θάνατο: Άπορος επ’ ουδέν έρχεται / το μέλλον . Άϊδα μόνον / φεύξιν ουκ επάξεται.[9] Τη δύναμη του ανθρώπινου και κοινωνικού παράγοντα γνώριζε και ο Αριστοτέλης, ο οποίος στα λεγόμενα ρεαλιστικά βιβλία των Πολιτικών του εξετάζει αναλυτικά τους τρόπους και τις αιτίες εγκαθίδρυσης, διατήρησης και φθοράς όλων των πολιτευμάτων. Αναδεικνύει ως κύριο παράγοντα των αλλαγών τις διαθέσεις και τις προσπάθειες των ανθρώπων, των πολιτικών ομάδων και των κοινωνικών στρωμάτων για εξουσία. Αναφέρει λ.χ. ότι η ολιγαρχία εγκαθίσταται όταν οι ολίγοι πλούσιοι επιθυμούν την εξουσία και έχουν τη δύναμη να την κατακτήσουν, ενώ ταυτοχρόνως οι πολλοί δεν την επιθυμούν και δεν έχουν τη δύναμη να αντισταθούν.
Οι σημαντικές αλλαγές στην ιστορία δεν γίνονται από τις κομματικές ηγεσίες, τους βουλευτές και τα κοινοβούλια, από την κρατική νομενκλατούρα και τη γραφειοκρατική διαχείριση, αλλά από την κοινωνική βάση, από τις κοινωνικές συλλογικότητες, που όταν θέλουν και έχουν όραμα εισβάλλουν στο προσκήνιο και απαιτούν άλλη θέσμιση της κοινωνίας. Ας μη ξεχνούμε ότι όταν οι μεγάλες κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές πραγματοποιούνται θεωρούνται αναπόφευκτες και αναγκαίες, ενώ πριν πραγματοποιηθούν θεωρούνται απραγματοποίητες ή ουτοπίες. Ο Max Weber γράφει: «Αναμφίβολα, όλη η ιστορική εμπειρία επιβεβαιώνει την αλήθεια ότι ο άνθρωπος δεν θα είχε πετύχει το εφικτό, αν δεν είχε ξανά και ξανά προσπαθήσει να φθάσει το ανέφικτο». Ένα μόνο παράδειγμα, από τα πολλά, αρκεί. Τον 17ο αιώνα ο John Locke στη Δεύτερη πραγματεία περί κυβερνήσεως δηλώνει για πρώτη φορά μετά τον 5ο π.Χ. αιώνα τα εξής σημαντικά και επαναστατικά: «Η δουλεία αποτελεί για τον άνθρωπο μια κατάσταση τόσο ευτελή, τόσο άθλια και τόσο ευθέως αντίθετη με τη μεγάθυμη ιδιοσυγκρασία και το θάρρος του έθνους μας, ώστε πολύ δύσκολα θα φανταζόμασταν ότι ένας Άγγλος, κι ακόμα λιγότερο, ένας έντιμος άνθρωπος, θα μπορούσε να την υποστηρίξει». Το κήρυγμα αυτό κατά της δουλείας άργησε να γίνει πραγματικότητα, διότι, ως γνωστόν, η δουλεία καταργήθηκε επισήμως μετά από δύο αιώνες, τον 19ο αιώνα. Δηλαδή όταν έγραφε την άποψή του ο Λοκ, ήταν δύσκολο να πραγματοποιηθεί και φαινόταν ανέφικτη και ουτοπία.
Η συμμετοχή λοιπόν των ανθρώπων στις αποφάσεις, στους νόμους και στον έλεγχο της εξουσίας δεν είναι ακατόρθωτη. Τα αιτήματα της ελευθερίας, της ισότητας, της δικαιοσύνης και του ελέγχου δεν είναι αδύνατο να πραγματοποιηθούν. Η δημοκρατία είναι εφικτή. Δεν είναι ουτοπία όπως λέγεται συνήθως από τους ποικίλους σκεπτικιστές, αντιπάλους και εχθρούς της.[10] Ουτοπία είναι το όραμα του αναρχισμού για μία κοινωνία χωρίς εξουσία. Ουτοπία ήταν το όραμα του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού για μία αταξική κομμουνιστική κοινωνία. Αν και ο Μαρξ με τον Ένγκελς παρουσίασαν τον σοσιαλισμό τους ως «επιστημονικό», εν αντιθέσει με τον «ουτοπικό» των προγενεστέρων τους, εν τούτοις και ο δικός τους αποδείχθηκε εξίσου ουτοπικός. Ουτοπία είναι η αναζήτηση μίας ιδανικής, εξιδανικευμένης και τέλειας κοινωνίας, ενώ δημοκρατία είναι η προσπάθεια για μία δίκαιη κοινωνία. Η δημοκρατία δεν είναι ουτοπία, αλλά ευτοπία. Με τη λέξη ευτοπία δεν εννοώ μία τέλεια, ιδεώδη, ευδαίμονα κοινωνία, αλλά μία κοινωνία που έχει βρεί - έχει κατακτήσει - έναν «τόπο» για να στηριχθεί, να κατοικήσει και να πράξει: να διατηρήσει ανοικτό το ζήτημα της ελευθερίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης ως υπόθεση συλλογικής διαβούλευσης. Ο τόπος αυτός δεν είναι άλλος από τον δημόσιο χώρο, τον κοινό χώρο, που περιέγραψα προηγουμένως, και ο οποίος αποτελεί προϋπόθεση και αποτέλεσμα της δημοκρατίας. Η ευτοπία, δηλαδή, είναι ο αυτοσυγκροτούμενος σε κυρίαρχο πολιτικό υποκείμενο δήμος.
Θα πρέπει εν προκειμένω να σημειωθεί ότι η άμεση δημοκρατία υπήρξε στην πραγματικότητα, ήταν πραγματικό γεγονός, ρεαλιστική, δεν ήταν θεωρητική σύλληψη και ουτοπική έμπνευση. Αντιθέτως η ουτοπία δημιουργήθηκε για πρώτη φορά στην ανθρώπινη σκέψη ως θεωρητική φιλοσοφική απάντηση στη δημοκρατία. Ο εισηγητής της ουτοπίας είναι ο μεγάλος αντιδημοκράτης φιλόσοφος, ο Αθηναίος Πλάτων. Συλλαμβάνει μία θεωρητική πολιτεία, η οποία υπάρχει μόνο στη σκέψη του, και ουσιαστικώς πρόκειται για μία εφιαλτική αντιδημοκρατική ουτοπία. Ουτοπία με την έννοια ότι οι βασιλείς φιλόσοφοι δεν υπήρξαν ποτέ και είναι αδύνατο να βρεθούν όπως τους οραματιζόταν ο Πλάτων, δηλαδή να δημιουργήσουν την αρίστη πολιτεία και την ευδαιμονία – ο ίδιος άλλωστε το παραδέχεται στα μετέπειτα έργα του. Από την άλλη όμως το όραμα του Πλάτωνα δεν ήταν ουτοπία, αλλά ρεαλιστικό όραμα, διότι ανέκαθεν υπήρξαν βασιλείες ανελεύθερες, αυταρχικές και απολυταρχικές, καθώς και άλλες εφιαλτικές αντιδημοκρατικές πολιτείες, και από ότι δείχνει η ανθρώπινη ιστορία θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν όσο οι άνθρωποι δεν αντιστέκονται και δεν αντιδρούν
Σημειώσεις:
1*. Το κείμενο αυτό είναι τμήμα ενός μεγαλύτερου κειμένου που περιέχεται στο συλλογικό Γ. Ν. Οικονόμου (επιμ.), Γένεση της δημοκρατίας και σημερινή κρίση. Μελέτες για τον Κορνήλιο Καστοριάδη, που θα κυκλοφορήσει προσεχώς από τις εκδόσεις Ευρασία. Ευχαριστούμε τον εκδότη για την άδεια προδημοσίευσης.
Γ. Ν. Οικονόμου, Από την κρίση του κοινοβουλευτισμού στη δημοκρατία, Παπαζήσης, Αθήνα, 2009, σ. 84-86.
2. Βλ. Α. Δεληγιώργη, «Η οντολογία του όντος/Είναι δι’ εαυτόν ως εναντίωση στον σύγχρονο μηδενισμό», Α. Αποστολόπουλος & Γ. Ν. Οικονόμου (επιμ.), Αφιέρωμα στον Κ. Καστοριάδη, στοχαστή της αυτονομίας, Αθήνα, 2010, σ. 219.
3. Arendt, Τhe Life of the Mind, Vol. 2, Willing, New York, 1978. Βλ. και γαλλική μετάφραση La vie de l’ esprit, vol. 2, Le vouloir, Puf, Paris, 1983.
4. Καστοριάδης, Ο καιρός, Υψιλον, Αθήνα, 1987, σ. 100.
5. Καστοριάδης, Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, μτφ., Ράππας, Αθήνα, 1981, σ. 410.
6. Καστοριάδης, «Ακυβέρνητη κοινωνία», Ακυβέρνητη κοινωνία, μτφ. Ζ. Σαρίκας, Ευρασία, Αθήνα, 2010, σ. 317.
7. Πρβλ. Γ. Ν. Οικονόμου, «Δημοκρατία ή αντιπροσώπευση;» Β΄ Μέρος, Πρόταγμα, αρ. 1, Δεκέμβριος 2010. Από το κείμενο αυτό έχω χρησιμοποιήσει αρκετά στοιχεία σε τούτο το κεφάλαιο.
8. Γ. Ν. Οικονόμου, «Το κοινωνικό-ιστορικό, η αυτονομία και τα επιχειρήματά της», στο Α. Αποστολόπουλος & Γ. Ν. Οικονόμου (επιμ.), Αφιέρωμα στον Κ. Καστοριάδη, στοχαστή της αυτονομίας, Αθήνα, 2010, σ. 167-169.
9. Βλ. την εξαίρετη ανάλυση του χορικού αυτού από τον Κ. Καστοριάδη στο κείμενό του «Αισχύλεια ανθρωπογονία και σοφόκλεια αυτοδημιουργία», Οι ομιλίες στην Ελλάδα, Υψιλον, Αθήνα, 1990.
10. Βλ. επίσης Καστοριάδης, «Το πρόταγμα της αυτονομίας δεν είναι ουτοπία», Ακυβέρνητη κοινωνία, μτφ. Ζ. Σαρίκας, Ευρασία, Αθήνα, 2010, σ. 27 κ.ε.
Σημειώσεις:
1*. Το κείμενο αυτό είναι τμήμα ενός μεγαλύτερου κειμένου που περιέχεται στο συλλογικό Γ. Ν. Οικονόμου (επιμ.), Γένεση της δημοκρατίας και σημερινή κρίση. Μελέτες για τον Κορνήλιο Καστοριάδη, που θα κυκλοφορήσει προσεχώς από τις εκδόσεις Ευρασία. Ευχαριστούμε τον εκδότη για την άδεια προδημοσίευσης.
Γ. Ν. Οικονόμου, Από την κρίση του κοινοβουλευτισμού στη δημοκρατία, Παπαζήσης, Αθήνα, 2009, σ. 84-86.
2. Βλ. Α. Δεληγιώργη, «Η οντολογία του όντος/Είναι δι’ εαυτόν ως εναντίωση στον σύγχρονο μηδενισμό», Α. Αποστολόπουλος & Γ. Ν. Οικονόμου (επιμ.), Αφιέρωμα στον Κ. Καστοριάδη, στοχαστή της αυτονομίας, Αθήνα, 2010, σ. 219.
3. Arendt, Τhe Life of the Mind, Vol. 2, Willing, New York, 1978. Βλ. και γαλλική μετάφραση La vie de l’ esprit, vol. 2, Le vouloir, Puf, Paris, 1983.
4. Καστοριάδης, Ο καιρός, Υψιλον, Αθήνα, 1987, σ. 100.
