Οι εξεγέρσεις δε γίνονται με τους όρους που θέτει η αστική τάξη, αλλά τις ορίζει το φαντασιακό των εξεγερμένων. Και αποτελούν τη ρωγμή στο τείχος που μας υψώνει η εξουσία... Η σιωπή των ημερών, είναι μια στιγμή πρίν τον πόλεμο, τα μέσα του οποίου θα καταδείξουν το σκοπό του...

...του μπάτσου

του Κλεάνθη Γρίβα

  • Ένα εξουσιαστικά μεταλλαγμένο ζόμπι, που η ύπαρξη του εξαντλείται στα χέρια, τα πόδια, το περίστροφο, το κλομπ, κάποια γεννητικά όργανα (ανύπαρκτης ή αμφίβολης λειτουργικότητας) και έναν απλαστικό εγκέφαλο (ο οποίος διευκολύνει αφάνταστα την επιτέλεση του θεάρεστου λειτουργήματος του βασανιστή).

  • Μια διεστραμμένη ψυχοπαθητική προσωπικότητα, ένα φρανκενσταϊνικό μείγμα Παπαχρόνη, Ντάλτον, Νταβέλη και κουτσαβάκη, που προγραμματίζεται εξουσιαστικά για να εκδηλώνει μια ανεξέλεγκτη καταστρεπτική επιθετικότητα και να δηλώνει ξεδιάντροπα με χίλιους τρόπους ότι (αυτό, το διανοητικά υπολειπόμενο ζόμπι) είναι το ευνοούμενο εκτελεστικό όργανο της εξουσίας και έχει εξοπλιστεί με το αποκλειστικό δικαίωμα «να γαμάει και να δέρνει», και αντιστρόφως.

  • Ένα αποκρουστικό ανθρωποειδές (που η εμφάνιση του και μόνο, θίγει την αισθητική και προσβάλλει την αξιοπρέπεια και μόνο κάθε πολιτισμένου ανθρώπου), το οποίο, με την αλαζονεία, τις κουτσαβάκικες κινήσεις, το ηλίθιο βλέμμα και τον πρωτόγονο λόγο του, εκτοξεύει εναντίον της κοινωνίας την αφόρητη χυδαιότητα, το απύθμενο κενό, την τρομακτική βαρβαρότητα και το καταχθόνιο ψυχοδιανοητικό του σύμπαν.

    1 Comment

    Εκτάκτως

     

    Αν και αυτό το blog κάνει μια συνεχή προσπάθεια να μένει επικεντρωμένο στο στόχο του, παρά τα όσα συμβαίνουν, εντούτοις, έχει την υποχρέωση να το επισημάνει:

    Κάποιος το είπε, ένα πορτατίφ το φώτησε και τώρα πρέπει να το φωνάξουμε:

    Ευτυχισμένο το νέο τίποτα -εκτός και άν.

    Ας δώσουμε εμείς νόημα...


    Η εκκωφαντική θύελλα της απογοήτευσης...



    Μέσα από τις προηγούμενες δημοσιεύσεις, έγινε μια προσπάθεια ανάδειξης κάποιων ιστορικών κινημάτων, καθώς και του μπολσεβικικού ολοκληρωτισμού, γεγονός που αποσκοπούσε στην τελική ανάδειξη της ιδέας της αυτονομίας, ως τον μοναδικό ορθό τρόπο θέσμισης της κοινωνίας. Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια φιλόδοξη προσπάθεια επεξήγησης του προτάγματος της αυτονομίας και κρίνω χρήσιμο να θεωρηθεί ως ενός είδους μανιφέστο, ανεξαρτήτα αν αποτελεί την ταυτότητα της πολιτικής ομάδας "Αυτονομία ή Βαρβαρότητα".

    Ποιοι είμαστε και για τι αγωνιζόμαστε

    Η επαναστατική πολιτική ομάδα Αυτονομία ή Βαρβαρότητα από την ίδρυση της, το φθινόπωρο του 2004, εργάζεται για την υπεράσπιση και τη διάδοση του προτάγματος της ατομικής και κοινωνικής αυτονομίας. Στα πλαίσια της ετερόνομης κοινωνίας όπου ζούμε το πολιτικό πράττειν εξαντλείται στην προσπάθεια δημοσιοποίησης των ιδεών και των απόψεών μας, οι οποίες στοχεύουν στην ανατροπή του υπάρχοντος καθεστώτος και στην εγκαθίδρυση μιας αυτόνομης και δημοκρατικής κοινωνίας. Μιας κοινωνίας δηλαδή όπου οι αποφάσεις θα παίρνονται από τα δημοκρατικά όργανα εξουσίας, δίχως γραφειοκρατία και πολιτική αντιπροσώπευση, και της οποίας οι θεσμοί θα προωθούν το σπάσιμο των ταμπού και την απελευθέρωση της ριζικής φαντασίας των ανθρώπων σε όλους τους τομείς. Πρόκειται για μια κοινωνία βασισμένη στις αρχές του ανθρωπισμού, της ισότητας και της δικαιοσύνης, για μια κοινωνία η οποία πραγματώνει στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό την ελευθερία και τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

    Στο παρακάτω κείμενο συμπυκνώνουμε, όσο μπορούμε, τις βασικές ιδέες της ομάδας μας, τόσο σε ό,τι αφορά στο είδος της κοινωνίας υπέρ της οποίας αγωνιζόμαστε, όσο και σε ό,τι αφορά στον τρόπο με τον οποίο αναλύουμε τη σύγχρονη κοινωνική κατάσταση. Ξεκινάμε από αυτό που «κανονικά» θα έπρεπε να μπει δεύτερο, από το κομμάτι δηλαδή το σχετικό με τη σκιαγράφηση μιας αυτόνομης κοινωνίας, επειδή θεωρούμε ότι η ανάλυση της σύγχρονης κατάστασης που κάνουμε εξαρτάται ακριβώς από τις βασικές ιδέες του προτάγματος μας. Ναι μεν ισχύει και το αντίστροφο, αλλά μόνο εν μέρει: ό,τι είδους κοινωνία και να είχαμε να αντιμετωπίσουμε, οι γενικές γραμμές του προτάγματός μας θα παρέμεναν πάντοτε οι ίδιες. Για εμάς –σε αντίθεση με ό,τι έγραφε κατά τη δεκαετία του ’60 ο Καστοριάδης[1]- δεν έχει πλέον σημασία το αν οι ιδέες μας βρίσκουν κάποιο αντικειμενικό σύστοιχο στη συμπεριφορά των ανθρώπων γύρω μας. Η κοινωνιολογική συνθήκη εντός της οποίας κάτι τέτοιο ήταν δυνατό και ευκταίο –η κατάσταση εν ολίγοις εντός της οποίας έγραφε ο Καστοριάδης τις φράσεις της προηγούμενης παραπομπής- έχει προ πολλού αλλάξει (βλ. το κομμάτι «Τι είναι βαρβαρότητα;»).

    Στις μέρες μας, όπου η κυριαρχεί η μαζική απάθεια κι η ιδιωτικοποίηση, ο μόνος παράγων που επιτρέπει στις ιδέες μας να αποτελούν κομμάτι ενός συνεκτικού πολιτικού προτάγματος κι όχι απλώς προσωπική μας εμμονή ή όψεις κάποιας ανεφάρμοστης ουτοπίας είναι η αντικειμενική κατάσταση και τα προβλήματα στα οποία οδηγεί η αποσύνθεση της σημερινής κοινωνίας· προβλήματα τα οποία δεν μπορούν να λυθούν παρά μόνο διά της πολιτικής και γενικώς δημιουργικής κινητοποίησης των σύγχρονων ανθρώπων. Αυτό που, ως επαναστάτες, καλούμαστε σήμερα να κάνουμε είναι να δούμε τον κόσμο γύρω μας με νηφαλιότητα και γενναιότητα και να προσπαθήσουμε να βρούμε οδούς διεξόδου από τον σύγχρονο βούρκο. Η περιγραφή του προτάγματος μας είναι ένα πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.

    Τι είναι αυτονομία

    Δηλώνοντας την ακράδαντη και βαθιά μας πίστη στη δημιουργική ικανότητα των ανθρώπινων μαζών, όπως επίσης και την εμπιστοσύνη μας προς το ανθρώπινο ον, το οποίο, αν το επιλέξει, είναι ικανό να μεγαλουργεί, απέχουμε συνειδητά από κάθε προσπάθεια να περιχαράξουμε εκ των προτέρων το πώς θα είναι μια αυτόνομη κοινωνία. Το θεωρούμε υποτιμητικό εξάλλου προς τους συνανθρώπους μας να βγούμε και να τους πούμε τι πρέπει να κάνουν –αυτό είναι το θεμελιώδες γνώρισμα του (π)ηθικισμού, όχι της αυτονομίας. Αυτές οι παρατηρήσεις είναι αναγκαίες, γιατί μας επιτρέπουν να θέσουμε το πρόβλημα στις σωστές του βάσεις: ενώ απ’ τη μια πλευρά οφείλουμε με κάθε τρόπο να υποστηρίζουμε το πρόταγμα μας και την εγγενή σε αυτό βλέψη περί του είδους της κοινωνίας προς το οποίο αποσκοπεί, από την άλλη είμαστε υποχρεωμένοι να αναγνωρίζουμε τη δημιουργική ακαθοριστία του κοινωνικοϊστορικού πεδίου και να μην προσπαθούμε σε καμία περίπτωση να καθορίσουμε εκ των προτέρων τι πρέπει να γίνει. Οφείλουμε δηλαδή να υποστηρίξουμε τις αξίες και τα ιδεώδη που μας φαίνεται ότι προκύπτουν από την προσχώρηση στο πρόταγμα της αυτονομίας, δίχως όμως να προσπαθούμε να τα καθορίσουμε κατά τρόπο που θα έκλεινε το πεδίο της συζήτησης. Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι κυρίως να πούμε τι δεν ταιριάζει με την επιθυμία να ζήσουμε σε μια αυτόνομη κοινωνία. Σε ό,τι αφορά επίσης στο θετικό και καταφατικό κομμάτι της όλης διαδικασίας, πρέπει να είμαστε ως επί το πλείστον γενικόλογοι, προσπαθώντας να περιγράψουμε απλά τις γενικές τάσεις προς τις οποίες θα κινηθεί μια ριζοσπαστική αλλαγή της κοινωνίας.

    Αυτές οι τελευταίες διευκρινίσεις έχουν κυρίως στο νου τους το γεγονός πως η θέσμιση κάθε κοινωνίας διαθέτει δύο επίπεδα: ένα που καθορίζεται ρητά και συνειδητά κι ένα που καθορίζεται ασυνειδήτως και μακροπρόθεσμα. Στο πρώτο επίπεδο εμπίπτει η νομοθετική δραστηριότητα της κοινωνίας, μέσα απ’ τη συμμετοχή των πολιτών στην εκκλησία του δήμου, ενώ στο δεύτερο εμπίπτουν οι αξίες και οι σημασίες της κοινωνίας, οι οποίες καθορίζονται ασυνειδήτως, κατά τη διάρκεια του χρόνου, μέσω της δραστηριότητας της κοινωνίας σε όλα τα πεδία: φιλοσοφικό, καλλιτεχνικό, σεξουαλικό, επιστημονικό κλπ. Σαφείς προτάσεις μπορούν να γίνουν μόνο σε ό,τι αφορά στο πρώτο επίπεδο, καθώς αυτό είναι που αφορά και στα ζητήματα της δημοσίας/δημόσιας σφαίρας. Αντιθέτως τα ζητήματα που αφορούν στο δεύτερο επίπεδο δεν μπορούν να γίνουν αντικείμενο νομοθετικής ρύθμισης –και κατά συνέπεια σαφούς εκ των προτέρων καθορισμού-, όχι μόνο λόγω του ασυνείδητου και σταδιακού χαρακτήρα της διαδικασίας βάσει της οποίας δημιουργούνται, αλλά και εξαιτίας του γεγονότος ότι εμπίπτουν στην δημόσια/ιδιωτική και την ιδιωτική/ιδιωτική σφαίρα οι οποίες οφείλουν να παραμένουν ανέγγιχτες από τις αποφάσεις της πολιτικής εξουσίας[2].

    Βάσει όλων αυτών έχουμε να πούμε τα εξής:

    αυτονομία (η) ουσ. [<αρχ. αὐτονομία <αὐτόνομος] το κοινωνικό καθεστώς εντός του οποίου οι άνθρωποι δρουν γνωρίζοντας ότι είναι αυτοί οι ίδιοι και όχι κάποια ξένη προς αυτούς δύναμη (οι πρόγονοι, η παράδοση, ο Θεός, οι νόμοι της ιστορίας, το κλίμα, η βιολογική τους δομή, η γλώσσα, το «περωμένο του Είναι», το «σύστημα», το «Κράτος», ο καπιταλισμός, τα «ΜΜΕ» κλπ) αυτοί που δημιουργούν τους θεσμούς και τις σημασίες της κοινωνίας και αυτοί που είναι υπεύθυνοι για το τι γίνεται στον κόσμο. Ακριβώς όμως χάρις σε αυτήν τους την επίγνωση μπορούν να θέτουν τους νόμους και τους θεσμούς τους υπό αμφισβήτηση, όποτε το κρίνουν αναγκαίο, δίχως να αναγνωρίζουν κανενός είδους τοτέμ και ταμπού. Το αντίθετο της αυτονομίας είναι η ετερονομία: η προσκόλληση στην αυθεντία, στη λατρεία της διανοητικής ασφάλειας και στους μεγάλους Ηγέτες, στη βάση της πίστης ότι οι νόμοι μας είναι προϊόν δυνάμεων έξω από εμάς τους ίδιους.

    ΕΓΚΥΚΛ. Φιλοσ. Η αυτονομία δεν είναι απλώς και μόνον ένα πολιτικό, με τη στενή έννοια του όρου, καθεστώς, αλλά μια κοινωνική μορφή, ένας τρόπος κοινωνικής και ψυχικής ύπαρξης, που αφορά στο σύνολο των πλευρών μιας κοινωνίας. Η ουσία αυτού του τύπου έγκειται στο ότι αγωνίζεται για τη μέγιστη δυνατή απελευθέρωση της ριζικής φαντασίας του ατόμου και του θεσμίζοντος φαντασιακού της κοινωνίας. Όπως λοιπόν υπάρχει αυτονομία πολιτική, έτσι υπάρχει και αυτονομία οικονομική, φιλοσοφική, σεξουαλική, καλλιτεχνική κλπ. Η περιστολή των ιδεών της αυτονομίας στο στενά πολιτικό ή στο οικονομικό πεδίο συνιστά μορφή ετερονομίας, καθώς συγκαλύπτει τη συνολικότητα που είναι εγγενής στο πρόταγμα της αυτονομίας. Η αυτονομία, όπως φυσικά και η ετερονομία, είναι τελικά μορφές ύπαρξης γενικώς, τρόποι του ανθρώπινου είναι μέσα στον κόσμο. Γι’ αυτό και ένας αυτομετασχηματισμός της κοινωνίας προς αυτόνομη κατεύθυνση απαιτεί έναν πραγματικό σεισμό και μια άνευ προηγουμένου στην ανθρώπινη ιστορία ανατροπή, τόσο σε βάθος όσο και σε εύρος. Το πρόταγμα της αυτονομίας υποστηρίζεται στον πλανήτη από ελάχιστες ομάδες, μία εκ των οποίων είναι και η δικιά μας, καθώς ζούμε σε μια εποχή όπου οι άνθρωποι έχουν πάψει να ενδιαφέρονται για την πολιτική και γενικώς για οτιδήποτε βγαίνει έξω από τις καταναλωτικές τους συνήθειες[3].