5. Καστοριάδης, Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, μτφ., Ράππας, Αθήνα, 1981, σ. 410.
6. Καστοριάδης, «Ακυβέρνητη κοινωνία», Ακυβέρνητη κοινωνία, μτφ. Ζ. Σαρίκας, Ευρασία, Αθήνα, 2010, σ. 317.
7. Πρβλ. Γ. Ν. Οικονόμου, «Δημοκρατία ή αντιπροσώπευση;» Β΄ Μέρος, Πρόταγμα, αρ. 1, Δεκέμβριος 2010. Από το κείμενο αυτό έχω χρησιμοποιήσει αρκετά στοιχεία σε τούτο το κεφάλαιο.
8. Γ. Ν. Οικονόμου, «Το κοινωνικό-ιστορικό, η αυτονομία και τα επιχειρήματά της», στο Α. Αποστολόπουλος & Γ. Ν. Οικονόμου (επιμ.), Αφιέρωμα στον Κ. Καστοριάδη, στοχαστή της αυτονομίας, Αθήνα, 2010, σ. 167-169.
9. Βλ. την εξαίρετη ανάλυση του χορικού αυτού από τον Κ. Καστοριάδη στο κείμενό του «Αισχύλεια ανθρωπογονία και σοφόκλεια αυτοδημιουργία», Οι ομιλίες στην Ελλάδα, Υψιλον, Αθήνα, 1990.
10. Βλ. επίσης Καστοριάδης, «Το πρόταγμα της αυτονομίας δεν είναι ουτοπία», Ακυβέρνητη κοινωνία, μτφ. Ζ. Σαρίκας, Ευρασία, Αθήνα, 2010, σ. 27 κ.ε.
Το όραμα απέκτησε όνομα: άμεση δημοκρατία. Από τις 25 Μαΐου η χώρα ζει στην πλατεία Συντάγματος και στις άλλες ανά την επικράτεια πλατείες μία καινοφανή πολιτική κατάσταση. Πλήθη ανθρώπων κυρίως νέων συρρέουν και συμμετέχουν σε Λαϊκές Συνελεύσεις, συζητούν, διαλέγονται, προτείνουν και ψηφίζουν. Είναι οι αμεσοδημοκρατικές αντιλήψεις και πρακτικές που αναδύονται σε μαζική κλίμακα και με έναν ριζικό και πρωτόγνωρο τρόπο.
Αποσιώπηση και συγκάλυψη
Οι αμεσοδημοκρατικές αντιλήψεις και πρακτικές στην Ελλάδα εμφανίσθηκαν για πρώτη φορά στην εξέγερση και κατάληψη του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο 1973. Και τότε οι συνελεύσεις των φοιτητών, των εργαζομένων και των μαθητών είχαν τον κύριο λόγο για τον χαρακτήρα και τη μορφή των κινητοποιήσεων, για τα συνθήματα και γενικώς για το όλο πλαίσιο της κατάληψης. Η αυτοοργάνωση, ο αυτοκαθορισμός και η άμεση συμμετοχή των εξεγερμένων ήταν σε διαρκή αντιπαράθεση και σύγκρουση με τις κομματικές αντιλήψεις και πρακτικές (κυρίως των δύο κομμάτων της Αριστεράς), οι οποίες προσπαθούσαν να υποτάξουν την κινητοποίηση στα προκρούστεια μέτρα τους. Οι στόχοι ήταν η δημοκρατία και η λαϊκή κυριαρχία, εκτός βεβαίως από την πτώση της δικτατορίας. Tα χαρακτηριστικά αυτά αποσιωπήθηκαν και συγκαλύφθηκαν από τα ΜΜΕ, από τις κυρίαρχες κομματικές δυνάμεις, καθώς επίσης και από την Αριστερά.
Έτσι και σήμερα στην πλατεία τα άτομα που συμμετέχουν είναι φορείς των δικών τους απόψεων και όχι των κομμάτων ή των κομματικών οργανώσεων. Η Λαϊκή Συνέλευση είναι αντίθετη με τις κομματικές διχαστικές λογικές, τις μονομανείς ιδεολογικές περιχαρακώσεις, τις «γραμμές», τις ειλημμένες εκ των προτέρων και για πάντα, πριν από εμάς για εμάς. Στην ανοικτή συνέλευση οι ιδέες κατατίθενται ελεύθερα, συζητώνται και ψηφίζονται άμεσα. Η πλατεία είναι αντίθετη και απορρίπτει συλλήβδην το αποτυχημένο κομματοκρατικό σύστημα. Έχει συνειδητοποιήσει ότι το σύστημα αυτό είναι υπεύθυνο για τη σημερινή παρακμή και χρεοκοπία και ότι είναι ανίκανο να χειρισθεί και να λύσει τα προβλήματα που το ίδιο δημιούργησε. Απορρίπτονται επίσης και τα κόμματα της Αριστεράς ως ανίκανα και αφερέγγυα. Αυτό το χαρακτηριστικό έχει εν πολλοίς αποσιωπηθεί πάλι από τα ΜΜΕ, από τις κυρίαρχες κομματικές δυνάμεις, καθώς και από την Αριστερά.
Άμεση δημοκρατία και κόμματα
Αποδείχθηκε εμπράκτως ότι το κομματοκρατικό σύστημα ενδιαφέρεται μόνο για τη συντήρηση και αναπαραγωγή του μέσω του πελατειακού κράτους, με επιβάρυνση του δημοσίου ταμείου και κατά συνέπεια με αύξηση του δανεισμού και του εξωτερικού χρέους. Τα κόμματα ενδιαφέρονται μόνο για το δικό τους συμφέρον, για τη διατήρηση και αύξηση του εκλογικού ποσοστού τους και συνεπώς για το μοίρασμα της εξουσίας και των οικονομικών απολαβών. Εξυπηρετούν τα συμφέροντα των ολίγων ισχυρών και κυρίαρχων της οικονομικής ζωής: τραπεζών, επιχειρηματιών, μεγαλοεργολάβων, ΜΜΕ. Έτσι η πολιτική εξουσία είναι αρρήκτως συνδεδεμένη με την οικονομική ελίτ και εξυπηρετεί τα συμφέροντά της. Το γεγονός αυτό δίνει στο αντιπροσωπευτικό κομματοκρατικό σύστημα τα χαρακτηριστικά ολιγαρχικού πολιτεύματος, και όχι δημοκρατικού όπως συνήθως λέγεται. Και εδώ τίθεται το βασικό χαρακτηριστικό των συγκεντρώσεων στις πλατείες: στόχος είναι η αλλαγή του ολιγαρχικού πολιτεύματος και η εγκαθίδρυση της άμεσης δημοκρατίας, δηλαδή η άμεση συμμετοχή της κοινωνίας στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων και τον έλεγχο της εξουσίας. Άμεση σημαίνει χωρίς μέσον, χωρίς ενδιάμεσο, χωρίς μεσολαβητή και μεσάζοντα. σημαίνει αυτοπρόσωπη συμμετοχή και όχι μέσω αντιπροσώπου και κόμματος.
Η άμεση δημοκρατία είναι μέσον και ταυτόχρονα σκοπός, για τον λόγο αυτό είναι ξένη με την κομματοκρατία και την αντιπροσώπευση, άρα ξένη με τη συμμετοχή στις εκλογές κάθε τέσσερα έτη, με τη συνακόλουθη απόσυρση των ανθρώπων στον ιδιωτικό χώρο και την εγκατάλειψη του δημοσίου χώρου στα κόμματα, στους γραφειοκράτες, στους βουλευτές, στα ΜΜΕ και στα μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα. Και αντιστρόφως, τα κόμματα είναι αντίθετα προς την άμεση δημοκρατία, διότι η λογική τους είναι η εξής: εμείς (δηλ. τα κόμματα) είμαστε ικανά να λύσουμε τα προβλήματά σας, για αυτό ψηφίστε μας να τα λύσουμε και εσείς πηγαίνετε σπίτια σας. Είναι εμφανές ότι υπάρχει μεγάλη αντίφαση ανάμεσα στην αντιπροσώπευση και την άμεση συμμετοχή, ανάμεσα στα κόμματα και την άμεση δημοκρατία: το ένα αποκλείει ρητώς και κατηγορηματικώς το άλλο. Με αυτήν την έννοια το κίνημα της άμεσης δημοκρατίας λαμβάνει δικαίως αντικοινοβουλευτικές και αντικομματικές αποχρώσεις, διότι ο κοινοβουλευτισμός και τα κόμματα είναι εκφράσεις του ολιγαρχικού πολιτεύματος και όχι του δημοκρατικού. (Περισσότερα βλ. Γ.Ν. Οικονόμου, Από την κρίση του κοινοβουλευτισμού στη δημοκρατία, Παπαζήσης, 2009).
Αριστερά και κοινοβουλευτισμὀς
Από την άλλη οι διανοούμενοι και τα κόμματα της Αριστεράς αποδεικνύονται ακόμη μία φορά στυλοβάτες του αντιπροσωπευτικού πολιτεύματος. Η λογική τους κινείται και εγκλωβίζεται στα όρια της αντιπροσώπευσης και του κοινοβουλευτισμού, είναι σαφέστατα αντιπολιτευτική, χωρίς σημαντική αμφισβήτηση του συνολικού ολιγαρχικού συστήματος. Αυτό το αποδεικνύει και η στάση τους απέναντι στο κίνημα των πλατειών: από τη μία περισσεύει ο σκεπτικισμός, η κινδυνολογία, οι δηλώσεις υποστήριξης όσον αφορά το αντιμνημονιακό μέρος του κινήματος, αλλά από την άλλη τηρείται σιγή ιχθύος για την άμεση δημοκρατία. Ουδείς από τους φορείς της Αριστεράς αναφέρει τι σημαίνει άμεση δημοκρατία, ποιοι είναι ο θεσμοί της, οι αρχές και τα επιχειρήματά της. Αντιθέτως την ειρωνεύονται, την υποτιμούν, την απαξιώνουν, την απεύχονται. Ίδια συμπεριφορά και από τη συντριπτική πλειονότητα των αριστερών διανοουμένων. Η άμεση δημοκρατία είναι παντελώς απούσα από τα προγράμματα, από τις αναλύσεις και τα συγγράμματά τους (Εξαίρεση η Εποχή).
Ενώ η πλατεία έχει θέσει το ζήτημα της άμεσης δημοκρατίας αυτοί μιλάνε για «πραγματική δημοκρατία» χωρίς να διευκρινίζουν τι εννοούν. Βεβαίως δεν εννοούν τίποτε, πράγμα που φαίνεται στις θέσεις τους των προηγουμένων δεκαετιών. Όπισθεν αυτής της συμπεριφοράς κρύβεται ο βαθύτερος φόβος για την υπέρβαση των όντως απηρχαιωμένων ιδεολογιών και αποτυχημένων πρακτικών τους. Φόβος για την υπέρβασή τους από το κοινωνικό κίνημα, για την απώλεια ελέγχου επί αυτού και συνεπώς για την αχρήστευσή τους. Αυτό που κυρίως ενδιαφέρει τους φορείς της Αριστεράς (αλλά και όλα τα κόμματα), αποτελεί δε έμμονη ιδέα τους, είναι το πώς θα επωφεληθούν από το κίνημα αυτό και θα το «καπελώσουν», πώς θα επιβάλλουν τις κομματικές τους ιδεοληψίες και γραμμές για να αποκτήσουν ψηφοφόρους, πώς θα το αφυδατώσουν από τις ριζοσπαστικές και ανατρεπτικές ιδέες, από τις αντικομματικές και αντικοινοβουλευτικές αντιλήψεις, και συνεπώς να οδηγήσουν τους ανθρώπους σαν πρόβατα επί σφαγή στις κάλπες των εκλογών και στα κομματικά σπήλαια. Οι αλήθειες αυτές γίνονται φανερές σήμερα σε περισσότερους, οπωσδήποτε σε αυτούς που συμμετέχουν αυθορμήτως στην πλατεία.
Προτάσεις για αλλαγή
Φυσικά μεταξύ των συμμετεχόντων στην πλατεία υπάρχουν αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις - πώς θα μπορούσε άλλωστε να γίνει διαφορετικά –, αλλά ορισμένες τάσεις και προβληματισμοί είναι εμφανείς. Υπάρχουν οι προτάσεις για αλλαγή του πολιτειακού καθεστώτος, πράγμα που συνεπάγεται αλλαγή Συντάγματος. Οι αλλαγές που προτείνονται είναι νομοθέτηση των Ανοικτών Συνελεύσεων σε δημόσιους χώρους και ο συντονισμός τους. πρωτοβουλίες για δημοψηφίσματα από τα κάτω, και όχι εκβιαστικά από τις εξουσίες. κλήρωση ορισμένων αξιωματούχων της εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας. ανακλητότητα ανά πάσα στιγμή όλων αυτών που χειρίζονται δημόσιες υποθέσεις, δημόσιο χρήμα και πλούτο. Το τελευταίο σημαίνει δημόσιος ουσιαστικός και διαρκής έλεγχος κάθε εξουσίας, κάθε αξιωματούχου, πράγμα που συνεπάγεται ριζική αναδιάρθρωση της δικαστικής εξουσίας με συμμετοχή της κοινωνίας.
Οι αλλαγές αφορούν σε όλες τις ρητές εξουσίες που υπάρχουν εντός της κοινωνίας: κυβερνητική, νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική και οπωσδήποτε την οικονομική εξουσία, τα ΜΜΕ και την Εκκλησία. Η πρώτη είναι eo ipso και πολιτική εξουσία. τα ΜΜΕ έχουν τεράστια δύναμη ως ιδιοκτησία ισχυρών οικονομικών συμφερόντων, διαπλέκονται με την πολιτική εξουσία και ασκούν τεράστια ανεξέλεγκτη επιρροή στις συνειδήσεις των ανθρώπων. η Εκκλησία δεν ασκεί μόνο συντηρητική ιδεολογική επιβολή στα εκατομμύρια των πιστών, αλλά ανήκει και στην οικονομική εξουσία αφού χειρίζεται μια τεράστια κινητή και ακίνητη περιουσία - αποτελεί δε κράτος εν κράτει με σκανδαλώδες καθεστώς αφορολόγητου και πληρωμή των μισθών των ιερέων και των μητροπολιτών από το δημόσιο ταμείο.
Οπωσδήποτε υπάρχουν και άλλες επί μέρους προτάσεις για αλλαγές, αλλά οι βασικές είναι αυτές, οι οποίες θέτουν επί τάπητος την πολιτειακή αλλαγή με Συντακτικές Συνελεύσεις. Οι αλλαγές αυτές δεν μπορεί να ευδοκιμήσουν χωρίς ορισμένες βασικές προϋποθέσεις. Πρώτον, χωρίς την ριζική αναδιάρθρωση του πλέγματος εξουσίας, που συγκροτείται από θεσμούς, νόμους, δομές, μηχανισμούς, γραφειοκρατίες και ποικίλα διαπλεκόμενα συμφέροντα – κομματικά, συνδικαλιστικά, συντεχνιακά, μιντιακά, εκκλησιαστικά. Και δεύτερον, χωρίς κάθαρση του κρατικού μηχανισμού, της κρατικής διοίκησης, και του συνολικού δημοσίου βίου. Αυτό σημαίνει πρωτίστως κατάργηση της υπουργικής και βουλευτικής ασυλίας και άρση όλων των παραγραφών των πολιτικών αδικημάτων από το 1974 και μετέπειτα, εκδίκασή τους από μία αναδιαρθρωμένη δικαστική εξουσία, ουσιαστική εφαρμογή του «πόθεν έσχες» και πραγματική τιμωρία των ενόχων (επιστροφή των κλεμμένων, πρόστιμα, δήμευση περιουσιών, κ.λπ).
Χρειάζεται επομένως μία συνειδητή δράση της κοινωνίας για τη ριζική αναδιάρθρωση του εδραιωμένου ολιγαρχικού πλέγματος εξουσίας. Το συμπέρασμα από τις κινητοποιήσεις στις πλατείες είναι πως υπάρχει ένα σημαντικό πλήθος ανθρώπων που έχει απεγκλωβισθεί από το κομματικό σύστημα, επιθυμεί να υπάρξει αυτόνομα και να δράσει για την άμεση δημοκρατία. Το μέγιστο λάθος θα είναι το πλήθος αυτό να επιστρέψει στα αδιέξοδα των κομμάτων, των εκλογών και της αντιπροσώπευσης. Άλλωστε έχει γίνει εμφανές τοις πάσι ότι οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται πια στα κοινοβούλια, αλλά στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, δηλαδή σε οργανισμούς που δεν εκλέγονται από κανέναν λαό, αλλά από το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Όμως και πριν από την έλευση της τρόικας το κοινοβούλιο, τα κόμματα και οι εκλογές οδήγησαν τη χώρα στη χρεοκοπία. Συνεπώς η εναπόθεση των ελπίδων στο κοινοβούλιο, στα κόμματα, και στις εκλογές είναι μάταιη, αδιέξοδη και μαζοχιστική. Με άλλα λόγια ο μόνος δρόμος εξόδου από την τρόικα και την παρακμή, από την κομματοκρατία και την ολιγαρχία είναι η ανάληψη των αποφάσεων από την ίδια την κοινωνία, δηλαδή οι πλατείες, οι συνελεύσεις, η αυτοπληροφόρηση, η αλληλογνωριμία, η αλληλεγγύη, το μοίρασμα, ο αυτοκαθορισμός και οι αυτόνομες δράσεις. Είναι ο μόνος δρόμος προς την άμεση δημοκρατία.
Δημοκρατία δίχως συμμετοχή πολιτών (Καστοριάδης)
Published 3.8.11 in Αυτονομία , δημοκρατία , Καστοριάδης by Zed
«Ακυβέρνητη Κοινωνία»
ΕΥΡΑΣΙΑ (σελ. 255-260)
Kern: Όταν τίθεται το ερώτημα της Δημοκρατίας σήμερα, αναφέρεται πάντα στην αντιπροσωπευτική, είτε πρόκειται να την εγκωμιάσουμε είτε να την επικρίνουμε. Δεν έχουμε προχωρήσει περισσότερο. Μπορούμε να προωθήσουμε μαζί σας την ερώτηση πιο πέρα, π.χ. προς τη μορφή της συμμετοχικής Δημοκρατίας;
Καστοριάδης: Προτιμώ να μιλώ για άμεση Δημοκρατία. Είναι προφανές ότι, αν οι πολίτες δεν συμμετέχουν στη δημόσια ζωή, δε μπορεί να γίνει τίποτε. Δεν αρκεί όμως να επαναλαμβάνουμε: συμμετοχή, συμμετοχή. Το ερώτημα είναι: και γιατί, διάβολε, να συμμετέχουν οι πολίτες; Υπάρχουν σίγουρα λόγοι που δε συμμετέχουν σήμερα.
Kern: Είναι επειδή στην αντιπροσωπευτική Δημοκρατία δεν τους ζητάει κανένας να συμμετέχουν. Επιπλέον, οι περισσότεροι δεν πιστεύουν ότι είναι ελεύθεροι για κάτι τέτοιο.
Καστοριάδης: Όπως έλεγε ο Ρουσσώ για τους Άγγλους, δεν είναι ελεύθεροι παρά τη μέρα των εκλογών. Άραγε είναι ελεύθεροι ακόμη κι εκείνοι τη μέρα; Τα χαρτιά είναι σημαδεμένα, οι ψευτοεπιλογές είναι προκαθορισμένες από τα κόμματα–και επιπλέον, κενές περιεχομένου. Τι είναι τα «προγράμματα» των πολιτικών κομμάτων σήμερα, στη Γαλλία, την Αγγλία ή αλλού;
Kern: Ίσως οι διαφορές τους να μην είναι πολύ σαφείς. Επ΄ ευκαιρία λοιπόν της σύγχρονης Δημοκρατίας…
Καστοριάδης: Η Δημοκρατία έχει οργανωθεί, έχει συλληφθεί με τέτοιο τρόπο που η συμμετοχή των πολιτών να είναι όντως αδύνατη. Κι ύστερα απ΄ αυτό, οι πολιτικοί έρχονται και κλαίνε για την κρίση της αντιπροσωπευτικότητας. Ιδού τώρα ο κ. Fabius[1] που θρηνεί καθώς ανακαλύπτει τα πασίγνωστα: την ιδιωτικοποίηση των ανθρώπων, την αδιαφορία των πολιτών, το κενό του “προγράμματος” του κόμματος του. Ή εκείνοι οι σοσιαλιστές βουλευτές, που, αφού έχου περιγράψει το κενό της σημερινής “πολιτικής”, συμπεριλαμβανομένης κι εκείνης του κόμματος τους, καταλήγουν καλώντας μας να υποστηρίξουμε με σθένος τη “γραμμή του Προέδρου”. Πάει καιρός που σ΄ αυτή τη χώρα κανείς δε πέθανε από γελοιοποίηση.
Kern: Οι πολίτες πιστεύουν ότι δε μπορούν να κάνουν τίποτα απέναντι σ΄ αυτή την κατάσταση πραγμάτων.
Καστοριάδης: Στα πλαίσια του σημερινού καθεστώτος, πράγματι δε μπορούν να κάνουν τίποτα. Για να μη συμμετέχουν οι άνθρωποι, πρέπει να έχουν τη συνεχώς επαληθευόμενη βεβαιότητα ότι η συμμετοχή τους ή η αποχή τους παίζουν ρόλο. Και τούτο δεν είναι δυνατόν παρά αν πρόκειται να λάβουν μέρος στη λήψη πραγματικών αποφάσεων που επηρεάζουν τη ζωή τους.
Kern: Αυτό όμως δε μπορούν να το κάνουν απομονωμένα άτομα. Μόνο οι συλλογικότητες είναι σε θέση να υποστηρίξουν δράσεις που ανοίγουν το δρόμο για αποφάσεις.
Καστοριάδης: Ασφαλώς. Η συμμετοχή πρέπει να ριζώσει πρώτα σε χώρους όπου οι άνθρωποι οδηγούνται, είτε το θέλουν είτε όχι, στο να συνδεθούν. Οι χώροι αυτοί υπάρχουν, τουλάχιστον τυπικά: είναι οι επιχειρήσεις, οι δημόσιες υπηρεσίες, οι κοινότητες, οι συνοικίες των μεγάλων πόλεων, π.χ..
Kern: Λέτε: τυπικά. Αυτό σημαίνει ότι το πράγμα δεν είναι αυτονόητο.
Καστοριάδης: Ναι. Ο γραφειοκρατικός καπιταλισμός, που διέπει τις επιχειρήσεις και το σύνολο της κοινωνικής ζωής, καθώς και η σφαιρική εξέλιξη της κουλτούρας μας, αυτό που ονομάζω θεσμισμένο κοινωνικό φαντασιακό, τείνουν να καταστρέψουν τους παραδοσιακούς δεσμούς κοινωνικοποίησης και συνδέσμου ή να τους μετατρέψουν σε κενά κελύφη. Οι γραφειοκρατικές–ιεραρχικές δομές καταστρέφουν τις μορφές αλληλεγγύης. Η κουλτούρα ωθεί ξέφρενα προς ιδιωτικοποίηση των ατόμων, που όχι μόνον αδιαφορούν για τις κοινές υποθέσεις, αλλά και βλέπουν τους άλλους σαν αντικείμενα ή σαν δυνητικούς εχθρούς που τους εμποδίζουν να προχωρήσουν μέσα στο γενικό μποτιλιάρισμα. Πέραν τούτου, η εγκαθίδρυση μιας αληθινής Δημοκρατίας απαιτεί πολλά απ΄ όλο τον κόσμο.