    ΑΝΑΛΥΤΙΚΟΙ ΟΡΙΣΜΟΙ:


    Κοινωνία

    Πολιτική

    Σε ό,τι αφορά στο πολιτικό πεδίο, στο πεδίο δηλαδή της λήψης αποφάσεων για τα θέματα που μπορούν να ρυθμιστούν βάσει της νομοθεσίας, η αυτονομία ταυτίζεται με τη δημοκρατία. Κάθε μορφή κυριαρχίας και ιεραρχίας καταργείται και το κράτος αντικαθίσταται από τις συνελεύσεις των πολιτών. Η εξουσία ασκείται από το σύνολο της κοινωνίας και οι αποφάσεις λαμβάνονται βάσει της αρχής της πλειοψηφίας. Η γραφειοκρατική οργάνωση και η διάκριση σε διευθύνοντες κι εκτελεστές καταργούνται. Τα καθήκοντα και τα αξιώματα μοιράζονται με κλήρο και οι αξιωματούχοι είναι ανά πάσα στιγμή ανακλητοί και υπόλογοι στην κεντρική συνέλευση. Οι νόμοι οφείλουν να είναι ανά πάσα στιγμή υποκείμενοι σε κριτική και αμφισβήτηση, δεδομένου ότι ακολουθούνται οι νόμιμες διαδικασίες. Στην ιστορία έχουν επανειλημμένως εμφανιστεί πολιτικές μορφές που βασίστηκαν –σε γενικές τουλάχιστον γραμμές- στις παραπάνω αρχές: από την αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία μέχρι την παρισινή Κομμούνα του 1871, τα ρωσικά σοβιέτ, οι αγροτικές κολεκτίβες της Ισπανικής Επανάστασης του 1936 και τα εργατικά συμβούλια της Ουγγρικής Επανάστασης του 1956.

    Αυτό που πρέπει να προσθέσουμε είναι ότι η αυτόνομη κοινωνία είναι κάθετα και αναφανδόν ενάντια στη βία ως τρόπου διευθέτησης των ανθρώπινων υποθέσεων. Για τον λόγο αυτό είναι εξορισμού αντίθετη με τη θανατική ποινή. Στο στενά πολιτικό πεδίο θεωρεί τα ανθρώπινα δικαιώματα στη ζωή και στην ελευθερία του λόγου και της σκέψης απολύτως αναπαλλοτρίωτα και αυτονόητα. Ταυτόχρονα μια αυτόνομη κοινωνία οφείλει να είναι αδιαπραγμάτευτα διεθνιστική: ένας από τους βασικούς της στόχους οφείλει να είναι, όχι μόνο η κατάργηση όλων των συνόρων, αλλά και η μακροπρόθεσμη πάλη ενάντια στην ίδια την ιδέα του έθνους. Εννοείται πως, όπως ακριβώς και με το ζήτημα της θρησκείας, ο αγώνας ενάντια στον εθνικισμό δεν μπορεί να γίνει με νομοθετικά μέσα, αλλά μέσω του νέου είδους εκκοινωνισμού που θα προωθεί μια διεθνιστική κοινωνία: αν κάποιος επιθυμεί να παραμείνει θρησκευόμενος ή πατριώτης είναι δικαίωμά του –κανείς δε θα τον εμποδίσει. Κινούμαστε εδώ στο δεύτερο επίπεδο της κοινωνικής θέσμισης, όπου η πολιτική εξουσία δεν έχει δικαίωμα να παρεμβαίνει.

    Οικονομία

    Στο οικονομικό πεδίο η αυτονομία έγκειται στον εκδημοκρατισμό της οικονομίας. Τουτέστιν στην κατάργηση του καπιταλισμού και στην εγκαθίδρυση μιας πραγματικής και γνήσιας αγοράς, εντός της οποίας πραγματώνεται όχι μόνο η ελευθερία αλλά και η κυριαρχία των καταναλωτών/παραγωγών. Για το πρόταγμα της αυτονομίας ο καπιταλισμός δε συνιστά, αντίθετα απ’ ότι πιστεύουν οι μαρξιστές και οι φιλελεύθεροι οικονομολόγοι, μορφή ελεύθερης αγοράς –κάθε άλλο μάλιστα: είναι ένα σύστημα ρυθμιζόμενο απ’ το Κράτος, τα μονοπώλια και τα ολιγοπώλια, σχεδιασμένο με σκοπό να επιτρέπει στους λίγους να κυριαρχούν οικονομικά επί των πολλών, οδηγώντας στην εκμετάλλευση του μεγαλύτερου μέρους των ανθρώπων τόσο ως παραγωγών όσο και ως καταναλωτών.

    Η αυτόνομη κοινωνία καταργεί τον καπιταλισμό όχι μόνο ως οικονομικό, με τη στενή έννοια του όρου, σύστημα αλλά και ως σύνολο ιδεών και αξιών, ως συγκεκριμένο τύπο ανθρώπου, όπως αυτά ενσαρκώθηκαν στη φιλελεύθερη και μαρξιστική ιδεολογία και στον περίφημο homo oeconomicus: πολεμά τον οικονομισμό, την πίστη δηλαδή στην πρωταρχικότητα του οικονομικού/τεχνικού στοιχείου, τόσο στο ερμηνευτικό όσο και στο πρακτικό επίπεδο, πολεμά τον καταναλωτισμό και την επιθυμία των ανθρώπων να μαζεύουν χρήμα και άχρηστα υλικά (και λοιπά) αγαθά, πολεμά την εξειδίκευση και τον διαχωρισμό της διανοητικής από τη χειρωνακτική εργασία· πολεμά την ιεραρχία των μισθών και των εισοδημάτων, όπως επίσης και την απαράδεκτη καπιταλομαρξιστική ιδέα ότι μερικά επαγγέλματα οφείλουν να πληρώνονται περισσότερο από κάποια άλλα· πολεμά τον διαχωρισμό σε αφεντικά και εκτελεστές, όπως επίσης και ολόκληρο τον τρόπο σκέψης που κρίνει τα πάντα με όρους κέρδους-ζημιάς και που προσπαθεί να υποτάξει κάθε πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας σε μια δήθεν «ορθολογικότητα» (τον κακό της τον καιρό). Η αυτονομία εγκαθιδρύει ευθύς εξαρχής την απόλυτη εξίσωση των μισθών όλων των επαγγελμάτων, μετατρέπει την εργασία –όπου αυτό είναι δυνατό- σε δημιουργική δραστηριότητα και εφευρίσκει νέες, δημοκρατικές μορφές οργάνωσης της παραγωγής και της τεχνολογίας. Επίσης καταργεί την ατομική ιδιοποίηση των παραγωμένων αγαθών, όχι όμως και το χρήμα. Αυτό που οφείλουμε να πολεμήσουμε δεν είναι το χρήμα –δηλαδή ένα γενικό μέσο για να φέρουμε εις πέρας τις μεταξύ μας ανταλλαγές-, αλλά η νοοτροπία και οι συγκεκριμένοι θεσμοί που το μετατρέπουν σε μέσο συσσώρευσης και οικονομικής κυριαρχίας (όπως πχ η δυνατότητα απόκτησης μέσων παραγωγής, η οποία είναι εξορισμού απαγορευμένη, καθώς τα μέσα παραγωγής είναι δημόσια)[4]. Μια απόπειρα λεπτομερούς περιγραφής ενός συστήματος βασισμένου στην οικονομική δημοκρατία, όπως την ορίζουμε εν προκειμένω, μπορεί να βρεθεί στο κείμενο του Καστοριάδη «Το περιεχόμενο του σοσιαλισμού ΙΙ»[5].

    Περιβάλλον

    Η οικολογία συνιστά βασική πτυχή του προτάγματος της αυτονομίας. Για εμάς το καπιταλιστικό φαντασιακό, είτε στη μαρξιστική είτε στη φιλελεύθερη εκδοχή του, συνίσταται στην –παρανοϊκή- επιθυμία να επιβάλλουμε μια δήθεν ορθολογική κυριαρχία πάνω στο σύνολο των πτυχών της κοινωνικής δραστηριότητας και στη φύση (βλ. παρακάτω: «Τι είναι βαρβαρότητα»). Η ιδέα της ανάπτυξης (καπιταλισμός) και της απεριόριστης αύξησης των παραγωγικών δυνάμεων (μαρξισμός) είναι εξορισμού αντιοικολογικές και γι’ αυτό ο μαρξισμός και τα αναρχικά ρεύματα που πιστεύουν στην κοινωνία της μετασπάνεως οφείλουν να πολεμηθούν κι αυτά μαζί με τον καπιταλισμό. Η ανάλυση του Καστοριάδη για τον καπιταλισμό –όπως επίσης και η φιλοσοφία του γενικώς- μας επιτρέπουν να αποφεύγουμε τις αδιαύγαστες και θεολογικής προέλευσης δαιμονοποιήσεις της τεχνολογίας και της τεχνικής. Για εμάς η τεχνική κάθε κοινωνίας συνιστά ενσάρκωση των φαντασιακών σημασιών αυτής της κοινωνίας, πράγμα που σημαίνει ότι η ιδέα πως η τεχνολογία είναι κακή εξορισμού είναι γελοία. Η σημερινή τεχνολογία είναι φυσικά βλαβερή τόσο για το περιβάλλον όσο και για την ανθρώπινη ελευθερία· αυτό όμως συμβαίνει επειδή είναι μια τεχνολογία καπιταλιστικού τύπου. Η τεχνολογία από μόνη της δεν έχει τίποτε το κακό, καθώς κάλλιστα –και αυτό είναι εξάλλου ένα από τα πρώτιστα καθήκοντα μιας αυτόνομης κοινωνίας- μπορεί να δημιουργηθεί μια τεχνολογία που θα ενσαρκώνει τις αρχές της ελευθερίας[6]. Εξάλλου η τεχνολογία κάθε κοινωνίας συνιστά πεδίο έκφρασης της δημιουργικότητας της και άρα επιβεβαίωση της αυτονομίας του ανθρωπίνου όντος[7].

    Η δαιμονοποίηση της και η στροφή στον πριμιτιβισμό δεν είναι τίποτε άλλο παρά έκφραση των ασυνείδητων ενοχικών τάσεων των ανθρώπων της εποχής μας: όπως πάντοτε στην ιστορία, έτσι και σήμερα, τις περιόδους μεγάλης υλικής ευμάρειας τις διαδέχεται η εμφάνιση κινημάτων ασκητικών και αυτομαστιγωματικών (ο βουδισμός και ο ζαϊνισμός στην Ινδία, οι νεοπυθαγόρειοι στην Αρχαία Ελλάδα, οι ασκητές των πρωτοχριστιανικών αιώνων, οι κιστερκιανοί και τα επαιτικά τάγματα στη Δύση, ο τριτοκοσμισμός και οι χίπις τη δεκαετία του ‘60 κλπ). Μια πραγματικά επαναστατική οικολογία οφείλει να μάχεται όχι μόνο ενάντια στο καπιταλιστικό/μαρξιστικό φαντασιακό της ανάπτυξης και της κυριαρχίας επί της φύσης αλλά και ενάντια στον ασκητισμό και τα αντιδραστικά ή lifestyle ρεύματα της οικολογίας (Βαθιά Οικολογία, οικοφασισμός, χαϊντεγγεριανές κριτικές, θεολογίες αλά Γιανναράς, πριμιτιβισμός κλπ).

    Ανθρώπινες σχέσεις και ισότητα μεταξύ των φύλων

    Η αυτόνομη κοινωνία είναι μια κοινωνία που αναγνωρίζει την πραγματική κι όχι απλώς κατ’ ευφημισμόν ισότητα των ανθρώπων, τόσο στο στενά πολιτικό επίπεδο όπου καταργεί την ιεραρχία και την κυριαρχία, όσο και στο πνευματικό επίπεδο όπου θεωρεί ότι όλοι είμαστε προικισμένοι με ριζική φαντασία και συνεπώς ικανοί να είμαστε δημιουργικοί και κατ’ επέκταση εάν το επιθυμήσουμε και υπεύθυνοι. Αυτός είναι ο εξισωτικός και δημοκρατικός ανθρωπισμός του αυτόνομου προτάγματος. Στα πλαίσια αυτού του ανθρωπισμού το δημοκρατικό πρόταγμα αγωνίζεται ενάντια στον σεξισμό και σε κάθε είδους ρατσισμό (ταξικό, εθνικιστικό, θρησκευτικό). Για εμάς η ερωτική απελευθέρωση εμπεριέχει και ταυτόχρονα προϋποθέτει την κατάργηση του σεξισμού, είτε πρόκειται για τις κυρίαρχες μορφές της φαλλοκρατίας, είτε για τις φασίζουσες ασυναρτησίες ορισμένων ρευμάτων του φεμινισμού. Στα πλαίσια, ειδικότερα, της κριτικής μας σε αυτές τις ασυναρτησίες υπερασπιζόμαστε μέχρις εσχάτων των δικαίωμα των ανθρώπων στον ελεύθερο έρωτα και στην αναζήτηση της ηδονής, μακριά από ηθικισμούς και απόπειρες πολιτικής ερμηνείας των σεξουαλικών στάσεων («η κολπική διείσδυση είναι βιασμός», «το ετεροφυλοφιλικό σεξ είναι πατριαρχικό», «το πρωκτικό σεξ είναι μαζοχισμός» κλπ). Για εμάς αυτό που έχει σημασία είναι η απελευθέρωση της φαντασίας των ανθρώπων: «να δημιουργήσουμε νέες σεξουαλικές διαστροφές», όπως έλεγαν οι επαναστάτες του Μάη του 68.

    Άτομο

    Ψυχή και σεξουαλικότητα

    Στο ψυχικό επίπεδο η αυτονομία έγκειται στην απελευθέρωση της ριζικής (=δημιουργικής) φαντασίας του ατόμου. Ο ψυχικός τύπος ανθρώπου που δημιουργεί η αυτόνομη κοινωνία είναι αυτός της αυτοανακλαστικής υποκειμενικότητας. Πρόκειται για το ανθρώπινο υποκείμενο που είναι ικανό να θέτει ρητά και συνειδητά υπό αμφισβήτηση τις εκάστοτε ιδέες και εμμονές του. Ο εν λόγω τύπος ανθρώπου απορρίπτει την απώθηση ως τρόπο επίλυσης των ψυχικών συγκρούσεων. Αντίθετα, αίροντας τον ακρωτηριασμό της φαντασίας του που επιβάλλει η απώθηση, προσπαθεί να παραδέχεται τις επιθυμίες του, όσο τερατώδεις και «διεστραμμένες» κι αν είναι αυτές, προκειμένου να τις στοχάζεται και να τις διαυγάζει. Με αυτό τον τρόπο προσπαθεί να αίρει την κυριαρχία που ασκούν το ασυνείδητο και το Υπερεγώ του στο Εγώ του, όπως επίσης και αυτή που ασκούν το Εγώ και του Υπερεγώ του στο ασυνείδητο του.

    Ο αυτόνομος άνθρωπος γνωρίζει ότι είναι ον θνητό, ον δηλαδή που δεν μπορεί ποτέ να πραγματοποιήσει τους βαθύτερους πόθους του, και γι’ αυτό δεν ψάχνει τρόπους για να ωραιοποιεί την πραγματικότητα, συγκαλύπτοντας τους περιορισμούς που του θέτει η αρχή της πραγματικότητας. Για τον αυτόνομο άνθρωπο οι ψυχονευρώσεις είναι μορφές ετερονομίας και διανοητικού εγκλεισμού και γι’ αυτό οφείλουν να πολεμηθούν. Κριτήριο της δράσης του αυτόνομου ανθρώπου δεν είναι η ευτυχία, αλλά η ελευθερία και η διανοητική ανοιχτότητα, η απελευθέρωση δηλαδή της ριζικής του φαντασίας και το σπάσιμο των ταμπού όλων των ειδών. Η αυτόνομη κοινωνία δεν έχει ούτε ιερό ούτε όσιο και διαχωρίζει ρητά τον σεβασμό απ’ τη θρησκευτική υποταγή και τη λατρεία της αυθεντίας.

    Βασικό κομμάτι της ατομικής πτυχής της αυτονομίας είναι και η λεγόμενη σεξουαλική απελευθέρωση. Δεδομένης της ουσιώδους σημασίας που έχει η σεξουαλικότητα στη συγκρότηση του ανθρώπινου όντος, μια κοινωνία δε μπορεί να είναι αυτόνομη παρά στο βαθμό που παραδέχεται, μεταξύ τόσων άλλων, ότι η σεξουαλικότητά της είναι δημιούργημά δικό της και όχι κάτι εγγεγραμμένο στο DNA ή στα «γονίδια του είδους». Αυτονομία στο σεξουαλικό πεδίο σημαίνει να μπορούμε να κοιτάξουμε τη σεξουαλικότητα μας κατάμματα και χωρίς φόβο, δίχως να κρυβόμαστε απ’ τις ίδιες μας τις επιθυμίες. Σεξουαλική απελευθέρωση δε σημαίνει ότι γινόμαστε έρμαια των ορμών και των επιθυμιών μας, αλλά ότι προσπαθούμε να σπάμε τα ταμπού και να ανασύρουμε τις «απαγορευμένες» επιθυμίες μας από την απώθηση, όχι απαραιτήτως για να τις πραγματοποιήσουμε –αφού πολλές απ’ αυτές θα οδηγούσαν στην παραβίαση του habeas corpus άλλων ανθρώπων[8]-, αλλα για να τις διαυγάσουμε και να έρθουμε σε διάλογο μαζί τους. Εννοείται φυσικά ότι, αν υπάρχει η ελεύθερη συναίνεση όλων των εμπλεκομένων, καμία μορφή έρωτα δε μπορεί να θεωρείται καταδικαστέα. Όπως είπαμε και πιο πάνω, η πολιτική ερμηνεία των ερωτικών συμπεριφορών είναι δείγμα ολοκληρωτισμού και πνευματικής κλειστότητας και οφείλει να πολεμηθεί: κανείς δεν έχει το δικαίωμα να λέει στους ανθρώπους πώς πρέπει να κάνουν έρωτα.

    Ανάλογο δείγμα ολοκληρωτισμού και κολλεκτιβιστικού τρόπου σκέψης είναι και οι ιδέες που κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί σχετικά με την κατάργηση της οικογένειας ή της μονογαμίας. Αυτό που πρέπει να πούμε, από τη σκοπιά της αυτονομίας, είναι ότι όλα αυτά είναι ζητήματα της καθαρά ιδιωτικής σφαίρας και ότι, κατά συνέπεια, η πολιτική εξουσία δεν έχει κανένα δικαίωμα να αποφασίζει γι’ αυτά. Όποιος θέλει, είναι ελεύθερος να μείνει σε κοινόβιο ή να διατηρεί ελεύθερες και πολυγαμικές ερωτικές σχέσεις. Αυτό όμως είναι θέμα προσωπικής επιλογής και γούστου, όχι ένδειξη απελευθέρωσης. Αυτό που πρέπει, με άλλα λόγια, να πολεμηθεί δεν είναι η οικογένεια ή η μονογαμία ως τέτοιες, αλλά η κοινωνική και σεξουαλική συμπεριφορά που τις μετατρέπει σε δομές ξενωμένες και καταπιεστικές. Εν ολίγοις η σεξουαλική ετερονομία.

    Εννοείται ότι και στην περίπτωση αυτών των ζητημάτων δεν τίθεται θέμα νομοθετικής ρύθμισης –κάτι τέτοιο είναι εξάλλου αδύνατο-, αλλά πρόκειται για τον τύπο ανθρώπου στον οποίο, «ιδεωδώς», θα έτεινε, μέσω του νέου τύπου εκκοινωνισμού που θα δημιουργούσε, μια αυτόνομη κοινωνία. Πρέπει να μπορούμε να διακρίνουμε τη διαύγαση των βασικών κατευθύνσεων ενός κοινωνικού προτάγματος από τις συγκεκριμένες νομοθετικές προτάσεις, ούτως ώστε να αποδείξουμε την απάτη και τον ιδεολογικό εκβιασμό στους οποίους στηρίζονται οι διάφορες ρητορείες περί ολοκληρωτισμού.

    Φιλοσοφία

    Φιλοσοφικά η αυτονομία μεταφράζεται ως πάθος για την αλήθεια. Με την προϋπόθεση όμως ότι εννοούμε την αλήθεια ως διαδικασία και όχι ως παγ(ι)ωμένη κατάσταση. Αλήθεια είναι η διαρκής και ατέρμονη προσπάθεια διάνοιξης της εκάστοτε κλειστότητας και υπέρβασης των διανοητικών μας ορίων –δεν είναι μια ιδεώδης κατάσταση απόλυτης γνώσης, η οποία, όταν κατακτηθεί, θα μας επιτρέψει να λύσουμε όλα μας τα προβλήματα. Εξάλλου η φιλοσοφία δεν υπάρχει για να λύνει προβλήματα, αλλά για να μας θέτει καινούργια. Είναι η διανοητική πλευρά της ελευθερίας, η συνειδητή δραστηριότητα να αναλαμβάνουμε το σύνολο του σκεπτού και να κρατάμε τη σκέψη μας ανοιχτή στο Άλλο και στο Καινούργιο, που με τόση προθυμία μας προσφέρει η ιστορία. Βασικό βήμα προς την κατάκτηση αυτής της ελευθερίας είναι η καταπολέμηση της οντολογίας της καθοριστικότητας, της τάσης δηλαδή να ερμηνεύουμε το Είναι ως καθορισμένο άπαξ και διά παντός. Εννοείται ότι το ίδιο ισχύει και για την επιστημονική δραστηριότητα κάθε είδους.

    Η τάση προς την ανοιχτότητα, το σπάσιμο των ταμπού και τη διανοητική ελευθερία ενσαρκώνεται σε όλες τις πνευματικές δραστηριότητες του αυτόνομου ανθρώπου και όχι μόνο στη φιλοσοφία ή στις επιστήμες. Τόσο η τέχνη όσο και το χιούμορ είναι πεδία μεγάλης δημιουργικότητας και γι’ αυτό, υπό τις συνθήκες του σύγχρονου καθεστώτος, θα πρέπει πάντοτε να προστατεύονται από τις δυνάμεις που προσπαθούν να τις καθυποτάξουν και να τις οδηγήσουν στην κλειστότητα. Το επαναστατικό κίνημα που υποστηρίζει τις ιδέες της αυτονομίας οφείλει να καταγγέλλει κάθε μορφή ηθικισμού, θεολογίας και «πολιτικά ορθής» λογικής και να υπερασπίζεται την καλλιτεχνική και λοιπή ελευθερία της έκφρασης, καθώς για την αυτονομία η δημιουργικότητα έχει αξία ως μορφή αντικονφορμισμού και de facto κριτικής της εκάστοτε κατεστημένης τάξης. Η στρατευμένη τέχνη, υπό τις πολλαπλές τις μεταμφιέσεις –μετά την εξαφάνιση του σοσιαλιστικού ρεαλισμού- οφείλει να καταγγελθεί, όχι για αισθητικούς λόγους –αφού η αισθητική είναι και πρέπει να είναι ανεξάρτητη από την πολιτική-, αλλά για λόγους πολιτικούς: επειδή καθιστά την καλλιτεχνική δημιουργία υποχείριο πολιτικών και ιδεολογικών σκοπιμοτήτων, καταστρέφοντας έτσι τη δυνατότητά της να θέτει υπό αμφισβήτηση τις παγιωμένες ιδέες και τα είδωλα κάθε κοινωνίας.

    Τι είναι βαρβαρότητα;

    Αν η αυτονομία είναι ό,τι προσπαθήσαμε μέχρι τώρα να περιγράψουμε, η βαρβαρότητα πρέπει να γίνει κατανοητή ως το ακριβές και απόλυτο αντίθετο αυτών των τάσεων. Θα πρέπει να αντισταθούμε στους συνήθεις συνειρμούς που μας έρχονται στο νου και να αποφύγουμε τη σκέψη βαρβαρότητα = εξαθλίωση, σφαγές, αίμα, κτηνωδία, Άουσβιτς. Η βαρβαρότητα είναι κάτι πολύ ευρύτερο απ’ όλα αυτά, είναι η «ιδεώδης κατάληξη» της ετερονομίας, η καταστροφή δηλαδή της ικανότητας των ανθρώπων να δημιουργούν και να ενεργούν αυθόρμητα, ακόμη κι αν πρόκειται για την ακρωτηριασμένη και διαρκώς συγκαλυπτόμενη δημιουργικότητα των ετερόνομων κοινωνιών. Αν στην ετερονομία οι άνθρωποι δημιουργούν, αλλά απλώς το κρύβουν από τον εαυτό τους, θέλοντας να πιστεύουν πως δεν είναι αυτοί οι ίδιοι οι δημιουργοί των έργων τους, αλλά κάποια υπερβατική και εξωκοινωνική πηγή, και αν, στα πλαίσια αυτής της ανθρωπολογικής κατάστασης, η έκφραση της δημιουργικότητας υποφέρει από την επιβολή σοβαρότατων ταμπού και περιορισμών, στη βαρβαρότητα εξαλείφεται ακόμη κι αυτή η λαθραία και περιορισμένη μορφή δημιουργικότητας –εννοείται βέβαια ότι, όταν μιλάμε περί «δημιουργικότητας» δεν αναφερόμαστε μόνο στην τέχνη ή στην ποίηση, όπως ίσως θα νόμιζε κανείς, αλλά στον στοιχειώδη αυθορμητισμό των ανθρώπων μέσα στην κοινωνία. Μια κοινωνία όπου η βαρβαρότητα θα είχε γίνει καθεστώς θα ήταν, κατά τη διατύπωση του Καστοριάδη, «μια κοινωνία». Μια κοινωνία, με άλλα λόγια, εντός της οποίας τα άτομα δε θα είχαν πια πόθους και επιθυμίες, κυριαρχημένα από την απόλυτη απάθεια, τη «δυσφορία μέσα στον πολιτισμό» και την παραλυτική χαύνωση.

    Παρενθετικά να πούμε ότι αυτή η ριζοσπαστική αντίληψη περί της βαρβαρότητας δε θα πρέπει να μας κάνει να παραβλέπουμε το γεγονός ότι η βαρβαρότητα, έτσι ορισμένη, συνδέεται στενότατα, παρ’ όλο που δεν ταυτίζεται, με την έννοια που έχει στην τρέχουσα γλώσσα. Τα σταλινικά και ναζιστικά καθεστώτα υπήρξαν αδιαμφισβήτητα μορφές βαρβαρότητας. Η διαφορά εν προκειμένω όμως έγκειται στο ότι τα συγκεκριμένα καθεστώτα υπήρξαν οι πιο απόλυτες μορφές ενσάρκωσης του καπιταλιστικού φαντασιακού της απεριόριστης εξάπλωσης της «ορθολογικής» οργάνωσης και κυριαρχίας. Με άλλα λόγια ήταν καθεστώτα που προσπάθησαν –και σε ένα μεγάλο βαθμό το πέτυχαν- να υποτάξουν πλήρως την κοινωνική ζωή στην επίσημη νόρμα. Σε αυτά τα καθεστώτα η βαρβαρότητα αναδύθηκε κάτω από εντελώς διαφορετικές συνθήκες απ’ ότι συμβαίνει σήμερα. Η βασική διαφορά ήταν ότι οι κοινωνίες αυτών των καθεστώτων διατηρούσαν ακόμη ένα κάποιο σφρίγος και μια κινητικότητα –ασχέτως του αν αυτά ήταν υποταγμένα σε σκοπούς απολύτως ετερόνομους και ολοκληρωτικούς-, σε αντίθεση με τη σύγχρονη κατάσταση, όπως την περιγράφουμε παρακάτω. Εν ολίγοις: τότε η βαρβαρότητα ήρθε ως παροξυσμική κορύφωση της ετερονομίας, τώρα εμφανίζεται ως άμεση συνέπεια της «ανόδου της ασημαντότητας» (βλ. παρακάτω). Κλείνει η παρένθεση.

    Ένα τέτοιο λιμνάζον καθεστώς, σαν αυτό που περιγράφει ο Καστοριάδης, όταν μιλά περί βαρβαρότητας, δεν παρουσιάστηκε ποτέ μέχρι σήμερα στην ανθρώπινη ιστορία ή, αν ποτέ παρουσιάστηκε, αποτέλεσε σύντομη μεταβατική περίοδο προς την ανάδυση νέων κοινωνικών μορφών (πχ ο πρώιμος Μεσαίωνας) –άρα, υπό αυτή την έννοια, στην ουσία δεν υπήρξε ποτέ, αφού μεταβατικές περίοδοι παρακμής πάντοτε υπήρχαν στην ιστορία. Η βαρβαρότητα υπήρξε μόνο ως μια ιστορική δυνατότητα, διαρκώς παρούσα από θεωρητικής απόψεως, η μη πραγματοποίηση της οποίας εξασφαλιζόταν πάντοτε από την ενεργητικότητα και το στοιχειώδες δημιουργικό σφρίγος των ανθρώπων. Η μόνη ίσως εξαίρεση σ’ αυτόν τον κανόνα είναι η ανάδυση του καπιταλισμού, από τον ύστερο Μεσαίωνα και ύστερα, η ύπαρξη του οποίου έφερε, από ένα σημείο κι έπειτα, το ζήτημα της βαρβαρότητας στην ημερήσια διάταξη.