Kern: Επειδή βάζει στο παιγνίδι την ατομική αυτονομία…
Καστοριάδης: Υποθέτει την αυτονομία του ατόμου, δηλαδή τη διαύγεια του, το στοχασμό του, την υπευθυνότητα του. Υποθέτει επίσης ότι το άτομο έχει κατανοήσει πως, αντίθετα προς τους φενακισμούς που διαδίδει ο φιλελευθερισμός, η μοίρα του είναι ριζικά αλληλέγγυα με εκείνη όλων των άλλων, ότι ανήκει στον ίδιο πλανήτη με τους όμοιους του και ότι μαζί τους πάει τώρα να τον καταστρέψει.
Kern: Πολλά όμως από τα ερωτήματα που τίθενται στην κοινότητα φαίνονται στον πολίτη σαν αφηρημένα. Καθώς δε μπορεί να τα κατανοήσει, πιστεύει ότι ο αποκλεισμός του από τις αποφάσεις είναι μοιραίος.
Καστοριάδης: Είναι η τεχνικιστική αυταπάτη, η αυταπάτη της ειδημοσύνης. Είναι αναρίθμητες οι παράλογες αποφάσεις που πάρθηκαν εδώ και τριάντα χρόνια από τους ειδήμονες ή που πάρθηκαν με βάση τις γνώμες τους, ξεκινώντας από τα σφαγεία της La Vilette μέχρι τον πυρηνικό υπερεξοπλισμό της EDF[2]. Τώρα έχουμε ή θα έχουμε σε λίγο ειδήμονες ικανούς να τροποποιήσουν το ανθρώπινο γονιδίωμα. Μήπως θα πρέπει να τους αφήσουμε να αποφασίσουν; Οι γνώμες των ειδημόνων σχεδόν πάντα διχάζονται, δεν είναι αυτοί που αποφασίζουν· όταν οι διευθύνοντες θέλουν μια πραγματογνωμοσύνη που να πηγαίνει προς μια ορισμένη κατεύθυνση, βρίσκουν πάντα ειδήμονες για να συντάξουν μια κατάλληλη έκθεση. Δεν πιστεύω ότι σε ένα δημοψήφισμα ο Γαλλικός λαός θα ψήφιζε υπέρ της κατασκευής αεροπλάνων που ανιχνεύουν πετρέλαιο. Πρέπει να είναι κανείς απόφοιτος του πολυτεχνείου και μεγάλος ειδήμονας στα οικονομικά, όπως ο Giscard, για να πιστέψει κάτι τέτοιο. Η τεχνολογική εξέλιξη θα επέτρεπε να τεθεί η ειδημοσύνη στην υπηρεσία της Δημοκρατίας. Θα επέτρεπε την οργάνωση μεγάλων δημόσιων συζητήσεων, στις οποίες οι ειδήμονες, ελεγχόμενοι δημοκρατικά, θα υπέβαλλαν π.χ. Τις πιθανές επιλογές, τα ουσιώδη επιχειρήματα για την καθεμιά, τις αντίστοιχες επιπτώσεις και συνέπειες τους. Έτσι, οι άνθρωποι θα μπορούσαν να αποφασίσουν, εν γνώσει λόγου να πέφτουν πάνω τους, όπως σήμερα, τα αποτελέσματα αποφάσεων που λήφθηκαν εν τη απουσία τους και με τη μέγιστη αδιαφάνεια. Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν μια ριζική αλλαγή ενός μεγάλου αριθμού δομών της κοινωνίας αυτής.
Kern: Αρχίζοντας από το σύστημα της εκπαίδευσης όπου το μόνο που μαθαίνει κανείς ακόμη είναι η υπακοή...
Καστοριάδης: Υπακοή και αναρχία, το ένα ή το άλλο, το ένα και το άλλο, κι αυτό μας παραπέμπει στα ουσιώδη χαρακτηριστικά της κρίσης της δυτικής κουλτούρας. Κάθε υπουργός παράγει μια “μεταρρύθμιση” του εκπαιδευτικού συστήματος, τριβελίζοντας δίχως τελειωμό-και πολύ επιφανειακά-τα προγράμματα. Το σύνολο όλων αυτών των ενεργειών ισούται με μηδέν. Γιατί το εκπαιδευτικό σύστημα αποσυντίθεται; Υπάρχουν τρία θεμελιώδη στοιχεία για τα οποία δε μιλούν ποτέ. Πρώτον, δεν μπορεί να υπάρχει εκπαίδευση αν οι μαθητές δεν ενδιαφέρονται για τη μάθηση καθαυτήν και για το αντικείμενο της. Σήμερα, είναι αδύνατο να δώσουν μια απάντηση στο ερώτημα αυτό. Η μόνη πραγματική απάντηση, που είναι γελοία, συνίσταται στο ότι με το χαρτί σας θα μπορέσετε να βρείτε δουλειά-πράγμα που άλλωστε δεν ισχύει. Το σχολείο γίνεται έτσι ένα είδος κατασκευής πιστοποιητικών επαγγελματικής ικανότητας. Δεύτερον, το ζήτημα των διδασκόντων. Η διδασκαλία δεν είναι ένα επάγγελμα σαν τα άλλα, δεν είναι ένα επάγγελμα για “να βγάλεις το ψωμί σου”. Διδάσκω σημαίνει μαθαίνω στα παιδιά να αγαπούν τη μάθηση ως γεγονός, και γι' αυτό πρέπει να σου αρέσει να διδάσκεις και να αγαπάς τα παιδιά. Τίποτε δε μπορεί να μεταδώσει κανείς αν δεν είναι κυριευμένος από τις δυο αυτές αγάπες, και αν δεν είναι ικανός να εμπνεύσει την αγάπη.
Kern: Ήδη από το σχολείο κατασκευάζεται ένα ανθρώπινο ον, ένας πολίτης. Εκεί μαθαίνει κανείς να καταλαβαίνει, να επιλέγει...
Καστοριάδης: Ασφαλώς, Κι αυτό με οδηγεί στο τρίτο σημείο. Το να επιλέγεις απαιτεί την ικανότητα να προσανατολίζεσαι και να έχεις μια ιεραρχία των αξιών. Που είναι αυτές οι αξίες στη κοινωνία της σήμερον; Άραγε μπορεί να τις βρεις; Σε μια κοινωνία που προβάλλει, στην πραγματικότητα, ως μόνη αξία το χρήμα-και που, ακόμη και σ' αυτό το επίπεδο, είναι ασυνεπής, διότι έχοντας ανάγκη από ειδικούς στην πληροφορική τους οποίους πληρώνει αμέσως μόλις τελειώσουν τις σπουδές τους τριάντα ή σαράντα χιλιάδες φράγκα το μήνα, δίνει δεκαπέντε στους καθηγητές τους; Ποιος θα γίνει καθηγητής μαθηματικών αύριο; Και γιατί ένας δικαστής, που πρόκειται να αποφασίσει για τις υποθέσεις που αφορούν εκατοντάδες εκατομμύρια, να μείνει ακέραιος;
Kern: Αν ακολουθήσουμε σε όλα το αμερικανικό μοντέλο...
Καστοριάδης: Μα το ακολουθούμε: όπως έλεγε ο Marx για την Αγγλία της εποχής του, είναι ο καθρέφτης όπου μπορούμε να δούμε το μέλλον μας. Είναι γνωστή η αξιοθρήνητη κατάσταση του Αμερικανικού εκπαιδευτικού συστήματος στην πρωτοβάθμια και στη δευτεροβάθμια. Αντισταθμίζονταν, εν μέρει, από το πανεπιστημιακό σύστημα. Και τώρα οι στατιστικές δείχνουν ότι τα πανεπιστήμια αυτά με τις θαυμάσιες βιβλιοθήκες τους, τα ονειρεμένα εργαστήρια τους κτλ οφείλουν να στρατολογούν κατά πλειοψηφία ξένους καθηγητές και ξένους φοιτητές υποψήφιους για διδακτορικά και μεταδιδακτορικά διπλώματα. Οι ΗΠΑ δεν καταφέρνουν ούτε καν να αναπαράγουν την πολιτισμική ελίτ τους.
Όλα αυτά για να πούμε ότι η Δημοκρατία είναι ένα ζήτημα που ξεπερνάει την πολιτική. Είναι ένα ζήτημα ολικό. Η κοινωνία κυριαρχείται από ένα τρελό αγώνα δρόμου, που ορίζεται από τους εξής τρεις όρους: τεχνοεπιστήμη, γραφειοκρατία, χρήμα. Αν τίποτε δεν τη σταματήσει, το ζήτημα της Δημοκρατίας θα τίθεται ολοένα και λιγότερο. Η ιδιωτικοποίηση, η αδιαφορία, ο εγωισμός θα είναι παντού-συνοδευμένοι από κάποιες άγριες εκρήξεις των αποκλεισμένων, ολιγάριθμων και ανίκανων να έχουν πολιτική έκφραση.
Kern: Το όνειρο όμως του ελέγχου, της γενικής κυριαρχίας του συστήματος που τρέφουν οι γραφειοκράτες και οι καπιταλιστές δεν πραγματοποιείται!
Καστοριάδης: Σίγουρα. Όσο περισσότερο ακούμε για επιμέρους “τεχνογνωσία” και “δυνατότητα”, τόσο περισσότερο επιβεβαιώνεται μια γενικευμένη απουσία δύναμης. Η κατάσταση δεν κυριαρχείται και δεν ελέγχεται από κανέναν.
Kern: Είναι ίσως η ευκαιρία της ανθρωπότητας, η δική μας ευκαιρία να φτάσουμε σε περισσότερη σύνεση...
Καστοριάδης: Χρειάζεται σύνεση, χρειάζεται όμως και θέληση.
***
[1] Γάλλος σοσιαλιστής Πρωθυπουργός από το 1984 έως το 1986.
[2] Η Επιχείριση Ηλεκτρισμού της Γαλλίας. Η επιχείρηση στηρίζεται κυρίως στην πυρηνική ενέργεια και σήμερα έχει σε λειτουργία 58 πυρηνικούς αντιδραστήρες.
με δικές μου προσθήκες αποσπασμάτων, από το blog isotita.equality
επιπλέον, δείτε από το ίδιο βιβλίο: «Υστερόγραφο στην ασημαντότητα»
Ο σημερινός δυτικός άνθρωπος -συμπεριλαμβανομένου και του νεοέλληνα- είναι ένα άτομο περιορισμένο στην καθαρά ιδιωτική του σφαίρα, ενδιαφέρεται μόνον για το βιοτικό του επίπεδο. Προσπαθεί με τα διάφορα καταναλωτικά «αγαθά» να συγκαλύψει την έλλειψη κάθε νοήματος αναφορικά με τη ζωή και τη θνητότητα του. Χειραγωγείται από τους δήθεν πολιτικούς ή είναι τόσο αποκαρδιωμένος από την πολιτική κατάσταση, ώστε απέχει. Αποχαυνώνεται από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Χαζεύει τα σήριαλ και χάφτει, κατά το μάλλον ή ήττον, αυτά που του σερβίρουν ως «νέα» οι τηλεοπτικοί συνάδελφοι σας. Η σημερινή κοινωνία είναι μια κοινωνία τηλεκατανάλωσης με διπλή έννοια.
Εκείνο που κυρίως καταναλώνουν σήμερα οι άνθρωποι είναι τη-λε-ό-ρα-ση. Και μέσα από την τηλεόραση καταναλώνουν, δι' αντιπροσώπου, τη φαντασίωση μιας ζωής που θα ήταν λεφτά, σεξ, εξουσία και βία. Μπορούν όμως να συνεχίσουν να ζουν μ’ αυτόν τον τρόπο οι άνθρωποι;
Νομίζω ότι αυτό που συμβαίνει σήμερα στη Δύση είναι μια πρεμιέρα στην ιστορία της ανθρωπότητας. Πρώτη φορά, από όσο ξέρω, παρατηρούμε μια κοινωνία χωρίς αξίες, χωρίς νόρμες, χωρίς κατεύθυνση. Ούτε καν στην καπιταλιστική πρόοδο δεν πιστεύει πραγματικά πια κανείς.