    Το φαντασιακό που υποβαστάζει τον καπιταλισμό συνίσταται στην επιθυμία επιβολής μιας δήθεν ορθολογικής κυριαρχίας πάνω στο σύνολο των πτυχών της κοινωνίας και της φύσης. Πρόκειται για μια ιδέα τρελή και τερατώδη, η οποία οδήγησε στην εγκαθίδρυση των πιο απάνθρωπων καθεστώτων που έχει μέχρι σήμερα γνωρίσει η ανθρωπότητα (αποικιοκρατία, φασισμός, ναζισμός, κομμουνισμός). Το καπιταλιστικό φαντασιακό όμως αναδύθηκε μπλεγμένο με ένα φαντασιακό απολύτως διαφορετικής φύσεως, απολύτως αντίθετου προσανατολισμού, το οποίο δεν ήταν άλλο από το φαντασιακό της αυτονομίας, που γέννησε το ξύπνημα του κυρίως και ύστερου Μεσαίωνα, την Αναγέννηση, τη Μεταρρύθμιση, τον αγγλικό κοινοβουλευτισμό, τον Διαφωτισμό και τις μεγάλες επαναστάσεις του 18ου , του 19ου και του 20ού αιώνα, τη μεγάλη μοντερνιστική τέχνη, την ψυχανάλυση, τα κινήματα των γυναικών, των μαύρων και των νέων, το αίτημα της σεξουαλικής απελευθέρωσης. Όλες αυτές οι δημιουργίες βρίσκονται στον αντίποδα αυτών που δημιούργησε ο καπιταλισμός: κυριαρχία του οικονομικού στοιχείου, οικονομική ανισότητα και εκμετάλλευση, λατρεία της «ορθολογικότητας», γραφειοκρατικοποίηση της κοινωνίας, πόλεμοι, ολοκληρωτικά καθεστώτα, καταστροφή του περιβάλλοντος. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960 οι δύο πτυχές του δυτικού φαντασιακού βρίσκονταν σε διαρκή σύγκρουση μεταξύ τους και για πολύ καιρό η κοινωνία έδειχνε ικανή να απαλλαγεί από την καπιταλιστική ετερονομία και να προχωρήσει προς την πλήρη πραγματοποίηση των σπερμάτων ενός αυτόνομου καθεστώτος που είχε μέχρι τότε ρίξει.

    Δυστυχώς όμως αυτό ποτέ δεν επετεύχθη. Για λόγους που δε μπορούμε να αναλύσουμε επί του παρόντος[9], από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 –και στην πραγματικότητα ήδη από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου- παρατηρείται μια υποχώρηση του φαντασιακού της αυτονομίας, η οποία κατέληξε στην ολοκληρωτική εξαφάνιση του απελευθερωτικού κινήματος. Έτσι ο καπιταλισμός έμεινε ελεύθερος να κάνει ό,τι θέλει, χωρίς να έχει καμία αντιπολίτευση να αντιμετωπίσει. Εδώ και τριάντα χρόνια παρατηρείται μια πρωτόγνωρη, ιστορικά, κατάσταση: η κατάρρευση των παραδοσιακών αξιών που επετεύχθη μέσα από τον αγώνα των επαναστατικών κινημάτων του 19ου και του 20ού αιώνα δεν ακολουθήθηκε από τη δημιουργία νέων αξιών και μορφών κοινωνικής ζωής. Αντίθετα, το σημερινό καθεστώς είναι μια μορφή εκφυλιστικής διαιώνισης του κενού που δημιουργήθηκε από τη χρεοκοπία των παραδοσιακών κοινωνικών μορφών. Αντί να αναδυθεί κάτι καινούργιο για να γεμίσει το κενό, η τρύπα παραμένει ανοιχτή και χάσκουσα, οδηγώντας στην κοινωνική αποσύνθεση και το τέλμα. Η κατάρρευση της συνοχής της κοινωνικής θέσμισης θρυμματίζει τον κοινωνικό ιστό και υπονομεύει τη διαδικασία εκκοινωνισμού των ατόμων, οδηγώντας σε αυτό που οι ψυχαναλυτές αποκαλούν κρίση της διαδικασίας ταύτισης. Τα άτομα αδυνατούν να βρουν κάποιο νόημα στη ζωή τους, καθώς λείπουν τα κοινωνικώς θεσμισμένα σχήματα και πρότυπα, ταυτιζόμενα με τα οποία, θα κατάφερναν να δώσουν ένα μεστό σημασίας περιεχόμενο στη ζωή τους. Συνέπεια αυτού του φαινομένου είναι η υπονόμευση της ίδιας της δημιουργικής ικανότητας των ανθρώπων: όταν η διαδικασία ταύτισης με τις κοινωνικές μορφές και τα σχήματα έχει βραχυκυκλωθεί, τα άτομα αδυνατούν να επενδύσουν και να εσωτερικεύσουν τα πρότυπα και τις μήτρες που σε άλλες εποχές τους επέτρεπαν να αρθρώνουν σε συγκροτημένο λόγο τη ριζική τους φαντασία. Διότι, φυσικά, για να υπάρξει δημιουργικότητα με την καθεαυτό έννοια του όρου –και όχι απλώς ατομικές φαντασιώσεις και όνειρα-, είναι αναγκαία η εσωτερίκευση των κοινωνικών σχημάτων που θα επιτρέψουν στη ριζική φαντασία να στηριχθεί και να πάρει μορφή: γλώσσα, διανοητικά σχήματα, συγκεκριμένου τύπου δημιουργικές και πνευματικές δραστηριότητες κλπ.

    Αυτή η κατάσταση προσεγγίζει περισσότερο από κάθε άλλη περίοδο της μέχρι τώρα ανθρώπινης ιστορίας αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως βαρβαρότητα, κυρίως επειδή η κοινωνική διάλυση που παρατηρείται σήμερα είναι ένα στοιχείο που απουσιάζει ακόμη και από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, τα οποία, όπως είπαμε, συνιστούν τις παραδοσιακού τύπου ενσαρκώσεις της βαρβαρότητας. Χαρακτηριστικό της θεμελιώδους διαπίστωσης ότι η βαρβαρότητα δεν πρέπει να νοηθεί ως μια μορφή πλήρως πραγματοποιήσιμου κοινωνικού καθεστώτος, αλλά, αντίθετα, ως μια ιδεατή τάση που μπορεί να προσεγγίζεται και να βαθαίνει επ’ άπειρον, δίχως όμως να οδηγεί ποτέ στην παγίωση κάποιας συγκεκριμένης –ή καλύτερα σταθερής και συνεκτικής- κοινωνικοϊστορικής μορφής[10], είναι το γεγονός πως η σύγχρονη κοινωνία είναι μια κοινωνία που αδυνατεί να «λειτουργήσει» ομαλά και κανονικά. Η σύγχρονη κοινωνία είναι μια κοινωνία που βρίσκεται σε αποσύνθεση και διαρκή παρακμή, μια κοινωνία η οποία αδυνατεί να φέρει εις πέρας –χωρίς ουσιώδεις απώλειες τουλάχιστον- τα θεμελιώδη καθήκοντα που εξορισμού εκπληρώνει κάθε κοινωνική θέσμιση και μόνο από το γεγονός ότι είναι ένα ον με αυτοτελικότητα (διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας του εκκοινωνισμού, νοηματοδότηση της ζωής των μελών της, εξασφάλιση της φαντασιακής της συνοχής και επιβίωσης κλπ). Η σύγχρονη κοινωνία δεν είναι σε καμία περίπτωση ένα κοινωνικό καθεστώς σαν όλα τα άλλα που έχουμε συναντήσει μέχρι σήμερα. Η βαρβαρότητα, αντίθετα με ό,τι πίστευε ο Καστοριάδης κατά τη δεκαετία του ’40, δε μπορεί να οδηγήσει σε μια συνεκτική και «ομαλά» λειτουργούσα κοινωνική θέσμιση. Κάτι τέτοιο θα συνιστούσε αντίφαση στους όρους: αν η βαρβαρότητα νοηθεί ως απώλεια της δημιουργικής ικανότητας και του στοιχειώδους αυθορμητισμού των ανθρώπων, τότε πως είναι δυνατόν μια κοινωνία να βασιστεί πάνω σ’ αυτό το δεδομένο; Όπως ένα εργοστάσιο θα κατέρρεε στη στιγμή, αν οι εργαζόμενοι ακολουθούσαν κατά γράμμα τις υποδείξεις της διεύθυνσης –πράγμα φυσικά που συνέβη επανειλημμένως, όταν υιοθετείτο η απεργία τύπου workikg to rule-, έτσι και η κοινωνία (και ειδικά τα ετερόνομα καθεστώτα), στο σύνολό της, δε μπορεί να παραμένει στα πόδια της παρά στο βαθμό που οι άνθρωποι –συνειδητά ή ασυνείδητα- παραβαίνουν και υπερβαίνουν τις επίσημες νόρμες[11]. Μια κοινωνία εντός της οποίας οι άνθρωποι θα ήταν απολύτως (με την πιο κυριολεκτική έννοια του όρου) απαθείς, είναι μια κοινωνία ακοινωνική, μια κοινωνία, με άλλα λόγια, «καθαρά εξωτερικών σχέσεων» και «γενικευμένης νάρκωσης»[12], μια κοινωνία της οποίας τα μέλη θα ήταν «ζόμπι», «ζαπάνθρωποι» και «ρεφλεξάνθρωποι»[13]. Το απόλυτο τέλμα.

    Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι αυτοί οι όροι χρησιμοποιούνται από τον Καστοριάδη, όχι μόνο στα πλαίσια συλλογισμών υποθετικού τύπου, αλλά και στα πλαίσια μιας ανάλυσης –της δεκαετίας του ’60- που έβλεπε την κοινωνία όχι σε αποσύνθεση, αλλά σε κρίση. Οι αξίες της υπάρχουσας κοινωνίας καταρρέουν και θρυμματίζονται, τα πάντα τίθενται υπό αμφισβήτηση. Όχι όμως ως έκφανση παρακμής και αποσύνθεσης, αλλά ως συνέπεια της διαρκούς αντίστασης των ανθρώπων ενάντια σε όλες τις πτυχές της κατεστημένης κοινωνίας (εργασία, πολιτική, οικονομία, εκπαίδευση, σεξουαλικότητα, οικογενειακές σχέσεις κλπ). Πρόκειται για την κατάσταση που ο Καστοριάδης αποκαλούσε κοινωνικές ρίζες του επαναστατικού προτάγματος[14]. Τελικά όμως απεδείχθη ότι η κρίση της κοινωνίας δεν οδήγησε στην επαναστατική αλλαγή, αλλά στη διαιώνιση της κατάρρευσης και στη μετατροπή της σε μια σταθερά αυξανόμενη αποσύνθεση· σταθερά αυξανόμενη τόσο ως προς το βάθος και την ένταση, όσο και ως προς το εύρος και την έκταση. Το καθεστώς που προήλθε απ’ αυτή την κατάσταση –και το οποίο περιγράψαμε προηγουμένως- είναι αυτό που ο Καστοριάδης, προς το τέλος της ζωής του, αποκάλεσε άνοδο της ασημαντότητας.

    Το καθεστώς ασημαντότητας είναι η μορφή που παίρνει η βαρβαρότητα στην εποχή μας. Αν αυτό που πάντοτε απειλούσε την ανάπτυξη του δημοκρατικού και αυτόνομου προτάγματος ήταν η βαρβαρότητα, νοημένη ως η ακραία και χωρίς όρια επιβολή της ετερόνομης νόρμας, σήμερα ο εχθρός οφείλει να εντοπιστεί στη μαζική, ολική και συντριπτική απάθεια που συνιστά το βασικό κοινωνικό και ανθρωπολογικό χαρακτηριστικό του καθεστώτος ασημαντότητας. Αν η ύπαρξη και η δραστηριοποίηση μιας επαναστατικής ομάδας συνεχίζει να έχει ακόμη κάποιο νόημα, τότε αυτό δε μπορεί παρά να βρίσκεται στην ανελέητη και διαρκή καταγγελία του σύγχρονου ανθρωπολογικού καθεστώτος, στην προσπάθεια να ταρακουνήσουμε και να ξυπνήσουμε τους ανθρώπους, μπας και βγουν απ’ τη μαζική τους χαύνωση και ασχοληθούν με τα ογκώδη προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κόσμος σήμερα σε παγκόσμιο επίπεδο. Διότι στις μέρες μας η ύπαρξη τους καθεστώτος ασημαντότητας δε δημιουργεί απλώς ένα εντελώς καινούργιο είδος προβλημάτων (κοινωνική και ψυχική αποσύνθεση, κατάρρευση της κοινωνίας, μαζική απάθεια, καταστροφή της κουλτούρας, αποβλάκωση και συναισθηματική και σεξουαλική αποξήρανση των ανθρώπων, εξαφάνιση της υπευθυνότητας, συντεχνιοποίηση των κοινωνικών αγώνων κλπ), αλλά μεταλλάσσει προς το χειρότερο και τη φύση των «παραδοσιακών» και ανέκαθεν υπαρχόντων προβλημάτων (πολιτική και οικονομική ανισότητα και –ειδικά για τις μη δυτικές χώρες- εξαθλίωση και καταπίεση, βία, πόλεμοι, οικολογική καταστροφή, εθνικισμός, ρατσισμός κλπ). Αυτό συμβαίνει, επειδή η κατάσταση ολικής απάθειας στην οποία βρίσκονται οι άνθρωποι σήμερα έχει αφήσει το πεδίο των δημοσίων υποθέσεων έρμαιο στα χέρια των πιο ξεσαλωμένων –αφού δεν τους ασκείται πια καμία πίεση- γραφειοκρατικών (πολιτικών, οικονομικών, στρατιωτικών, μμεδικών) μαφιών που έχει γνωρίσει ο κόσμος εδώ και πολύ καιρό. Το να ασχολείται λοιπόν κανείς μόνο με τον παραδοσιακό τύπο προβλημάτων, μη μπαίνοντας καν τον κόπο να σκεφτεί τη μετάλλαξη προς το χειρότερο που αυτά υφίστανται μέσα στο καθεστώς ασημαντότητας, απλώς συγκαλύπτει την κρισιμότητα της σημερινής κατάστασης και, είτε το ξέρει είτε όχι, βοηθά αντικειμενικά στη συντήρηση και τη διαιώνισή της. Όπως το έχουμε ξαναπεί, το να θεωρεί κανείς ότι το πρόβλημα της εποχής μας είναι ο «καπιταλισμός», δίχως να κάθεται ποτέ να σκεφτεί τη μορφή που παίρνει στις μέρες μας αυτός ο καπιταλισμός, δε δείχνει τίποτε άλλο από την ακούραστη και επίμονη ροπή των ανθρώπων προς τον αυτοφενακισμό.


    ___________________________

    [1] Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, μτφρ. Σ. Χαλικιάς, Γ. Σπαντιδάκη, Κ. Σπαντιδάκης, Αθήνα, Ράππας, 1978, σσ. 146-148 αλλά και γενικώς οι παράγραφοι «Η λογική του επαναστατικού προτάγματος» και «Οι κοινωνικές ρίζες του επαναστατικού προτάγματος».

    [2] Όλες αυτές οι παρατηρήσεις, όπως και το ίδιο το κείμενο, αποτελούν προσπάθεια πρακτικής αντιμετώπισης και απάντησης στο καίριο πρόβλημα που θέτει ο Ν. Ηλιόπουλος στο βιβλίο του Νέοι δρόμοι για τη δημοκρατική σκέψη. Κριτική παρουσίαση του πολιτικού στοχασμού του Κορνήλιου Καστοριάδη, Αθήνα, Θεμέλιο, 2005: πώς μπορούμε να μιλήσουμε για ζητήματα συγκεκριμενοποίησης του προτάγματος της αυτονομίας, χωρίς όμως να πηγαίνουμε στον λενινισμό και στις ολοκληρωτικές πρακτικές. Να πούμε βέβαια, επί τη ευκαιρία, ότι το πρόβλημα δεν είναι τόσο απλό όσο το περιγράψαμε. Το πεδίο ρητής νομοθετικής δραστηριότητας δεν πρέπει να ταυτίζεται με τα ζητήματα «που αφορούν στη δημόσια/σημόσια σφαίρα». Κάτι τέτοιο είναι απλουστευτικό. Πολλά από τα ζητήματα της δημόσιας/ιδιωτικής σφαίρας οφείλουν να ρυθμιστούν ρητά (κατοχύρωση της ελευθερίας του λόγου, οικονομικά ζητήματα κλπ). Το ίδιο ισχύει και με πολλά ζητήματα της καθεαυτό ιδιωτικής σφαίρας, με πιο χαρακτηριστικό αυτό της εκπαίδευσης (δεδομένου ότι η εκπαίδευση επηρεάζει την ίδια την ψυχή και τη φαντασία των ενδιαφερομένων). Τα ζητήματα του τρόπου οργάνωσης της εκπαίδευσης (θα υπάρχει σχολείο ή όχι; κλπ) οφείλουν να τεθούν ρητά και να ρυθμιστούν νομοθετικά. Βλ. για όλα αυτά και για την περιπλοκότητα του όλου ζητήματος: C. Castoriadis, «Fait et à faire», Fait et à faire, Παρίσι, Seuil, 1997, σ. 69 κ. ε.

    [3] Βλ. παρακάτω, το κομμάτι «Τι είναι βαρβαρότητα;».

    [4] Βλ. επί του θέματος, εκτός από το κείμενο του Καστοριάδη στο οποίο αναφερόμαστε στην επόμενη υποσημείωση, τις συνεντεύξεις του «Συζήτηση με αγωνιστές του PSU» (Το περιεχόμενο του σοσιαλισμού, μτφρ. Γ. Δ. Ιωαννίδης, Μ. Λαμπρίδης, Μ. Παπαντωνίου-Φραγκούλη, Αθήνα, Ύψιλον, 1986, σσ. 213-214), «Ni nécessité historique, ni exigence seulement “morale”: une exigence politique et humaine» και «Marché, capitalisme, démocratie» (Une société à la dérive, Παρίσι, Seuil, 2005, σσ. 189-190 και 197-198 αντίστοιχα).

    [5] Στον τόμο Το περιεχόμενο του σοσιαλισμού, ό. π., σσ. 77-161. Αν εξαιρέσουμε τη μαρξιστική του φρασεολογία και μερικά επιμέρους σημεία του, οι βασικές ιδέες του εν λόγω κειμένου παραμένουν ορθές και γι’ αυτό κι ο καστοριάδης τις υποστήριζε μέχρι τέλους.

    [6] Βλ. για παράδειγμα, εκτός απ’ τον Καστοριάδη, τις ιδέες του Μumford τον οποίον τον υποστηρίζει κι ο Bookchin, ακριβώς πάνω στην ίδια βάση, απέναντι στους πριμιτιβιστές : Social Anarchism or Lifestyle Anarchism: an Unbridgeable Chasm, Εδιμβούργο, ΑΚ Press, 1995, σ. 32.

    [7] Γι’ αυτό κι ο Σοφοκλής, στο περίφημο χορικό της Αντιγόνης όπου εξυμνεί τον άνθρωπο ως το δεινότερο απ’ όλα τα δεινά, πλάι σε θεμελιώδεις κατακτήσεις όπως η δημιουργία της γλώσσας και των ελεύθερων πόλεων βάζει και «τεχνολογικά» επιτεύγματα σαν τη γεωργία, την κτηνοτροφία, την αλιεία, τη ναυπιγική και την κατασκευή σπιτιών (στ. 334-371). Εδώ δεν πρόκειται φυσικά για την «υποκειμενικότητα» με την οποία μας ζάλιζαν τ’ αυτιά οι αντιανθρωπιστές φιλόσοφοι όπως ο Heidegger ή τα αλτουσεριανά μουλάρια και οι κτηνοτρόφοι τους της οδού Ulm, αλλά για την έκφραση της δημιουργικότητας και της εφευρετικότητας του ανθρώπινου νου. Πρόκειται για το πνεύμα που εκφράζουν, για παράδειγμα, τα μυθιστορήματα του Ιουλίου Βερν ή ο Μέγας Ανατολικός του Εμπειρίκου, στο 61ο κεφάλαιο του οποίου ο ίδιος ο Βερν οραματίζεται το ένδοξο μέλλον της ανθρωπότητας.

    [8] Όπως η παιδεραστία ή ο σαδισμός, υπό τη μορφή τουλάχιστον που τον περιγράφει ο μαρκήσιος de Sade στα μυθιστορήματά του (έχοντας δηλαδή ως απαραίτητο στοιχείο του την απουσία της ελεύθερης συναίνεσης του «θύματος»).

    [9] Κι αυτό διότι εδώ τίθεται ένα πολύ σημαντικό ερώτημα, το οποίο ενδέχεται να μην το έχει αντιληφθεί ούτε ο ίδιος ο Καστοριάδης. Ενώ είναι προφανές ότι ο καπιταλισμός είναι το μοναδικό κοινωνικοϊστορικό καθεστώς που, αφότου κυριάρχησε, επέβαλλε συνειδητά την κυριαρχία και τα σχήματά του σε όλα τα πεδία της κοινωνικής ζωής –«Στις προηγούμενες κοινωνίες, σφαίρες της πολιτικής ζωής άλλες από την παραγωγή, την οικονομία και την πολιτική δε σχετίζονταν παρά έμμεσα και υπονοούμενα με την ταξική διάρθρωση της κοινωνίας. Σήμερα και παρασύρονται στη σύγκρουση και ρητά έχουν ενσωματωθεί στο δίχτυ της οργάνωσης, στο οποίο η κυρίαρχη τάξη τείνει να περικλείσει ολόκληρη την κοινωνία. Όλοι οι τομείς της ανθρώπινης ζωής πρέπει να υποταχτούν στον έλεγχο των διευθυνόντων» έγραφε ο Καστοριάδης ήδη απ’ το 1959 («Το επαναστατικό κίνημα στον σύγχρονο καπιταλισμό», Σύγχρονος καπιταλισμός και επανάσταση, μτφρ. Α. Στίνας, Κ. Κουρεμμένος, Αθήνα, Ύψιλον, 1987, σ. 229)-, από την άλλη μεριά η πρωτοφανής αποσύνθεση της σύγχρονης κοινωνίας δε δείχνει να ερμηνεύεται ικανοποιητικά απλώς και μόνο με την αναφορά στην εξάλειψη των εμποδίων της επέκτασης του «καπιταλιστικού-γραφειοκρατικού προτάγματος», η οποία προέκυψε από την υποχώρηση του φαντασιακού της αυτονομίας. Για παράδειγμα, στη Ρωσία του Στάλιν, όπου η γραφειοκρατική δικτατορία πέτυχε τον ύψιστο βαθμό κυριαρχίας της -και στης οποίας την περίπτωση οι πρώτες αναλύσεις του Καστοριάδη έβλεπαν την πραγμάτωση της βαρβαρότητας-, δεν παρατηρούνταν φαινόμενα κοινωνικής αποσύνθεσης και διάλυσης σαν αυτά που παρατηρούνται σήμερα (βλ. παρακάτω στο κυρίως κείμενο) ή, ακόμη πιο αποκαλυπτικά, σαν αυτά που παρουσιάστηκαν στη στρατοκρατική φάση του ρωσικού καθεστώτος (περίοδος από τον Μπρέζνιεφ κι έπειτα), η οποία περιγράφεται στο Μπροστά στον πόλεμο. Εξάλλου, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σήμερα, μαζί με όλες τις άλλες κοινωνικές φαντασιακές σημασίες, έχει χρεοκοπήσει και το ίδιο το καπιταλιστικό φαντασιακό : δεν υπάρχουν πια θεωρητικοί του καπιταλισμού σε κανένα επίπεδο (οι νεοφιλελεύθεροι οικονομολίγοι αντιγράφουν τους νεοκλασικούς ενώ οι φιλελεύθεροι πολιτικοί θεωρητικοί ξεσηκώνουν τις ιδέες φιλοσόφων του 19ου αιώνα όπως ο Constant ή ο Tocqueville) και οι υποστηρικτές του είναι απλώς είτε ιδεολογικοί υπάλληλοι και δημαγωγοί είτε κερδοσκόποι, απατεώνες και κομπιναδόροι. Δεν υπάρχει πια κανένα ίχνος καπιταλιστικής ιδεολογίας. Γιατί λοιπόν παλιότερα το καπιταλιστικό φαντασιακό ωθούσε τους ανθρώπους στη δημιουργία θεσμών και σημασιών, ενώ τώρα δεν παράγει τίποτε;

    [10] Βλ. επί τούτου το πολύ σημαντικό κείμενο του D. A. Curtis, “Socialism or Barbarism: The Alternative presented in the Work of Cornelius Castoriadis”, G. Busino, Autonomie et autotransformation de la société. La philosophie militante de Cornelius Castoriadis, Γενεύη, Droz, 1989. Υπό μετάφραση.

    [11] Όπως το έγραφε ο αμερικανός χιουμορίστας συγγραφέας O. Henry, «είμαστε όλοι λίγο πολύ υποχρεωμένοι να γινόμαστε παραβάτες, ψεύτες και υποκριτές, όχι μόνο από καιρό σε καιρό, αλλά σ’ όλες τις μέρες της ζωής μας. Αν κάναμε αλλιώς, η κοινωνική μηχανή θα ‘σπαζε σε χίλια κομμάτια. Είναι απαραίτητο να φερόμαστε έτσι ο ένας απέναντι στον άλλον, όπως είναι απαραίτητο να ντυνόμαστε» (το παραθέτει ο Breton, Ανθολογία του μαύρου χιούμορ, μτφρ. Γ. Καραβασίλης, Αθήνα, Αιγόκερως, 1996, σσ. 215-216). Η περίφημη «θεμελιώδης αντίφαση του καπιταλισμού» που έφερε στο φως ο Καστοριάδης με τη δουλειά του των ετών 1955-60 δεν είναι, στην πραγματικότητα, παρά η παροξυσμική μορφή που παίρνει υπό τις ιδιάζουσες συνθήκες του καπιταλισμού η «ένταση μεταξύ του θεσμίζοντος και του θεσμισμένου», η οποία υπάρχει σε κάθε ετερόνομη κοινωνία. Και για να φύγουμε από το εργατιστικό επίπεδο μέσα στο οποίο –απολύτως δικαιολογημένα για εκείνη την εποχή- σκεφτόταν ο Καστοριάδης, μπορούμε να δώσουμε το εξής παράδειγμα της θεμελιώδους αντίφασης του καπιταλισμού (η οποία είναι στην πραγματικότητα η θεμελιώδης αντίφαση κάθε ιεραρχικού και γραφειοκρατικού τρόπου οργάνωσης, κάθε τύπου οργάνωσης δηλαδή του οποίου η ουσία έγκειται στο να θέλει ντε και σώνει να οργανώσει τη ζωή των ανθρώπων ερήμην τους): το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα των δύο τελευταίων τάξεων του λυκείου μπορεί και λειτουργεί –το «λειτουργεί» είναι φυσικά τρόπος του λέγειν: με τους μισούς μαθητές να γράφουν κάτω απ’ τη βάση και τους υπόλοιπους να παίρνουν χάπια και βιταμίνες για να καταφέρουν να αντέξουν την κούραση-, παρά στο βαθμό που το σχολείο αντικαθίσταται σχεδόν ολοκληρωτικά από το φροντιστήριο, από έναν, με άλλα λόγια, εξωσχολικό θεσμό, τον οποίο οι υπεύθυνοι του υπουργείου παιδείας επισήμως θεωρούν περιττό και καταδικαστέο (ως «παραπαιδεία»). Για να λειτουργήσει το κρατικά οργανωμένο σύστημα είναι αναγκασμένο να προστρέχει διαρκώς στην αυτενέργεια της κοινωνίας (εν προκειμένω των μαθητών και των καθηγητών: δημιουργία του φροντιστηρίου, των «ιδιαιτέρων», των «βοηθημάτων» κλπ), την οποία, κατά τ’ άλλα, προσπαθεί να υποκαταστήσει πλήρως, «λύνοντας» a priori και από τα πάνω όλα τα προβλήματα. Είναι επίσης γνωστό ότι το ελληνικό πανεπιστήμιο –το οποίο βασίζεται σχεδόν εξολοκλήρου στο σύστημα της αποστήθισης και της παπαγαλίας- μακροπρόθεσμα θα παρέλυε, αν οι φοιτητές δεν έκαναν σκονάκια κι αν δεν αντέγραφαν ο ένας απ’ τον άλλον στις εξετάσεις ή, απλούστερα, αν δεν έκαναν «πασάλειμμα» αντί για «διάβασμα»: θα χρωστούσαν όλοι αμέτρητα μαθήματα και δε θα παίρνανε ποτέ πτυχίο –και να δούμε τότε τι θα έκανε το υπουργείο με την περίφημη ρύθμιση του ν+2.

    [12] Κ. Καστοριάδης, Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, ό. π., σ. 147.

    [13] Κ. Καστοριάδης, Η άνοδος της ασημαντότητας, σ. 168

    [14] Βλ. τη σχετική παράγραφο στη Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, ό. π., σσ. 120-128.