προσθήκες:
Ο μαρξισμός (ο κομμουνισμός εμφανιζόταν ως η ενσάρκωση του μαρξισμού) προσέφερε ένα υποκατάστατο της θρησκείας. Μια εγκόσμια θρησκεία στηριγμένη σε μια ψευδο-επιστημονική Αποκάλυψη, υποσχόμενη την πραγματοποίηση της Γης της Επαγγελίας.
Ο Φρόυντ, στο γνωστό του βιβλίο για τη θρησκεία ως αυταπάτη, δίνει έναν πολύ σωστό ορισμό της αυταπάτης. Λέει ότι «η αυταπάτη δεν είναι απλώς μια εσφαλμένη πίστη, αλλά μια εσφαλμένη πίστη που τη στηρίζει μια επιθυμία». Ο άντρας ή η γυναίκα που έχει αυταπάτες για την πίστη τού συντρόφου του, τις έχει, διότι επιθυμεί να πιστεύει ότι ο άλλος τον αγαπάει. Οι περισσότεροι άνθρωποι που, παρά πάσαν λογικήν και αληθοφάνειαν, εξακολουθούσαν να πιστεύουν ότι στη Ρωσία υπήρχε σοσιαλισμός, ήταν κερατάδες που όμως δεν ήθελαν να το παραδεχτούν.
Στο μέτρο που μπορώ να ξέρω κάτι, είναι ότι η πολιτική ζωή του ελληνικού λαού τελειώνει περίπου το 404 π.Χ. […] Μιλώ για την πραγματική πολιτική ζωή του λαού ως αυτόνομου παράγοντα. Δεν μιλώ για μάχες, για αυτοκράτορες, για Μεγαλέξανδρους και Βασίλειους Βουλγαροκτόνους. Μετά τον 5ο π.Χ. αιώνα και την αυτοκυβέρνηση του λαού στις δημοκρατικές πόλεις -και πάντως, μετά τον περίεργο 4ο π.Χ. αιώνα- η ελληνική ελευθερία πεθαίνει.
Τον Νοέμβριο του 1996, ο Κορνήλιος Καστοριάδης δέχτηκε τον δημοσιογράφο Ντανιέλ Μερμέ και συζήτησε μαζί του -με αφορμή το βιβλίο του Η άνοδος της ασημαντότητας (La montee de Γ insigni-Gance., εκδ. Seuil, 1996)- στο πλαίσιο της εκπομπής La-has si j'y suis του δημοσίου ραδιοφωνικού σταθμού France Inter. Μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση. Τον Δεκέμβριο του 1997, η France Inter επανέλαβε την εκπομπή με θλιβερή αφορμή τον θάνατο του. Τις επόμενες ημέρες πολλοί ακροατές τηλεφωνούσαν στον σταθμό και ζητούσαν το «κείμενο της εκπομπής»' το αίτημα τους ικανοποιήθηκε. Αυτή η ραδιοφωνική συζήτηση δημοσιεύτηκε, με μορφή ενιαίου κειμένου, στην Ελευθεροτυπία (20.7.1998) και έναν μήνα αργότερα στη Monde Diplomatique (Αύγουστος 1998), ενώ το φθινόπωρο του ίδιου έτους κυκλοφόρησε σε μια μικρή έκδοση με τίτλο Υστερόγραφο στην ασημαντότητα (Postscriptum sur Γ insignifiance, εκδ. L'Aube, 1998).
Απ' όλα τα χαρακτηριστικά του σύγχρονου κόσμου -κρίσεις, αντιφάσεις, αντιθέσεις, τομές-, εκείνο που με εντυπωσιάζει περισσότερο είναι η ασημαντότητα. Ας πάρουμε τη διαμάχη ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά. Στις ημέρες μας έχει χάσει το νόημα της. 'Οχι επειδή δεν υπάρχει υλικό, για να τροφοδοτηθεί μια πολιτική διαμάχη, και μάλιστα μια πολύ σοβαρή διαμάχη. Αλλά επειδή τόσο η Δεξιά όσο και η Αριστερά, λίγο έως πολύ, λένε τα ίδια πράγματα.
Στη Γαλλία το 1983 οι Σοσιαλιστές ακολούθησαν κάποια πολιτική. Μετά, ήρθε η Δεξιά με τον Μπαλλαντύρ και ακολούθησε την ίδια πολιτική. Μετά, ξανάρθαν οι Σοσιαλιστές με τον Μπερεγκοβουά και συνέχισαν την ίδια πολιτική. Μετά, ξανά η Δεξιά με τον Μπαλλαντύρ και ξανά η ίδια πολιτική. Μετά, ο Σιράκ κέρδισε τις εκλογές λέγοντας «εγώ θα κάνω κάτι άλλο» και, τελικά, έκανε κι αυτός τα ίδια.
Οι πολιτικοί είναι ανίσχυροι. Αυτό είναι βέβαιο. Το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να «πηγαίνουν με το ρεύμα», δηλαδή να εφαρμόζουν μια υπερ-φιλελεύθερη πολιτική, η οποία είναι της μόδας. Κατά τη γνώμη μου, δεν πρόκειται για πολιτικούς αλλά για μικροπολιτικούς που επιδίδονται σε ψηφοθηρία με οποιοδήποτε μέσον, με το marketing, κ.λπ. Ουσιαστικά, αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν κανένα πρόγραμμα. Στόχος τους είναι: είτε η παραμονή τους στην εξουσία, είτε η επιστροφή τους σ' αυτήν. Και για να τον πετύχουν, είναι ικανοί για όλα. Ο Μπιλ Κλίντον, για παράδειγμα, στήριξε την προεκλογική του εκστρατεία αποκλειστικά και μόνον στις μετρήσεις· το επιτελείο του, σε κάθε περίπτωση, θεωρούσε ότι η επικρατούσα γνώμη μιας μέτρησης ταυτίζεται με την κοινή γνώμη...
Οπωσδήποτε, υπάρχει ενδογενής σχέση ανάμεσα στη μηδαμινή πολιτική αυτού του είδους -ουσιαστικά, πρόκειται για το μη γίγνεσθαι της πολιτικής- και στην ασημαντότητα που χαρακτηρίζει τους άλλους τομείς' την ασημαντότητα στις τέχνες, στη φιλοσοφία, στη λογοτεχνία. Είναι το πνεύμα του καιρού μας. Όλα συνεργούν προς αυτήν την κατεύθυνση, προς τα ίδια αποτελέσματα. Όλα οδηγούν στην ασημαντότητα.
Περίεργο επάγγελμα η πολιτική, ακόμη κι αυτή εδώ η μηδαμινή πολιτική. Γιατί; Διότι προϋποθέτει δύο ικανότητες που δεν συνδυάζονται μεταξύ τους.
Η πρώτη ικανότητα είναι η κατάκτηση της εξουσίας (μπορεί να έχει κανείς τις καλύτερες ιδέες, αλλά αυτό δεν χρησιμεύει, εάν δεν έχει κατακτήσει την εξουσία). Η δεύτερη είναι, μετά την κατάκτηση της εξουσίας, να την αξιοποιήσει κανείς, δηλαδή να κυβερνήσει.
Τίποτα όμως δεν εγγυάται ότι κάποιος που είναι ικανός να κυβερνήσει, είναι επίσης ικανός να ανέβει στην εξουσία. Στο παρελθόν, στις απόλυτες μοναρχίες, η άνοδος στην εξουσία προϋπέθετε να κολακεύει κανείς τον βασιλιά ή να είναι ευνοούμενος της Μαντάμ Πομπαντούρ. Σήμερα, στις ψευδο-δημοκρατίες μας, η άνοδος στην εξουσία προϋποθέτει να κολακεύει κανείς την κοινή γνώμη ή να έχει τηλεοπτική φωτογένεια.
Χρησιμοποίησα τον όρο «ψευδο-δημοκρατία», διότι ανέκαθεν πίστευα και πιστεύω ότι η λεγόμενη «αντιπροσωπευτική δημοκρατία» δεν είναι αληθινή δημοκρατία. Οι αντιπρόσωποι της ελάχιστα αντιπροσωπεύουν τους εκλογείς. Κατά κύριο λόγο, αντιπροσωπεύουν τον εαυτό τους, ιδιαίτερα συμφέροντα, λόμπυ, κ.λπ.
Όταν λέμε ότι κάποιος με αντιπροσωπεύει για τέσσερα χρόνια, χωρίς να έχω τη δυνατότητα ανάκλησης του, αυτό σημαίνει ότι απεκδύομαι της κυριαρχίας μου. (Ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ το έχει πολύ καλά διατυπώσει: «οι Άγγλοι νομίζουν ότι είναι ελεύθεροι, επειδή εκλέγουν τους αντιπροσώπους τους κάθε πέντε χρόνια, πλην όμως είναι ελεύθεροι μόνον μία ημέρα κάθε πέντε χρόνια- την ημέρα των εκλογών».) Το πρόβλημα δεν είναι μήπως στις εκλογές γίνει νοθεία και αλλοιωθούν τα αποτελέσματα. Αλλού έγκειται το πρόβλημα. Οι εκλογές είναι υπονομευμένες, διότι οι επιλογές των ψηφοφόρων έχουν καθοριστεί εκ των προτέρων.
Θα σας θυμήσω μια φράση του Αριστοτέλη: «Ποιος είναι πολίτης; Πολίτης είναι ο ικανός να κυβερνήσει και να κυβερνηθεί».
Στη Γαλλία, υπάρχουν τριάντα εκατομμύρια πολίτες. Γιατί δεν είναι ικανοί να κυβερνήσουν; Διότι όλη η πολιτική ζωή στοχεύει ακριβώς στο να μη μαθαίνουν οι πολίτες πώς να κυβερνούν και, τελικά, να εμπιστεύονται στους ειδικούς το έργο της διακυβέρνησης.
Υπάρχει δηλαδή μια αντι-πολιτική εκπαίδευση. Ενώ οι άνθρωποι έπρεπε να αναλαμβάνουν όλων των ειδών τις πολιτικές ευθύνες και να παίρνουν ανάλογες πρωτοβουλίες, τελικά, εθίζονται στο να ακολουθούν και να ψηφίζουν τις πολιτικές επιλογές που άλλοι τους παρουσιάζουν έτοιμες.
Στις νεωτερικές κοινωνίες -ας πούμε από την εποχή της Αμερικανικής και της Γαλλικής Επανάστασης έως περίπου τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο- υπήρχαν φλέγουσες κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις. Αυτούς τους δύο αιώνες τους σημάδεψαν σημαντικοί αγώνες. Τότε, οι άνθρωποι έκαναν διαδηλώσεις. Όμως δεν διαδήλωναν απλώς για μια σιδηροδρομική γραμμή (χωρίς αυτό να είναι περιφρονητέο), αλλά για μεγάλα πολιτικά ιδεώδη. Τότε, οι άνθρωποι έκαναν απεργίες. Όμως δεν απεργούσαν απλώς για τα μικρά συντεχνιακά συμφέροντα τους, αλλά για μεγάλα ζητήματα που αφορούσαν όλους τους μισθωτούς.
Σήμερα, παρατηρείται σαφής υποχώρηση της πολιτικής δραστηριότητας. Όσο οι άνθρωποι εγκαταλείπουν την πολιτική δραστηριότητα και αποσύρονται στην ιδιωτική τους σφαίρα, τόσο οι γραφειοκράτες και οι μικροπολιτικοί προελαύνουν. Και οι τελευταίοι έχουν για δικαιολογία ότι «ο κόσμος δεν κάνει τίποτα... γι' αυτόν τον λόγο αναλαμβάνουμε εμείς πρωτοβουλίες...». Με τη σειρά του ο κόσμος λέει ότι «δεν αξίζει τον κόπο να ανακατευόμαστε... φθάνουν τόσοι που ασχολούνται, στο κάτω- κάτω τι μπορούμε να κάνουμε εμείς;...». Και έτσι δημιουργείται φαύλος κύκλος.