    0 Comments


    ΜΠΟΛΣΕΒΙΚΙΣΜΟΣ: ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΙΑ (Η Ιστορία εκδικείται...)


    του Κλεάνθη Γρίβα

    Με την κατάρρευση του μπολσεβικισού, η ιστορία πήρε την εκδίκησή της και από τον τρίτο από τους ολοκληρωτισμούς που την εκπόρνευσαν στη διάρκεια του 20ου αιώνα.

    Αλλά, από μια τραγική συγκυρία, οι τέως κομματικοί παλαιο-μαφιόζοι μεταλάχθηκαν σε νεο-μαφιόζους, και μεταμορφώθηκαν εν μια νυκτί σε νέα κυρίαρχη τάξη, χάρη στις εξελίξεις που δρομολογήθηκαν από μια ατέλειωτη στρατιά τέως κομμουνιστών (ξεκινώντας από τον «μοιραίο» Γκορμπατσόφ και καταλήγοντας στον αλκοολικό Μπορίς Γιέλτσιν).

    Πρώτο χρέος των θυμάτων του ολοκληρωτισμού είναι να καθιστούν σαφές το τι είναι ο ολοκληρωτισμός και έσχατη υποχρέωση των υποστηρικτών του είναι η συγγνώμη και η σιωπή (έαν, φυσικά, μπορούν να νοιώσουν ντροπή ή ενοχή γιά τη συμμετοχή τους στην οικοδόμηση και τη στήριξη των -όπυ γης- αποτρόπαιων, εγκληματικών και ανθρωποβόρων καθεστώτων που ματώνουν την ιστορία του ανθρώπινου είδους).

    Η ιστορία του ολοκληρωτισμού, ανεξαρτήτως χρώματος, είναι η ιστορία της αλληλοδιαδοχής των πυρών της Ιερής Εξέτασης, των Αουσβιτς και των Γκουλάγκ που στήνονται από επιτήδειες και ανενδοίστες μαφίες στο όνομα της υπεράσπισης της μόνης «αληθινής πίστης» σε κάποιους ανύπαρκτους «μόνους αληθινούς νόμους» του θεού, της φυλής ή της ιστορίας, που τους κατέχουν και τους διαχειρίζονται μονοπωλιακά οι επίλεκτοι απαράτσικ της Εκκλησίας, του Ναζισμού και του Κομμουνισμού, κραδαίνοντας το σταυρό, τη σβάστικα ή το σφυροδρέπανο.

    Αλλά όταν ανατρέπεται ο μηχανισμός και κονιορτοποιείται η μυθολογία του, οι «διανοούμενοι» υπηρέτες του ιερατείου του μάταια πασχίζουν να περισώσουν κάποια ψήγματα από τον πυρήνα της θλιβερής τους ύπαρξης, κάνοντας ένα «ποιοτικό άλμα» από τα αηδιαστικά ουρανομήκη Gloria προς τον εκάστοτε πατερούλη-αφέντη τους στα εμετικά κακότεχνα «κριτικά» Requiem, σύμφωνα με όλους τους αρμονικούς και αντιστικτικούς κανόνες της μονότονης και κουραστικά επαναλαμβανόμενης «συμφωνίας» της έσχατης αθλιότητας και της αναξιοπρέπειας των υμνωδών του ολοκληρωτισμού.



    1. Μονοκομματικό κράτος και Τρομοκρατία  

    Στις 25 Οκτωβρίου 1917 (7 Νοεμβρίου 1917), οι μπολσεβίκοι κατέλαβαν πραξικοπηματικά την εξουσία και σχημάτισαν αμιγώς μπολσεβίκικη «προσωρινή» κυβέρνηση με πρόεδρο τον Λένιν, υπουργό εξωτερικών τον Τρότσκι και υπουργό εθνοτήτων τον Στάλιν, παρά το γεγονός ότι αποτελούσαν μιά ασήμαντη μειοψηφία σε σχέση με τα άλλα κόμματα που λειτουργούσαν στο πολιτικό περιβάλλον που διαμόρφωσε η Επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917.

    Ο χαρακτηρισμός της κυβέρνησης των μπολσεβίκων ως «προσωρινής», συνιστούσε ένα τακτικό ελιγμό που απέβλεπε στην αποδυνάμωση των αντιδράσεων των πολιτικών τους αντιπάλων: Οι κομμουνιστές θα απαλείψουν τον όρο «προσωρινή» από κάθε επίσημη ή ανεπίσημη αναφορά στην κυβέρνησή τους, ευθύς μόλις σταθεροποιηθούν στην εξουσία με την τρομοκρατία.

    Στις 11 Νοεμβρίου 1917, οι διογκούμενες αντιδράσεις των άλλων κομμάτων στο πραξικόπημα των μπολσεβίκων, εξανάγκασαν τον Λένιν να προτείνει «διεύρυνση της κυβέρνησης με συμμετοχή των Εσέρων και των Μενσεβίκων» (δηλαδή, τη «διεύρυνση» της κυβέρνησης ενός μειοψηφούντος κόμματος με τη με τη «συμμετοχή» των κομμάτων που έχουν την εμπιστοσύνη της συντριπτικής πλειοψηφίας των εκλογέων), αποσαφηνίζοντας έτσι την απόφαση των μπολσεβίκων να μονοπωλήσουν την εξουσία και να εκμηδενίσουν με κάθε δυνατό τρόπο όλους τους πολιτικούς τους αντιπάλους.

    Στις αντιδράσεις των άλλων πολιτικών δυνάμεων στα δικτατορικά σχέδια του Λένιν, προστίθενται και οι αντιθέσεις που αναφύονται στο εσωτερικό του μηχανισμού της νεότευκτης εξουσίας: Στις 4 (14) Δεκεμβρίου 1917, τέσσερις κομμουνιστές υπουργοί (Ναγκίν, Ρίκοφ, Μιλιούπιν και Θεοδώροβιτς) υποβάλλουν την παραίτησή τους στην οποία σημειώνουν ότι:

    «Η σοσιαλιστική κυβέρνηση είναι απαραίτητο να σχηματισθεί με τη συμμετοχή όλων των σοβιετικών κομμάτων... Θεωρούμε πως εκτός απ' αυτό το δρόμο, δεν υπάρχει παρά μιά μονάχα διέξοδος: η διατήρηση μιάς κυβέρνησης καθαρά μπολσεβίκικης με μέσο την πολιτική τρομοκρατία. Προς αυτή την κατεύθυνση κινείται το Σόβιετ των Επιτρόπων του Λαού. Δεν μπορούμε και δεν θέλουμε να τους ακολουθήσουμε. Εχουμε επίγνωση ότι αυτό οδηγεί στην εγκαθίδρυση ενός ανεύθυνου κράτους και στη συντριβή της επανάστασης και της χώρας».

    Στις 12 (25) Νοεμβρίου 1917 διενεργήθηκαν εκλογές γιά Συντακτική Συνέλευση: 36.000.000 εκλογείς ανέδειξαν 707 αντιπροσώπους, και κονιορτοποίησαν το μύθο της κομμουνιστικής προπαγάνδας ότι δήθεν το μπολσεβίκικο κόμμα «υποστηριζόταν από την πλειοψηφία του λαού». Σύμφωνα με τα αποτελέσματα που ανακοίνωσαν οι Μπολσεβίκοι, τα αντιμπολσεβίκικα κόμματα συγκέντρωσαν το 75% των ψήφων και οι κομμουνιστές μόνο το 25%.

    Κόμματα    %    Εδρες     
    Σοσιαλεπαναστάτες (Εσέροι)       (21 εκατ. ψήφοι)    58%    410 έδρες    
    Σοσιαλδημοκράτες (Μενσεβίκοι)    4%    16 έδρες    
    Συνταγματικοί Δημοκράτες (Καντέ)    5%    17 έδρες    
    Άλλοι αντιμπολσεβίκικοι πολιτικοί σχηματισμοί    12%    84 έδρες    
    Κομμουνιστές (Μπολσεβίκοι)    25%    175 έδρες   

    (Η άθροιση των ποσοστών δίνει 102%. Προφανώς, οι μπολσεβίκοι δεν είχαν ακόμη ασκηθεί στην εκλογική μαγειρική)


    Αντιμέτωπος με την πλήρη άρνηση του εκλογικού σώματος να επικυρώσει τη δικτατορία του, ο Λένιν (που δεν ήταν διατεθειμένος να παραχωρήσει την εξουσία που μόλις πριν λίγο κατέλαβε πραξικοπηματικά) επιχείρησε ένα δεύτερο πραξικόπημα, μιά αντεπανάσταση μέσα στην αντεπανάστασή του:

    • Θέτει εκτός νόμου το κόμμα των Συνταγματικών Δημοκρατών (Καντέ) και εξαπολύει ένα πρωτοφανές κύμα συλλήψεων των μελών και των στελεχών του, που όμοιό του δεν είχε επιχειρηθεί ποτέ από το προηγούμενο τσαρικό καθεστώς.
    • Καταργεί την ελευθεροτυπία γιά όλα τα κόμματα πλήν του δικού του.
    • Διαλύει τη Συντακτική Συνέλευση.
    • Καταγγέλει τις αστικές ελευθερίες ως «τυπικές» και τον κοινοβουλευτικό θεσμό ως «απάτη», και ανοίγει έτσι το δρόμο γιά την εγκαθίδρυση του μονοκομματικού του κράτους.


    Κι όλα αυτά σε απόλυτη συνέπεια με τις διακηρυγμένες απόψεις του ότι «ο κοινοβουλευτισμός πνίγει την αυτόνομη πολιτική ζωή των μαζών» γιατί «μοναδικός σκοπός του κοινοβουλίου είναι η εξαπάτηση του λαού».

    Σύμφωνα με τη εξουσιοφρενική λογική του Λενινισμού, τα πράγματα είναι υπέρ του δέοντος απλά, πέρα από τις όποιες ψευτοθεωρητικές ανησυχίες των κομμουνιστών «διανοουμένων» περί ταξικής πάλης, ταξικής συνείδησης, ταξικής πρωτοπορίας, κλπ. Ο Λένιν τα αντιπαρέρχεται όλα αυτά με περιφρόνηση, αποφαινόμενος ότι:

    «Mετά την επανάσταση του 1905, 130.000 μεγαλογαιοκτήμονες κυβερνούσαν τη Ρωσία. Γιατί τάχα 240.000 μπολσεβίκοι δεν μπορούν να κυβερνήσουν γιά τα συμφέροντα των φτωχών;».

    Ετσι, με βάση τη διαλεκτική της ολοκληρωτικής παράνοιας, η οργάνωση της κοινωνίας ανάγεται σε ζήτημα απλής αριθμητικής: Εάν οι 130.000 μπορούσαν, για ποιό λόγο δεν μπορούν οι 240.000; Για έναν «ρεαλιστή» κομμουνιστή ηγέτη δεν έχει καμιά σημασία το «πώς». Η δικαιολόγησή του αφήνεται στον εσμό των διανοούμενων-κομματικών υπαλλήλων που δουλειά τους είναι η παραγωγή νεφελωδών απολογητικών ιεδολογημάτων.

    Στις 20 Δεκεμβρίου 1917, ο Λένιν και οι συνεργάτες του συγκροτούν το σημαντικότερο αντιστήριγμα της δικτατορίας τους: Ανακοινώνουν την ίδρυση της πολιτικής αστυνομίας τους, της διαβόητης Τσε-Κα (Εκτακτη Πανρωσική Επιτροπή Προστασίας της Επανάστασης κατά της Αντεπανάστασης και της Υπονόμευσης), και αναθέτουν την οργάνωσή της στον περιβόητο Φελίξ Ντερζίνσκι, αδίστακτο θιασώτη της «κομματικής βιομηχανίας» του εγκλήματος και της τρομοκρατίας. Προάγγελος της Γκεστάπο, η Τσε-Κα έμελλε να αποδειχθεί το πιό αποτελεσματικό από τα πολιτικά εργαλεία του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού.

    Προορισμένη να χρησιμοποιηθεί ως «τιμωρό ξίφος της επανάστασης», η Τσε-Κα αναγορεύθηκε ευθύς εξαρχής σε θεσμό απονομής μιας απεριόριστα αυθαίρετης «εξωδικαστικής δικαιοσύνης», στόν οποίο ανατέθηκε «η παρακολούθηση, η σύλληψη, η ανάκριση, η δίκη, η καταδίκη και η εκτέλεση» οποιουδήποτε πολίτη, χωρίς τους περιορισμούς και τις εγγυήσεις της δικαστικής διαδικασίας (που είχε θεσπιστεί και ήταν σεβαστή από το προηγούμενο τσαρικό καθεστώς), σύμφωνα μόνο με τα εκάστοτε συμφέροντα και τις σκοπιμότητες του μπολσεβίκικου κόμματος που διακατείχε μονοπωλιακά την εξουσία.

    Η πολιτική αστυνομία (που μετονομάζεται αλληλοδιαδόχως σε Τσε-Κα, GPU, NKVD, KGB) δεν ήταν μόνο το κυριότερο στήριγμα της κομμουνιστικής δικτατορίας. Ηταν, επιπλέον και ο μεγαλύτερος επιχειρηματίας αυτού του καθεστώτος, από την έναρξη του εμφυλίου πολέμου και μετά.

    Οπως προκύπτει από επίσημες πηγές, το 1941, η πολιτική αστυνομία του κομμουνιστικού καθεστώτος διαχειριζόταν (α) το απέραντο δίκτυο των στρατοπεδων καταναγκαστικής εργασίας και θανάτου που λεριτουργούσε υπό τον έλεγχο της υπηρεσίας GULAG (Κεντρική Διεύθυνση Στρατοπέδων), ένα συνεχώς ανανεούμενο και άνευ κόστους, ανθρώπινο δυναμικό που ξεπερνούσε τους 20 εκατομμύρια ανθρώπους, οι οποίοι ήταν έγκλειστοι στα στρατόπεδα, και (β) το 14% του κεφαλαίου που επενδυόταν στην σοβιετική Ρωσία. (!)

    Στην περίοδο 1917-1921, κατά την οποία η χώρα αντιμετώπισε ένα διετή εμφύλιο πόλεμο, οι μπολσεβίκοι, παραβιάζοντας βάναυσα κάθε συνταγματική δέσμευση, επέβαλαν το μονοπώλιό της στην πολιτική σκηνή, θέτοντας εκτός νόμου τους Σοσιαλεπαναστάτες (Εσέρους), τους Μενσεβίκους, τους Αναρχικούς και κάθε πολιτικό σχηματισμό που θα μπορούσε να τους εναντιωθεί.

    Το 1921 ήταν μια πολύ κρίσιμη χρονιά για το μπολσεβίκικο ολοκληρωτισμό, που σφραγίστηκε από δύο σημαντικά γεγονότα. Στις αρχές αυτού του χρόνου:

    • Εκδηλώθηκε η τελευταία από τις γνωστές μαζικές αντιστάσεις των Ρώσων εργαζομένων στο καθεστώς των Μπολσεβίκων και, συγχρόνως,
    • Συνήλθε το 10ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος στο οποίο διαμορφώθηκε, επικυρώθηκε και θεσμοποιήθηκε ο ειδικός λενινιστικός τρόπος άσκησης της εξουσίας που αργότερα θα πολιτογραφηθεί ως «σταλινισμός».

    Οπως προκύπτει από τα πρακτικά του Συνεδρίου, ο Στάλιν, ο πλέον αυθεντικός και συνεπής εκφραστής της λενινισμού στις τρείς δεκαετίες που θ' ακολουθήσουν, έπαιξε έναν εντελώς δευτερεύοντα ρόλο σ' αυτό:

    Ολες οι αποφάσεις του 10ου Συνεδρίου που εγκαθίδρυσαν το πλέγμα των θεσμών οι οποίοι συνθέτουν αυτό που, εν συνεχεία, αποκλήθηκε σταλινισμός, προτάθηκαν ή ψηφίστηκαν από τον Λένιν και τον Τρότσκι.

    Στις 23-28 Φεβρουαρίου 1921, στην Πετρούπολη (όπου, σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές, οι πραγματικοί μισθοί των εργατών είχαν μειωθεί στα 8,9% των μισθών του 1913) ξέσπασαν μαζικές απεργίες, τις οποίες οι κομμουνιστές προσπάθησαν να καταστείλουν κηρύσσοντας την πόλη σε «κατάσταση πολιορκίας».

    Στις 7-18 Μαρτίου 1921, εκδηλώθηκε εξέγερση των ναυτών και των εργατών της Κροστάνδης, το τελευταίο «φωτεινό διάλλειμμα» ενός ετοιμοθάνατου κοινωνικού οργανισμού, που οι μπολσεβίκοι μετέτρεψαν σε επιθανάτιο ρόγχο με τη δύναμη των όπλων και της τρομοκρατίας.

    Από μιά τραγική ειρωνεία, κατά το γιορτασμό της 50ης επετείου της Παρισινής Κομμούνας (1871), οι πραιτωριανοί της Τσε-Κα και των τμημάτων του «Κόκκινου Στρατού» που είναι πιστά στο καθεστώς, καθοδηγούμενοι από εκείνους που αυτοπροβάλλονται ως «κληρονόμοι της Κομμούνας», αποδύθηκαν σε μιά θηριώδη καταστολή της εξέγερσης της Κροστάνδης, στο πλαίσιο μιας στρατιωτικής επιχείρησης που αποφασίστηκε και σχεδιάστηκε από τον Λένιν, καλύφθηκε πολιτικά από τον Τρότσκι και διευθύνθηκε από τον Τουχατσέφκι. Απ’ αυτούς:

    • O Νικολάι Λένιν (κατά κόσμον, Βλαντιμίρ Ιλιτς Ουλιάνοφ) θα καταλήξει τον Ιανουάριο 1924 από εγκεφαλικό, ενώ βρίσκεται σε καθεστώς επιτήρησης από τον Στάλιν.
    • O στρατάρχης Τουχατσέφσκι, αρχηγός του ρωσικού επιτελείου στρατού θα εκτελεστεί από τον Στάλιν το 1937 ως «συνεργάτης των Γερμανών» (μέσα σε λίγους μήνες, συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν ως «συνεργάτες των Γερμανών» 3 από τους 5 στρατάρχες του ρωσικού στρατού, 13 από τους 15 αρχηγούς στρατιάς, 57 από τους 85 διοικητές σωμάτων στρατού, 110 από τους 195 στρατηγούς μονάδων και χιλιάδες κατώτεροι αξιωματικοί).
    • Ο Λεον Τρότσκι (κατά κόσμον, Λέβ Νταβιντοβιτς Μπρονσταιν) θα δολοφονηθεί στις 21-8-1940 στο Μεξικό, από τον πράκτορα της NKVD (KGB) Ραμόν Μερκαντέρ που του συνέτριψε το κεφάλι μ’ ένα τσεκούρι (ο δολοφόνος θα αμειφθεί από τους σοβιετικούς εργοδότες του με το παράσημο του «ήρωα της σοσιαλιστικής εργασίας» και ισόβια σύνταξη).

    Η εξέγερση των εργαζόμενων κατά της κομμουνιστικής δικτατορίας και οι εργασίες του 10ου Συνεδρίου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ρωσίας σηματοδότησαν την ενηλικίωση του μπολσεβικισμού ως ειδικού τρόπου άσκησης της εξουσίας, με την ολοκληρωτική υποδούλωση της κοινωνίας σε μιά μονοκομματική, μονολιθική και απεριόριστα ανεξέλεγκτη και αυθαίρετη κρατική εξουσία, ο οποίος κακώς αποδόθηκε αργότερα ως σταλινισμός.

    Γιατί, εάν με τον όρο «σταλινισμός» υποδηλώνεται η θεωρία και η πρακτική μιάς γραφειοκρατίας που πραγματοποίησε την πιό τρομακτική συγκέντρωση, την πιό τρομοκρατική διαχείριση και το πιό ολοκληρωτικό μονοπώλιο της εξουσίας στη γνωστή ιστορία του ανθρώπινου είδους, τότε είναι ολοφάνερο ότι αυτός ο «σταλινισμός» αποτελεί την πεμπτουσία του κομμουνισμού και είναι συνώνυμος του Λενινισμού από θεωρητική και πρακτική, ιδεολογική και οργανωτική, πολιτική και ιστορική άποψη. Κι όπως είναι ευνόητο, αυτός ο «σταλινισμός» δεν δημιουργήθηκε από τον Στάλιν: Η θεωρητική, οργανωτική και πολιτική πατρότητά του ανήκει στον Λένιν και βασικό εκτελεστικό του όργανο ήταν ο Τρότσκι, πολύ πριν τον επωμισθεί ο «πατερούλης των λαών» Ιωσήφ Βησαριόνοβιτς Τσουχατβίλι (Στάλιν).

    Το 1922 συνήλθε το 11ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ρωσίας στο οποίο, πρωτοστατούντος του Λένιν καταψηφίζεται (με ψήφους 223 κατά και 89 υπέρ) η πρόταση να καταργηθούν οι περιοώνυμες Επιτροπές Ελέγχου (δηλαδή, οι επιτροπές εσωκομματικού χαφιεδισμού, αστυνόμευσης και φακελλώματος).

    • Στις 3 Απριλίου 1922, ο Στάλιν διορίζεται γενικός γραμματέας του κόμματος, με σύμφωνη γνώμη του Λένιν.
    • Τον Μάιο 1922, με πρωτοβουλία του Λένιν και πάλι, θεσπίζεται ένας ιδιότυπος τρομοκρατικός Ποινικός Κώδικας που αντιμετωπίζει την απεργία και την παραβίαση των κανόνων της εργατικής πειθαρχίας ως σοβαρότατα ποινικά αδικήματα, και καθιερώνει βαρύτατες ποινές γιά την κλοπή εμπορευμάτων.

    Ο Στάλιν ακολουθώντας το δρόμο του προκατόχου του, μεταξύ 1930 και 1932 απλώς θα αναθεωρήσει επί το αυστηρότερον τις προβλεπόμενες σχετικές κυρώσεις:

    • Θεσπίζει την ποινή του θανάτου για το αδίκημα της κλοπής εμπορευμάτων.
    • Αναγορεύει την απεργία σε «έγκλημα εσχάτης προδοσίας» που τιμωρείθται με θάνατο (7 Αυγούστου 1932).
    • Καθιερώνει ποινές από 10 χρόνια μέχρι θάνατο γιά τις παραβιάσεις των κανόνων της εργασιακής πειθαρχίας.

    Στη συνέχεια, θα ολοκληρώσει την πλήρη καθυπόταξη των εργαζομένων στη θέληση της κυρίαρχης γραφειοκρατίας, με μιά σειρά από διοικητικά μέτρα, όπως:

    • Η κατάργηση των επιδομάτων ανεργίας (23.9.1930).
    • Η απόλυση του εργαζόμενου για απουσία μιας μέρας από την εργασία του, πράγμα που συνεπάγεται απώλεια της κατοικίας και των δελτίων τροφίμων (Νοέμβριος 1932).
    • Η κατάργηση του δικαιώματος αλλαγής δουλειάς (Δεκέμβριος 1930).
    • Η καθιέρωση του εσωτερικού διαβατηρίου (Νοέμβριος 1932), κ.α.


    Αλλά, παρά την τρομοκρατία, εκδηλώνεται ενεργητική αντίσταση εναντίον της κομμουνιστικής δικτατορίας και «μεταξύ των ετών 1922 και 1923, 150.000 εργαζόμενοι συμμετέχουν σε 500 απεργίες με αποτέλεσμα την απώλεια 322.000 εργάσιμων ημερών».

    Το 1923 (12ο Συνέδριο ΚΚΡ), σ' εφαρμογή της διακήρυξης του Λένιν ότι «τα σόβιετ είναι απλά μέσα εξυπηρέτησης των σκοπών του κόμματος», τα Συνδικάτα καθιερώνονται οριστικά ως απλοί ιμάντες μεταβίβασης των διαταγών του κομματικού κέντρου στους εργάτες. Αυτό είναι απολύτως φυσικό για ένα καθεστώς που οργάνωσε και επέβαλε την αγριότερη εκμετάλλευση που γνώρισε η εργατική τάξη στην ιστορία της:

    • Μεταξύ 1917 και 1924, επί της βασιλείας του Λένιν, και ενώ η χώρα μαστίζεται από την υποπαραγωγικότητα και την ανέχεια, το παρασιτικό στρώμα των κρατικών υπαλλήλων αυξάνεται από 1 εκατομμύριο το 1917 σε 2,7 εκατομμύρια το 1924 (ποσοστό αύξησης 170%) έναντι 1,6 εκατομμυρίων βιομηχανικών εργατών.
    • Παράλληλα, την ιδια περίοδο ο αριθμός των προνομιούχων, μελών του «κόμματος της εργατικής ταξης» αυξάνεται από 23.000 το Φεβρουάριο του 1917 σε 485.000 το 1924 (δηλαδή, αυξάνεται κατά 2.280% μέσα σε 7 χρόνια). Απ' αυτούς περίπου 40% είναι υπάλληλοι και 30% αγρότες.

    Σίγουρα κανείς δεν μπορεί να ψέξει τον Λένιν ότι απέκρυψε τους σκοπούς του, τη στιγμή που ήδη από το 1902 επέμενε ότι «το Κόμμα είναι ένα τεράστιο εργοστάσιο μ' επικεφαλής έναν διευθυντή, την Κεντρική Επιτροπή... Χάρη σ' αυτή τη σχολή του εργοστασίου, η πειθαρχία και η οργάνωση είναι αφομοιώσιμη πολύ πιό εύκολα από το προλεταριάτο παρά από τους διανοούμενους», ενώ στις παραμονές του Οκτωβριανού Πραξικοπήματος του 1917, επαναβεβαίωνε τη μονομανιακή εμμονή του στο «εργοστασιακό μοντέλο» και σκιαγραφούσε συνοπτικά, περιεκτικά και με σαφήνεια την κοινωνία που οραματιζόταν, διακηρύσσοντας ότι «η κοινωνία του μέλλοντος θα είναι ένα γραφείο και ένα εργοστάσιο».


    2. Το Λενινιστικό Γκουλάγκ

    Το ίδιο ραγδαία με την υπαλληλοποίηση αναπτύσσεται και η γκουλακοποίηση: Πολύ πιο μεθοδικοί και ανενδοίαστοι από τους Τσάρους, οι Κομμουνιστές, αμέσως μετά την κατάληψη της εξουσίας, θα δημιουργήσουν ένα τεράστιο δίκτυο στρατοπέδων συγκέντρωσης, καταναγκαστικής εργασίας και θανάτου (που θα περάσει στην ιστορία με τον αποτρόπαιο όρο GULAG, από τον επίσημο τίτλο της υπηρεσίας «Κεντρική Διεύθυνση Στρατοπέδων») και θα εκτινάξουν σε απρόσμενα ύψη τον αριθμό των εξορίστων οι οποίοι από 15.000 το 1905 (χρονιά που, λόγω της Επανάστασης, χαρακτηρίζεται από μιά ιδιαίτερη αύξηση των διώξεων που υφίστανται οι αντιπολιτευόμενοι στον τσαρισμό), θα φτάσουν σταδιακά στο 1.000.000 το 1922 και στα 6.000.000 το 1935 (σύμφωνα πάντοτε με τα επίσημα στοιχεία, γιατί με βάση ανεπίσημες πηγές ο αριθμός ήταν τουλάχιστον τριπλάσιος).

    Τα στρατόπεδα του θανάτου εγκαθιδρύθηκαν από τον Λένιν το 1918 και τέθηκαν ευθύς εξαρχής υπό τον έλεγχο της Τσε-Κα, όπως προκύπτει από την εισήγηση του αρχηγού της πολιτικής αστυνομίας Φελίξ Ντερζίνσκι στην Κεντρική Επιτροπή του κόμματος, τον Φεβρουάριο του 1919:

    «Προτείνω τη διατήρηση των στρατοπέδων συγκέντρωσης και τη χρησιμοποίηση της εργασίας των κρατουμένων, των ατόμων χωρίς σταθερή απασχόληση,καθώς και όσων αδυνατούν να εργαστούν χωρίς καταναγκασμό».

    Κι ο Λένιν τον συμπλήρωνε υποστηρίζοντας ότι «πρέπει να πατάσσεται αμείλικτα κάθε απόπειρα αναρχίας από μέρους των μέθυσων, αλητών, αντεπαναστατών και άλλων προσώπων, γιατί μοναδικός γενικός σκοπός είναι η εκκαθάριση της ρωσικής γής από κάθε βλαβερό έντομο... Σε ποιά συνοικία μεγάλης πόλης, σε ποιό εργοστάσιο, σε ποιό χωριό δεν υπάρχουν σαμποτέρ... που παριστάνουν τους διανοούμενους;». Και πρότεινε «να τους δίνουν κίτρινες ταυτότητες μετά την έκτιση της ποινής τους... να τουφεκίζουν τους χαραμοφάηδες... (και να τους επιβάλουν) φυλακή ή τιμωρία σε καταναγκαστικά έργα βαρύτατης μορφής».

    Για να εξασφαλίσει την εφαρμογή αυτών των διακηρύξεών του, ο πρωτεργάτης του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού Νικολάι Λένιν οργάνωσε τη σχετική «άμιλλα», υπογράφοντας το 1919 ένα διάταγμα με το οποίο ιδρυόταν από ένα στρατόπεδο για 2 έως 3 χιλιάδες κρατούμενους σε όλες τις πρωτεύουσες των νομών.