Η υποχώρηση της πολιτικής δραστηριότητας συνδέεται και με την κατάρρευση των μεγάλοι πολιτικών ιδεολογιών, είτε επαναστατικών είτε ρεφορμιστικών, οι οποίες ήθελαν πραγματικά να αλλάξουν την κοινωνία. Για χίλιους δυο λόγους, αυτές οι ιδεολογίες έχασαν το κύρος τους- έπαψαν να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των καιρών, στις προσδοκίες των ανθρώπων, στην κατάσταση της κοινωνίας, στην ιστορική εμπειρία.
Η κατάρρευση του κομμουνισμού και η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης είναι ένα κεφαλαιώδες γεγονός.
Κατονομάστε μου όμως έστω έναν πολιτικό -για να μην πω πολιτικάντη- της Αριστεράς, ο οποίος πράγματι να συλλογίστηκε τι συνέβη και γιατί. Ποιος πολιτικός της Αριστεράς αποκόμισε κάποια διδάγματα από τα γεγονότα αυτά;
Κι όμως η πορεία του κομμουνισμού -η πορεία προς τη θηριωδία, τον ολοκληρωτισμό, τα Γκουλάγκ έως την κατάρρευση- απαιτεί οπωσδήποτε πολύ βαθύ στοχασμό και συναγωγή συμπερασμάτων. Στοχασμό, για το τι ένα κίνημα -που θέλει να αλλάξει την κοινωνία- μπορεί ή δεν μπορεί, πρέπει ή δεν πρέπει, οφείλει ή δεν οφείλει να κάνει. Στην προκειμένη περίπτωση οι κύριοι της Αριστεράς παίρνουν ένα ολοστρόγγυλο μηδέν.
Πώς δημιουργείται, λοιπόν, ο καλός πολίτης; Ποιες ιδιότητες πρέπει να διαθέτει; Πρέπει να έχει γενικές ή ειδικές γνώσεις; Και τελικά, ποιοι πολίτες πρέπει να κυβερνούν; Αυτό το δίλημμα έχει τεθεί από τον Πλάτωνα. Ο Πλάτων έλεγε ότι οι φιλόσοφοι -αυτοί που έχουν γενική θεώρηση των πραγμάτων και είναι πάνω από τους ειδικούς- πρέπει να βασιλεύουν, δηλαδή να κυβερνούν. Η εναλλακτική λύση στις θέσεις του Πλάτωνος είναι η αθηναϊκή δημοκρατία.
Ας πάμε στην Αθήνα του 5ου και 4ου π.Χ. αιώνα. Για τους Αθηναίους εκείνης της εποχής κάθε πολίτης, ανεξαιρέτως κάθε πολίτης, είναι ικανός να κυβερνήσει (θυμίζω ξανά τη διατύπωση του Αριστοτέλη: «πολίτης είναι ο ικανός να κυβερνήσει και να κυβερνηθεί»). Και πώς γίνεται αυτό; Με κλήρωση! Ρίχνουν κλήρο! Γιατί; Διότι πιστεύουν έμπρακτα ότι η πολιτική δεν είναι υπόθεση των ειδικών. Διότι πιστεύουν ότι δεν υπάρχει πολιτική επιστήμη. Υπάρχει μόνον γνώμη -»δόξα» στα αρχαία ελληνικά- περί της πολιτικής. Και θέλω να υπογραμμίσω ότι η ιδέα πως η πολιτική δεν αποτελεί υπόθεση των ειδικών και πως όλες οι γνώμες έχουν ίσην αξία, είναι η μόνη λογική δικαιολόγηση της αρχής της πλειοψηφίας.
Στην αρχαία Αθήνα, λοιπόν, τις πολιτικές αποφάσεις τις παίρνει ο λαός και όχι οι ειδικοί. Υπάρχουν όμως και εξειδικευμένες δραστηριότητες. Οι Αθηναίοι ασφαλώς δεν ήταν τρελοί να νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα... Τι έκαναν, τότε, οι πολίτες της αρχαίας Αθήνας σε σχέση με αυτό το θέμα; Πώς το αντιμετώπισαν; Έκαναν κάτι πάρα πολύ ενδιαφέρον. Δημιούργησαν τις εκλογές. Σωστά ή λάθος, πάντως τις δημιούργησαν. Και αυτό είναι γεγονός ιστορικά τεκμηριωμένο.
Για τις εξειδικευμένες δραστηριότητες και μόνον γι' αυτές -για την κατασκευή ναυπηγείων, για την ανέγερση ναών, για τη διεξαγωγή του πολέμου- χρειάζονται οι ειδικοί! Και αυτούς, τους ειδικούς, οι Αθηναίοι πολίτες τους εκλέγουν! Να ποιο είναι το νόημα των εκλογών. Διότι εκλογές σημαίνει εκλογή των καλυτέρων.
Αλλά πώς μπορεί να επιτευχθεί κάτι τέτοιο; Πώς επιτυγχάνεται η εκλογή των καλυτέρων; Εδώ υπεισέρχεται ο όρος «εκπαίδευση του λαού». Ο λαός καλείται να επιλέξει, να εκλέξει. Οι Αθηναίοι, λοιπόν, εκλέγουν κάποιον για πρώτη φορά. Έστω ότι κάνουν λάθος. Έστω, ότι διαπιστώνουν, για παράδειγμα, πως ο Περικλής είναι ένας θλιβερός στρατηγός. Τι κάνουν σε μιαν τέτοια περίπτωση; Απλούστατα, δεν τον ξαναεκλέγουν ή τον ανακαλούν.
Όμως, προκειμένου να έχει ουσία η γνώμη -η «δόξα»- των πολιτών για τα κοινά, θα πρέπει να έχει καλλιεργηθεί. Αλλά με ποιον τρόπο καλλιεργούν τη «δόξα» τους τη σχετική με τη διακυβέρνηση οι Αθηναίοι πολίτες; Μα βέβαια κυβερνώντας! Ως εκ τούτου, η αθηναϊκή δημοκρατία -και αυτό είναι το σημαντικό αποτελεί μια υπόθεση εκπαίδευσης και αγωγής των πολιτών. (Αυτή η καίριας σημασίας διάσταση, καθώς όλοι γνωρίζουμε, λείπει εντελώς σήμερα.)
Πρόσφατα, ένα γαλλικό περιοδικό δημοσίευσε τα αποτελέσματα μιας έρευνας, σύμφωνα με την οποία το 60% των βουλευτών στη Γαλλία ομολογούν ότι δεν έχουν ιδέα από οικονομία! Πρόκειται για τους βουλευτές, που αποφασίζουν να αυξηθούν ή να μειωθούν οι φόροι, που αποφασίζουν συνεχώς, ενώ δεν έχουν ιδέα από οικονομία... Τελικά, οι βουλευτές, όπως και οι υπουργοί, είναι υπόδουλοι των τεχνικών συμβούλων τους. Συμβουλεύονται τους δικούς τους ειδικούς, πλην όμως έχουν και οι ίδιοι προκαταλήψεις ή προτιμήσεις.
Εάν παρακολουθήσετε από κοντά τη λειτουργία μιας κυβέρνησης ή ενός μεγάλου γραφειοκρατικού μηχανισμού, θα διαπιστώσετε ότι οι κυβερνώντες και οι υπεύθυνοι εμπιστεύονται τους ειδικούς. Ωστόσο, επιλέγουν πάντα εκείνους τους ειδικούς που συμμερίζονται τις δικές τους απόψεις. Πάντα βρίσκεται ένας οικονομολόγος που θα πει «ναι, κύριε υπουργέ, όπως το λέτε πρέπει να γίνει». Πάντα βρίσκεται ένας ειδικός για θέματα στρατιωτικά που θα πει «ναι, χρειάζεται πυρηνικός εξοπλισμός» ή «όχι, δεν χρειάζεται πυρηνικός εξοπλισμός» και ούτω καθεξής... Πρόκειται για ένα εντελώς ανόητο παιχνίδι, πλην όμως έτσι κυβερνόμαστε σήμερα.
Επανέρχομαι στο δίλημμα: «ο πολίτης πρέπει να έχει γενικές ή ειδικές γνώσεις;». Η δική μου απάντηση: πρώτον, οι ειδικοί στην υπηρεσία των πολιτών και όχι στην υπηρεσία κάποιων πολιτικών δεύτερον, οι πολίτες κυβερνώντας μαθαίνουν να κυβερνούν... Αλλά, για να είναι σε θέση οι άνθρωποι να ασχοληθούν με τα κοινά, θα πρέπει να έχουν λάβει την ανάλογη παιδεία. Όμως, η σύγχρονη παιδεία δεν έχει απολύτως καμία σχέση με αυτό το αίτημα. Στο σχολείο, ουσιαστικά, παίρνουμε εξειδικευμένες γνώσεις.
Το σχολείο θα έπρεπε να είναι ιδιαιτέρως στραμμένο στα κοινά. Στο σχολείο θα έπρεπε να αναλύεται σε βάθος κάθε τι που αφορά τους οικονομικούς, τους κοινωνικούς και τους πολιτικούς μηχανισμούς. Θα έπρεπε να υπάρχουν μαθήματα πραγματικής ανατομίας της σύγχρονης κοινωνίας. Αλλά τι λέω τώρα... Εδώ τα σχολεία είναι ανίκανα να διδάξουν ακόμη και Ιστορία.
Τα παιδιά βαριούνται στο μάθημα της Ιστορίας, ένα μάθημα που θα έπρεπε να είναι συναρπαστικό.
Πολλά πράγματα πρέπει να αλλάξουν, εάν θέλουμε να μιλήσουμε για αληθινή εκπαιδευτική δραστηριότητα στο πολιτικό πεδίο. Κάτι τέτοιο, προϋποθέτει αλλαγή των θεσμών. Προϋποθέτει νέους θεσμούς που να επιτρέπουν -και όχι να αποτρέπουν, όπως οι σήμερον ισχύοντες- την ενεργό συμμετοχή των πολιτών στα κοινά.
Ας εξετάσουμε, τώρα, για λίγο, τη σχέση του ανθρώπου με τη γνώση και με την πίστη. Στον 20ό αιώνα γνωρίσαμε την άκρατη κυριαρχία της ιδεολογίας -της ιδεολογικής πίστης- με την αυστηρή έννοια και, θα έλεγα, με την κακή έννοια του όρου. Ας πάρουμε ένα παράδειγμα από τη δεκαετία του '70.
Ας πάρουμε τις μαοϊκές ομάδες. Το πρόβλημα με τους μαοϊκούς δεν έγκειται στην άγνοια τους για το τι πραγματικά συνέβαινε στην Κίνα. Οι μαοϊκοί, είτε είχαν μυηθεί στο δόγμα από τους καθοδηγητές τους, είτε το είχαν δεχτεί από μόνοι τους χωρίς την παρεμβολή τρίτων. Το πρόβλημα λοιπόν βρίσκεται στο ότι οι ίδιοι -με τον ένα ή τον άλλο τρόπο- αποδέχτηκαν μιαν τέτοιου τύπου χειραγώγηση. Γιατί; Για ποιον λόγο; Διότι ήταν ανάγκη να είναι χειραγωγημένοι. Διότι είχαν ανάγκη να πιστεύουν. Και αυτό ακριβώς το θέμα ήταν ανέκαθεν η μεγάλη πληγή του επαναστατικού κινήματος.
Η γνώση και η πίστη. Ο Αριστοτέλης, στον οποίο συνεχώς αναφέρομαι και για τον οποίο έχω απέραντο σεβασμό, έχει πει κάτι - δεν μπορώ να πω ότι είναι ανοησία, δεδομένου ότι πρόκειται για τον Αριστοτέλη, που δεν είναι σωστό: «ο άνθρωπος είναι ζώον, το οποίο επιθυμεί τη γνώση». Δεν συμφωνώ.
Από την πλευρά μου υποστηρίζω ότι ο άνθρωπος δεν είναι ζώον, το οποίο επιθυμεί τη γνώση, αλλά ζώον το οποίο επιθυμεί την πίστη και, ακριβέστερα, τη βεβαιότητα μιας πίστης' εξ ου η μεγάλη δύναμη των θρησκειών, εξ ου η μεγάλη δύναμη των πολιτικών ιδεολογιών.
Στο ξεκίνημα του, το εργατικό κίνημα χαρακτηριζόταν από έντονα κριτική στάση. Θυμηθείτε τους δύο πρώτους στίχους από το δεύτερο κουπλέ της Διεθνούς, που εξ άλλου είναι ο ύμνος της Κομμούνας: «δεν υπάρχει υπέρτατος Σωτήρας ούτε Θεός» (άρα, εξοβελίζεται η θρησκεία), «δεν υπάρχει Καίσαρ ούτε Αρχηγός» (άρα, έξω κι ο Λένιν)! Είδαμε όμως τι επακολούθησε ... Είδαμε πού οδήγησε η ανάγκη για πίστη...
Άραγε, μετά από όλα όσα έχουν συμβεί, γίναμε σήμερα τουλάχιστον λίγο πιο σοφοί; Νομίζω ότι η εξέλιξη στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης καθώς και η εξέλιξη γενικώς της κοινωνίας έχουν συμβάλει, ώστε να αποκτήσουν οι άνθρωποι κάπως πιο κριτική διάθεση.
Βέβαια, η ανάγκη για πίστη παραμένει. Υπάρχει πάντα ένα ποσοστό που διακαώς αναζητεί την πίστη' μιαν πίστη. Έτσι, βλέπουμε σε άλλες χώρες -όχι τόσο στη Γαλλία- φαινόμενα και, κινήματα, όπως η σαϊεντολογία, οι διάφορες σέχτες, ο φονταμενταλισμός. Χωρίς αμφιβολία, σήμερα, η στάση των ανθρώπων είναι πιο κριτική και πιο σκεπτικιστική από ό,τι ήταν στο παρελθόν. Είναι όμως μια στάση που αναστέλλει τη δράση.
Στο σημείο αυτό θα θυμίσω ότι ο Περικλής στον Επιτάφιο λέει στους Αθηναίους πως μόνον αυτοί έχουν κατορθώσει, ώστε η σκέψη τους να μην αναστέλλει τη δράση τους! Καταπληκτικό! Και προσθέτει: «εις τους άλλους, αντιθέτως, η μεν αμάθεια γεννά θράσος, η δε σκέψις ενδοιασμόν».1
Τις τελευταίες δεκαετίες διανύουμε μιαν περίοδο κατάργησης των φραγμών και των ορίων σε όλους τους τομείς. Αυτό συνεπάγεται την επιθυμία του απεριόριστου. Πρόκειται για μια μορφή απελευθέρωσης, που υπό μιαν έννοια αποτελεί μεγάλη κατάκτηση.
Πρέπει όμως επίσης να μάθουμε -και αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία- να αυτοπεριοριζόμαστε, τόσο ως άτομα όσο και ως σύνολο. Η καπιταλιστική κοινωνία σήμερα είναι μια κοινωνία που από κάθε άποψη οδεύει προς την καταστροφή της' μια κοινωνία ανίκανη να αυτοπεριοριστεί. Όμως μια πραγματικά ελεύθερη κοινωνία, μια κοινωνία αυτόνομη, πρέπει να ξέρει να αυτοπεριορίζεται.
Ο αυτοπεριορισμός ισοδυναμεί με απαγόρευση, θα υποστηρίξουν ορισμένοι. Όχι. Δεν εννοώ απαγόρευση με την έννοια της καταστολής.
Εννοώ, να ξέρουμε ότι υπάρχουν πράγματα που δεν πρέπει να τα επιθυμούμε ή που δεν πρέπει να τα κάνουμε. Παράδειγμα, το περιβάλλον. Καταστρέφουμε τον πλανήτη, στον οποίο ζούμε.
Σκέφτομαι τα θαύματα: το Αιγαίο Πέλαγος, τις χιονισμένες οροσειρές, την «όψη» του Ειρηνικού ωκεανού από μια γωνιά της Αυστραλίας, το Μπαλί, τις Ινδίες, την επαρχία της Γαλλίας που την ερημώνουμε. Όσα θαύματα, τόσες καταστροφές. Καταστρέφουμε τον πλανήτη, ενώ θα έπρεπε να είμαστε οι κηπουροί του. Θα έπρεπε να τον θεραπεύουμε, δηλαδή να τον καλλιεργούμε και να τον φροντίζουμε έτσι όπως είναι.
Μια τέτοια δραστηριότητα θα έπρεπε να αποτελεί βάση και προσανατολισμό της ζωής μας. Αλλά αυτή είναι πολύ δύσκολη αποστολή.
Προφανώς όμως όλα τα παραπάνω δεν έχουν σχέση ούτε με το σημερινό σύστημα, ούτε με το σημερινό κυρίαρχο φαντασιακό. Το φαντασιακό της εποχής μας είναι το φαντασιακό της απεριόριστης επέκτασης και της συσσώρευσης άχρηστων πραγμάτων... Δηλαδή; Δηλαδή, μια τηλεόραση σε κάθε δωμάτιο, ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής σε κάθε δωμάτιο και ούτω καθεξής. Σ' αυτό το φαντασιακό στηρίζεται το σύστημα. Και είναι αυτό ακριβώς που πρέπει να καταστραφεί.
Τι θα μπορούσε λοιπόν να προτείνει κανείς για τη σημερινή κατάσταση, δεδομένου ότι είναι πολύ εύκολο να παρασυρθούμε, να αφεθούμε; (Ως γνωστόν, ο άνθρωπος είναι ζώον οκνηρόν.) θα καταφύγω και πάλι στους αρχαίους. Υπάρχει μια υπέροχη φράση του Θουκυδίδη: «πρέπει να διαλέξουμε ανάμεσα στην οκνηρία και την ελευθερία»! Αλλά και ο Περικλής, εάν δεν κάνω λάθος, έλεγε στους Αθηναίους: «εάν θέλετε να είστε ελεύθεροι, πρέπει να εργάζεστε»!
Η ελευθερία είναι δραστηριότητα. Μια δραστηριότητα, η οποία ξέρει τα όρια της, ξέρει να αυτοπεριορίζεται. Η ελευθερία γνωρίζει ότι όλα μπορεί να τα κάνει, αλλά επίσης γνωρίζει ότι δεν πρέπει να τα κάνει όλα. Αυτό είναι, για μένα, το μεγάλο πρόβλημα της δημοκρατίας και του ατομικισμού.
Περί αντικαπιταλιστικού διαφωτισμού ή διαφωτισμού της αυτονομίας
Published 26.9.10 in Αναλύσεις , Αποανάπτυξη , Αυτονομία , δημοκρατία by Zed
Τον τελευταίο καιρό έχει -επιτέλους- διευρυνθεί η κουβέντα περί του αντικαπιταλιστικού διαφωτισμού σε διάφορες συζητήσεις στον αντιεξουσιαστικό (και όχι μόνο) χώρο. Προσωπικά, προτιμώ να προχωρήσω την -κατά Καμύ- εξεγερσιακή άρνηση και ψάχνω την κατάφαση και την πρόταση στο σήμερα. Θεωρώ, βέβαια, την άρνηση της οποίας φορέας είναι η κάθε εξέγερση το πιο υγιές στοιχείο στην σημερινή κοινωνία, όμως η τελευταία πρέπει να είναι το σπέρμα που θα γονιμοποιήσει κάτι νέο, ριζικά διαφορετικό απ' όλα τα προηγούμενα. Έτσι, επιδιώκοντας να προχωρήσω στην κατάφαση, στο πρόταγμα, σε κάτι νέο, θα ονόμαζα την όλη διαδικασία «διαφωτισμό της αυτονομίας».
Κατ' αυτόν, η άρνηση του καπιταλισμού, που δε μπορεί παρά να είναι άρνηση του εμπορεύματος, δεν έχει γίνει πράξη έως σήμερα. Οι μεγάλοι έως τώρα αγώνες διεξάγονται διεκδικώντας περισσότερα χρήματα, μεγαλύτερη άνεση, κομφορμισμό, ελευθερία στην αγορά σκουπιδοπροϊόντων*. Έτσι, έρχεται η κυριαρχία, η οικονομική ολιγαρχία δηλαδή, να εντείνει αυτό που διαμορφώνεται σαν κοινωνικό φαντασιακό, μιας και την βολεύει αφάνταστα για τη διαιώνιση της ύπαρξης της στην εξουσία. Θεσμίζει την ελεύθερη αγορά, δηλαδή τον καπιταλισμό στην οποιαδήποτε του εκδοχή με αποκορύφωμα τον σημερινό νεοφιλελευθερισμό. Όλα αυτά τα λέω, γιατί με διέπει η παραδοχή ότι οι κοινωνίες αυτοθεσμίζονται υπόρρητα, και ότι η επανάσταση θα ήταν η συνειδητή κοινωνική αυτοθέσμιση. Επί της ουσίας δηλαδή, επισημαίνω ότι (επειδή οι κοινωνίες αυτοθεσμίζονται), η καπιταλιστική θέσμιση είναι απόρροια της κοινωνικής επιθυμίας για ελευθερία αγοράς σκουπιδοπροϊόντων.
Το ζήτημα για εμάς σήμερα, δεν είναι μια διεκδίκηση μεγαλύτερου μισθού και μισθωτής σκλαβιάς. Το ζήτημα μας σήμερα πρέπει να είναι ένας ριζικά διαφορετικός τρόπος θέσμισης που θα τον επιλέγει συνειδητά η κοινωνία μέσω (άμεσης) δημοκρατίας και ισότητας κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να μας ενδιαφέρει το οικονομίστικο πρόταγμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης και του πλουτισμού. Αυτό, διαμορφώθηκε σε έναν μικρό βαθμό από το καπιταλιστικό φαντασιακό, αλλά έφτασε να αποτελεί κυρίαρχο θέμα παραδόξως από τον μαρξισμό. Όλες οι διεκδικήσεις έφτασαν να έχουν οικονομικές επιδιώξεις, ταξικά χαρακτηριστικά και οικονομισμό, αγνοώντας παντελώς ένα σωρό από άλλες παραμέτρους θεμελιώδεις (σε αντίθεση με την σημασία που έχει η οικονομία για μια φυσιολογική κοινωνία), όπως η οικολογία, η ποιότητα ζωής, παιδείας, υγείας, αλληλεγγύης, συλλογικοποίησης κ.ο.κ. Κι έτσι τελικά γίναμε ένας οικονομίστικος κόσμος στον οποίον όλα εξαρτώνται από το χρήμα.
Επί της ουσίας, θέλω να πω ότι ο διαφωτισμός της αυτονομίας ή αλλιώς αντικαπιταλιστικός διαφωτισμός θα έρθει όταν θα αφήσουμε πίσω την αξιακή θέση που κατέχει σήμερα το χρήμα και θα το δούμε ως απλό εργαλείο συναλλαγών. Όταν αυτό, θα πάψει να αποτελεί εμπόρευμα, δεν θα πωλείται, δεν θα αγοράζεται, αλλά θα αποτελεί το μέσο για τις συναλλαγές των απλών αγαθών που χρειαζόμαστε («να γυρίσουμε στα απλά»). Είναι -τουλάχιστον- υπερβολική η μανία του αναρχικού χώρου να αρνείται την εργαλειακή χρήση που μπορεί να έχει το χρήμα όταν δεν είναι εμπόρευμα. Δε χρειάζεται να υποκρινόμαστε, αφού όλοι αγοράζουμε υλικά πρώτης ανάγκης (ενίοτε και πολλά περιττά αγαθά). Ό,τι μας χρειάζεται μπορεί και πρέπει να μπει μέσα στους χώρους της ελευθερίας, στις καταλήψεις, στα αυτοδιαχειριζόμενα στέκια, στους κοινωνικούς χώρους, στις κολλεκτίβες. Δεν νομίζω ότι το χρήμα είναι το πρόβλημα. Αλλά η σημερινή του θέση στην κοινωνία μας.
Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα κουβέντα περί όλων αυτών έγινε στην ομιλία του Ν. Σκυφτούλη στο φεστιβάλ της άμεσης δημοκρατίας στη Θεσσαλονίκη.
Όλα αυτά, θέλω να τα σφραγίσω με μια παράθεση από το βιβλίο του Κορνήλιου Καστοριάδη «Το επαναστατικό πρόβλημα σήμερα», που πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσετε. Την αφορμή μου την έδωσε το blog «ΙΣΟΤΗΤΑ . EQUALITY».
«…Ο οικονομικος ανταγωνισμος μεσα στην κοινωνια υπαρχει επειδη, και εχει σαν προϋποθεση το οτι, οι κοινωνικοι θεσμοι αντικειμενικα επιτρεπουν την οικονομικη ανισοτητα· και το καθιερωμενο συστημα αξιων αξιολογει θετικα αυτους που ‘‘εχουν’’ ή ‘‘κερδιζουν’’, και αρνητικα τους αλλους.
Αισθανεστε εσεις μειωμενος ή κατωτερος επειδη εχετε μονο μια συζυγο και οχι τεσσερεις; Αν ζουσαμε σε μουσουλμανικη χωρα, ισως να αισθανοσασταν [κατωτεροτητα]… Υπηρξε μια εποχη, οχι και τοσο μακρινη, που πολλοι ανθρωποι μπορουσαν να σκοτωσουν ή να κανουν οποιαδηποτε ατιμια για να τους δωσει ο βασιλιας τιτλο ευγενειας. Εμεις σημερα θα γελουσαμε με αυτην την ιδεα… Δεν γελαμε ομως, οταν καποιος ειναι ετοιμος να σκοτωσει ή να κανει οποιαδηποτε βρωμια για να κερδισει μερικα εκατομμυρια.
Εκεινο που χρειαζεται ειναι να γινει η ιδεα: ‘‘εγω κερδιζω περισσοτερα απο σενα’’ τοσο γελοια οσο και η ιδεα ‘‘εγω ειμαι καλυτερος απο σενα, γιατι η προγιαγια μου κοιμηθηκε με το βασιλια, που εκανε τον προπαπο μου βαρωνο.’’ (…)
Η εξισωση ολων των εισοδηματων ειναι… ενα απο τα πρωτα μετρα που πρεπει να παρουν τα εργατικα ή αλλα συμβουλια… Αυτο το μετρο δεν ειναι μακρινο αποτελεσμα, αλλα αρχικο μεσον για να καταργηθει, να κοπει συρριζα η ‘‘οικονομικη’’ ή ‘‘οικονομιστικη’’ νοοτροπια― αυτη που μας κανει να θελουμε να παρουμε περισσοτερα απο τους αλλους ή να θελουμε να παρουμε την ταδε θεση για να παρουμε περισσοτερα απο τους αλλους .(…)
Ειναι αναγκη να καταστραφει η οικονομικη νοοτροπια και ολο το συστημα ψυχικων κινητρων και ‘‘αξιων’’ που ειναι συνυφασμενο μαζι της. Αυτο το συστημα το δημιουργησε και το επεβαλε ο καπιταλισμος― και ο μαρξισμος το εγκολπωθηκε τελικα περιπου αμεταβλητο.
Το κεντρικο του σημειο ειναι η ιδεα οτι ο σκοπος της κοινωνικης ζωης ειναι η απεριοριστη αναπτυξη των παραγωγικων δυναμεων, του ‘‘εθνικου προϊοντος’’ και του ‘‘εθνικου πλουτου’’. Αυτη η απεριοριστη αναπτυξη εχει γινει το ‘‘φετιχ’’ της συγχρονης κοινωνιας― ειτε σαν απολυτος σκοπος, ειτε σαν το απολυτο μεσο για να φτασουμε στην απελευθερωση του ανθρωπου (αυτη ειναι η μαρξιστικη παραλλαγη).» [Το επαναστατικο προβλημα σημερα/ Υψιλον/ σελ. 25-27]
«(…) Ο καπιταλισμος δεν ειναι απλως η ατελειωτη συσσωρευση για τη συσσωρευση, η συνεχης επανασταση της παραγωγης, του εμποριου, του χρηματος και της καταναλωσης. Ενσαρκωνει μια καινουρια κοινωνικη φαντασιακη σημασια: την απεριοριστη επεκταση της ‘‘ορθολογικης κυριαρχιας’’. (…)
Τιποτα δεν πρεπει να αποτελει εμποδιο στην πορεια της μεγιστοποιησης: ουτε η ‘‘φυση’’ (του κοσμου και του ανθρωπου), ουτε η παραδοση, ουτε αλλες ‘‘αξιες’’. Τα παντα καλουνται ενωπιον του δικαστηριου του (παραγωγικου) Λογου και πρεπει να αποδειξουν το δικαιωμα υπαρξεως τους βασει του κριτηριου της απεριοριστης επεκτασης της ‘‘ορθολογικης κυριαρχιας’’. Ο καπιταλισμος γινεται συνεπως μια διηνεκης κινηση μιας αυτο-ανα-θεσμισης θεωρουμενης ως ορθολογικης αλλα ουσιαστικα τυφλης, με την ανευ περιορισμου χρηση μεσων (ψευδο)ορθολογικων προς επιτευξιν ενος μονον (ψευδο)ορθολογικου σκοπου.» [Η εποχη του γενικευμενου κομφορμισμου/ Ο Θρυμματισμενος Κοσμος/Υψιλον/ σελ.18-19]
* Χαρακτηρίζω ως σκουπιδοπροϊόντα όλα όσα έχουν μπει στη ζωή μας στα πλαίσια της (υπερ)καταναλωτικής κοινωνίας και της διαρκούς ανάπτυξης. Τα κρίνω εντελώς περιττά έως επικίνδυνα για τη βιωσιμότητα του πλανήτη μας. Το ζήτημα της ανάπτυξης, βέβαια, είναι μια μεγάλη κουβέντα, όμως πρέπει να τονιστεί ότι η διαρκής ανάπτυξη που επιθυμεί η καπιταλιστική δύση (και η καπιταλιστική Κίνα επίσης) δεν μπορεί να διαιωνιστεί για πάντα πολύ απλά γιατί το περιβάλλον δεν προλαβαίνει να ανακυκλώσει όσα προσφέρει στον άνθρωπο για τη δημιουργία των σκουπιδοπροϊόντων που υποδουλώνουν. Το χειρότερο όλων είναι ότι σε ενδεχόμενο που όλη η παγκόσμια κοινότητα επιθυμούσε να ζήσει με τους ρυθμούς της Δύσης, ο πλανήτης θα κατέρρεε μέσα σε λίγες μέρες. Φυσικά, κάτι τέτοιο συμβαίνει και τώρα και την αναγκαία οικολογική στροφή που είναι επιβεβλημένη, την κάνουν πάλι με όρους εμπορευματοποίησης και με το όνομα «πράσινη ανάπτυξη». Πράσινα άλογα...
Για να τα δούμε λιγάκι με αριθμούς.
Στις εκλογές του 2009, το ποσοστό Αποχής και Λευκών/Ακύρων έφτασε στο 31,72%.
Αν κάνουμε την αναγωγή, τότε το ΠΑΣΟΚ, κυβερνάει όχι με το 43,8%, που του δίνουν, μη καταμετρώντας το παραπάνω ποσοστό, αλλά με ποσοστό 29,90%.
Τουτέστιν, 3 στους 10 πολίτες που δεν επέλεξαν κόμμα (απείχαν ή ψήφισαν Λευκό /Άκυρο), έδωσαν το δικαίωμα σε άλλους 3 πολίτες, να εκλέξουν κυβέρνηση.
Το αστείο είναι πως το Σύστημα εξουσίας, έχοντας ήδη εντοπίσει την αδιαφορία του κοινού για την σημερινή πολιτική πρόταση, έχει οργανώσει ένα ολόκληρο σύστημα πληροφόρησης που αναγάγει την Αποχή ή το Λευκό/Άκυρο σε ‘’πολιτική πρόταση’’.
Είναι , λένε, ‘’πολιτική άποψη’’ η Αποχή, είναι ‘’πολιτική άποψη’’ το Άκυρο ή το Λευκό.
Κρύβουν βέβαια από τους περισσότερους πως έχουν παράλληλα δημιουργήσει έναν τέτοιο Εκλογικό Νόμο, που μπορεί να καρπώνεται και την Αποχή και τα Λευκά/Άκυρα, δίνοντας την δύναμη σε αυτούς τους 3/10 πολίτες, να παρέχουν αυτοδύναμη κυβέρνηση.
Όσο η Αποχή ή τα Λευκά/Άκυρα, δεν θα φαίνονται στο Κοινοβούλιο, με ‘’άδειες θέσεις’’ (20% η αποχή-20% λιγότερες θέσεις στο κοινοβούλιο), τόσο δεν θα είναι λύση μια τέτοια επιλογή (αποχή ή λευκό/άκυρο).
Ο νέος εκλογικός νόμος, κρύβει και περισσότερες παγίδες.
Για όσους έχουν αντιληφθεί το παιχνίδι του Συστήματος Εξουσίας με τα Λευκά/Άκυρα, και έχουν αποφασίσει να πάνε να ψηφίσουν, αλλά να δώσουν τη ψήφο τους σε μικρό κόμμα, το Σύστημα Εξουσίας, έχει βρει ακόμη μια λύση.
Όλες οι ψήφοι που θα πάρουν μικρά κόμματα, ΠΟΥ ΔΕΝ ΘΑ ΜΠΟΥΝΕ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ δηλαδή κόμματα που δεν θα πιάσουν το ελάχιστο ποσοστό για να μπούνε στο κοινοβούλιο, θα μετατραπούν σε ψήφους του πρώτου κόμματος!!
Ναι, ναι, καλά ακούσατε. Αν ψηφίσεις πχ ‘’Κυνηγούς’’, είναι σαν να ψηφίζεις ΠΑΣΟΚ ή ΝΔ.
Αν ψηφίσεις ‘’Λεβέντη’’, είναι σαν να ψηφίζεις ΠΑΣΟΚ ή ΝΔ.
Όλα τα παραπάνω, αποδεικνύουν πως και αυτή η κυβέρνηση, και η προηγούμενη ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΑ ΕΚΛΕΓΜΕΝΗ, μιας και δεν συγκέντρωσε την πλειοψηφία, αλλά είναι ΔΙΟΡΙΣΜΕΝΗ μέσω ενός εκλογικού συστήματος κομμένου και ραμμένου στα μέτρα τους, και στον ‘’ιδιωτικό στρατό’’ που έχουν αποκτήσει από τους υποτελείς δημόσιους υπαλλήλους τους.
Μια τέτοια κυβέρνηση, είναι κυβέρνηση όχι απλά μειοψηφίας, αλλά κυβέρνηση ΑΝΤΙΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ, εφόσον ο εκλογικός νόμος που αυτοί (και οι προηγούμενοι) που τους ανέδειξε σε εξουσία, είχε εξ αρχής δημιουργηθεί ώστε να πνίξει κάθε επιθυμία των πολιτών για αλλαγή πολιτικής.