    Αλλά αυτός ο αριθμός των στρατοπέδων συγκέντρωσης και θανάτου πολύ γρήγορα αποδείχθηκε ανεπαρκής, δεδομένου ότι μετά από ένα χρόνο πολλά απ' αυτά τα στρατόπεδα έφτασαν να «φιλοξενούν» πάνω από 100 χιλιάδες κρατούμενους το καθένα.

    Το απέραντο δίκτυο απ’ αυτά τα απειράριθμα «ευαγή ιδρύματα» που κάλυψε ολόκληρη τη χώρα και πέρασε στην ιστορία με το όνομα GULAG (από τα αρχικά των λέξεων «Κεντρική Διεύθυνση Στρατοπέδων), ταυτίστηκε απολύτως με τον κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό ως «πρώτου διδάξαντος» και ο εφιάλτης του αποτελεί τη μόνη κληρονομιά του λενινισμού στην ανθρωπότητα.

    Από το 1922, η κομμουνιστική οργάνωση της «βιομηχανίας του θανάτου» αυξάνει τόσο δραματικά τον αριθμό και τον όγκο των στρατοπέδων, ώστε η μπολσεβίκικη δικαττορία αναγκάζεται ν' αρχίσει τη σταδιακή μεταφορά τους από τις πόλεις σε ακατοίκητες περιοχές της αχανούς Ρωσίας.

    Ετσι το 1923, ένα χρόνο πριν από το θάνατο του Λένιν, στο πρώτο «εργατο-αγροτικό» κράτος του κόσμου καταμετρώνται 355 στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας και 105 φυλακές, όπου ζουν και πεθαίνουν καθημερινά πάνω από 1 εκατομμύριο άνθρωποι.

    Το 1941, στη Ρωσία (που ακτινοβολούσε από «κομμουνιστική υγεία»), οι χαρακτηρισμένοι ως «ποινικοί» κρατούμενοι ανέρχονταν σε 15.000.000 (δηλαδή στο 10% του συνολικού πληθυσμού, ενώ τον ίδιο χρόνο στις ΗΠΑ (που είχαν προσβληθεί από «καλπάζουσα καπιταλιστική φθίση»), οι ποινικοί κρατούμενοι ήταν 150.000, δηλαδή το 0,1% του πληθυσμού.



    3. Δίκες Σκοπιμότητας (1917-1922)

    Μεταξύ 1917 και 1922, με την ενεργητική παρότρυνση, κάλυψη και ανοχή των Λένιν και Τρότσκι, πραγματοποιήθηκαν χιλιάδες δίκες σκοπιμότητας χωρίς να υπάρχει εν ισχύ οποιοσδήποτε Ποινικός Κώδικας (ο οποίος πρωτοθεσπίστηκε το Μάιο του 1922).

    Μοναδικό κριτήριο της λειτουργίας αυτής της «δικαστικής κρεατομηχανής» των κομμουνιστών είναι η αντίληψη της «επαναστατικής σκοπιμότητας» που διακατείχε τους ανενδοίαστους εξουσιοφρενείς του Μπολσεβίκικου επιτελείου.


    Μερικές μόνο από τις αμέτρητες ανθρωποβόρες δίκες σκοπιμότητας που διεξήχθησαν επί Λένιν και αποτέλεσαν το μαζικό πρότυπο των τρομοκρατικών δικών της σταλινικής περιόδου, είναι οι εξής:

    1. Δίκη της εφημερίδας «Ρωσικά Χρονικά» (Μάρτιος 1918).
    2. Δίκη τριών ανακριτών του «Επαναστατικού Δικαστηρίου» της Μόσχας (Απρίλιος 1918).
    3. Δίκη του Κόσιρεφ (15-2-1919).
    4. Δίκη «εκκλησιαστικών παραγόντων» (11 έως 16-1-1920).
    5. Δίκη του «Τακτικού Κέντρου» (16 έως 20-8-1920).
    6. Δίκη των μηχανικών της «Διεύθυνσης Καυσίμων» (Μάιος 1921).
    7. Δίκη γιά την αυτοκτονία του Ολιτενμπόργκερ (Φεβρουράριος1922)
    8. Δίκες (αλλεπάλληλες και μαζικές) Εσέρων (1921-1922).
    9. Δίκη ομάδας ιερωμένων (Απρίλιος 1922).
    10. Δίκη των «εκκλησιαστικών παραγόντων» της Πετρούπολης (Ιούνιος 1922).
    11. Δίκη της ηγεσίας των Σοσιαλεπαναστατών (Ιούνιος- Αύγουστος 1922).

    Στην τελευταία απ' αυτές τις δίκες, που, «επαναστατικώ δικαίω», διεξάγονται χωρίς συνηγόρους, στο εδώλιο του κατηγορούμενου προσάγονται και καταδικάζονται σε ποινές φυλάκισης όλα τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής των Σοσιαλεπαναστατών (Εσέρων), του κόμματος που στις εκλογές για τη Συντακτική (1918) συγκέντρωσε το 58% του συνόλου του εκλογικού σώματος. Το 1922 οι Εσέροι ήταν η μόνη οργανωμένη πολιτική δύναμη που θα μπορούσε να ανακόψει τον καλπασμό των κομμουνιστών προς τον ολοκληρωτισμό. Και συνεπώς έπρεπε να εξοντωθεί.


    4. Ο κομμουνιστικός ιμπεριαλισμός

    Αμέσως μετά το Οκτωβριανό Πραξικόπημα, οι μπολσεβίκοι, που η εξουσία τους περιοριζόταν σε δυό-τρεις μεγάλες πόλεις της Ρωσίας, άρχισαν μια συστηματική προσπάθεια να επεκτείνουν την κυριαρχία τους στην Ουκρανία και τη Σιβηρία που πρόβαλλαν σθεναρή άμυνα. Ετσι, το καλοκαίρι του 1918 που άρχισε ο εμφύλιος πόλεμος και «για περισσότερο από δύομισι χρόνια στη χώρα υπήρχαν μια σειρά από ανταγωνιστικές ανάμεσά τους κυβερνήσεις».

    Το 1917, στο έδαφος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατοικούσαν «200 περίπου διαφορετικοί λαοί με 200 διαφορετικές γλώσσες» ανάμεσα στους οποίους κυριαρχική θέση κατείχαν τρεις σλαβικές εθνότητες που αριθμούσαν 110 εκατομμύρια σε συνολικό πληθυσμό 140 εκατομμυρίων (75 εκατ. Ρώσοι, 30 εκατ. Ουκρανοί και 4,5 εκατ. Λευκορώσοι).

    Το 1987, ο αριθμός των λαών και των φυλών είχε υποδιπλασιαστεί: Στη σοβιετική αυτοκρατορία υπήρχαν μόνο 100 διαφορετικοί λαοί με 100 διαφορετικές γλώσσες. Οι υπόλοιποι εξαφανίστηκαν από το πρόσωπο της γης και την ιστορία, θύματα της εξοντωτικής πολιτικής του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού που είχε αναγάγει την ισοπέδωση και την ομοιομορφία σε όρο επιβίωσής του.

    Σε σχέση με το εθνικό ζήτημα, πρώτη ενέργεια του Λένιν μόλις κατέλαβε πραξικοπηματικά την εξουσία ήταν να διορίσει τον Στάλιν ως «λαικό επίτροπο (υπουργό) των Εθνοτήτων» και να του αναθέσει να οργανώσει τη δράση της μπολσεβίκικης δικτατορίας:

    • Aρχικά, για την αποτροπή της ανεξαρτοποίησης της Πολωνίας και της Φινλανδία (τις μόνες περιοχές της τσαρικής αυτοκρατορίας που διεκδίκησαν επίσημα την ανεξαρτησία τους μετά την Επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917 στη Ρωσία) και
    • Στη συνέχεια, για την προσάρτηση των λαών που ήταν υποτελείς στον τσάρο.

    Ετσι, το κομμουνιστικό καθεστώς αφού σταθεροποιήθηκε στη Ρωσία με τη βία των όπλων και την τρομοκρατία, απέδειξε πώς εννοεί τις προπαγανδιστικές του διακηρύξεις περί «του αναφαίρετου δικαιώματος της αυτοδιάθεσης των λαών» και «της χωρίς όρους αναγνώρισης του δικαιώματος της αποχώρησης από την Ομοσπονδία Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών», επιδιδόμενο σε μια συστηματική προσπάθεια βίαιης επαναπροσάρτησης όλων των χωρών και των λαών που κατείχε η τσαρική αυτοκρατορία, όπως οι Βαλτικές Χώρες, η Πολωνία (που διέφυγαν προσωρινά την υποδούλωσή τους στο μπολσεβικισμό), η Φινλανδία, η Ουκρανία, η Γεωργία και οι περιοχές του Κάτω Βόλγα και της Κεντρικής Ασίας.

    • Βαλτικές Χώρες (Εσθονία, Λεττονία και Λιθουανία): Οι μπολσεβίκοι τις προσάρτησαν με δυναμική επέμβαση το χειμώνα του 1918-1919 και τις αναγνώρισαν ως «ανεξάρτητες σοβιετικές δημοκρατίες». Αλλά δυό χρόνια αργότερα, το 1920, χάρη στην αντίσταση των λαών τους και την αντίθετη στάση της Βρετανίας, οι εισβολείς εξαναγκάστηκαν να αναδιπλωθούν και να τις αναγνωρίσουν ως «ανεξάρτητες αστικές δημοκρατίες» (πράγμα που εξασφάλισε στις βαλτικές χώρες 20 χρόνια κοινοβουλευτικής ζωής μέχρι το 1939 που οι μπολσεβίκοι τις ξανακατέλαβαν στρατιωτικά ύστερα από συμφωνία τους με τον Χίτλερ).

    • Φινλανδία: Τα σχέδια των μπολσεβίκων για τη βίαιη προσάρτηση της Φινλανδίας με το συνδυασμό της απόπειρας των Φινλανδών κομμουνιστών να καταλάβουν πραξικοπηματικά την εξουσία και της, ταυτόχρονης, υποστήριξής τους από τα σοβιετικά στρατεύματα (Ιανουάριος 1918), ανατράπηκαν ολοσχερώς από τη στάση της κυβέρνησης και του στρατού της Φινλανδίας που βοηθήθηκε από τη Γερμανία.

    • Γεωργία: Οι μπολσεβίκοι το 1920 την αναγνώρισαν ως ανεξάρτητη αστική δημοκρατία και το 1921 την προσάρτησαν κατόπιν δυναμικής επεμβάσεως ως «σοβιετική δημοκρατία», με την επίσημη δικαιολογία ότι «η επέμβαση αυτή αποτελούσε την τελική πράξη της σοβιετοποίησης της Υπερκαυκασίας».

    • Ουκρανία: Η προσάρτησή της Ουκρανίας στην, υπό διαμόρφωση, κομμουνιστική αυτοκρατορία έγινε δυνατή το 1920, ύστερα από δύο στρατιωτικές επεμβάσεις (μία το 1919 και μία το 1920) και ένα πραξικόπημα, με την επίσημη δικαιολογία ότι αυτό ήταν «ένα μέτρο νόμιμης άμυνας του σοβιετικού καθεστώτος απέναντι σε μια κυβέρνηση που είχε ζητήσει τη βοήθεια των ξένων».

    • Διάφορες περιοχές του Κάτω Βόλγα και της Κεντρικής Ασίας: Κατακτήθηκαν με δυναμικές επεμβάσεις με επίσημη δικαιολογία την «ανάγκη να επιβληθεί η τάξη».

    Ετσι παρόλο που δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι «ποτέ δεν θε είχαν εγκαθιδρυθεί μπολσεβίκικα καθεστώτα στην Ουκρανία ή τη Λευκορωσία ή τις Βαλτικές Χώρες χωρίς την άμεση επέμβαση της Μόσχας», οι κατά τόπους απολογητές του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού προσβάλαν βαύνασα τη νοημοσύνη των πάντων, καλλιεργώντας και προβάλλοντας με κάθε τρόπο το μύθο της «ενθουσιώδους εθελοντικής προσχώρησης» των κατακτημένων λαών στη μπολσεβίκικη αυτοκρατορία με τη μορφή των «ομόσπονδων δημοκρατιών» της.


    5. Η κομμουνιστική σχιζοφρένεια

    Αναμφίβολα υπάρχει ένα πρόβλημα διανοητικής ισορροπίας ή ανενδοίαστου τυχοδιωκτισμού για τον γενάρχη του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού, του Βλαδιμίρ Ιλιτς Ουλιάνοφ που καταχωρήθηκε στην κομμουνιστική αγιογραφία με το «επαναστατικό» ψευδώνυμο Λένιν. Ο Λένιν:

    • Το 1917 αποφαινόταν ότι «ο κρατικός καπιταλισμός είναι η παροξυσμική μορφή της τερατώδους καταπίεσης των εργαζόμενων μαζών από το κράτος», ενώ το 1918 διακήρυττε ότι «ο κρατικός καπιταλισμός είναι ο προθάλαμος του σοσιαλισμού».

    • Υποσχόταν την «απελευθέρωση» της εργασίας μέσω της… υποδούλωσής της, διακηρύσσοντας ότι «πρέπει να κηρυχθούμε υπέρ της πλήρους υποταγής των εργαζομένων στους διευθυντές της παραγωγής... πρέπει να υποταχθεί η θέληση των μυριάδων στη θέληση του ηγέτη (της επιχείρησης)... πρέπει να συζευχθεί η εργασία με μια σιδερένια πειθαρχία και μιά απόλυτη υποταγή», και ότι είναι ανάγκη «να στρατιωτικοποιηθεί πλήρως η εργασία».

    • Διαβεβαίωνε ότι αγωνιζόταν για την «απελευθέρωση» της κοινωνίας μέσω της υποοδούλωσής της στο Κόμμα, υποστηρίζοντας ότι «το κόμμα πρέπει να πάρει υπό τον έλεγχό του όλες ανεξαίρετα τις πλευρές και τις μορφές της κοινωνικής δραστηριότητας».

    • Υπόσχονταν την καταξίωση του «πρωτοπόρου ιστορικού» ρόλου της εργατικής τάξης, διασαλπίζοντας την κοινωνική και διανοητική υπολειμματικότητα αυτής της τάξης, γράφοντας ότι «η σύγχρονη σοσιαλιστική συνείδηση δεν μπορεί να θεμελιωθεί παρά μόνο πάνω σε μιά βαθειά επιστημονική γνώση... φορείς αυτής της γνώσης δεν είναι οι προλετάριοι αλλά οι αστοί διανοούμενοι... η σοσιαλιστική συνείδηση είναι κάτι που έχει εισαχθεί απ' έξω στον προλεταριακό ταξικό αγώνα και όχι κάτι που βγήκε αυθόρμητα μέσα του», ότι «καμιά τάξη της σημερινής κοινωνίας δεν μπορεί να φέρει σε πέρας τον αγώνα της αν δεν καθοδηγείται από μιά μικρή ομάδα προικισμένων, δοκιμασμένων, επαγγελματικά προπαρασκευασμένων και διαπαιδαγωγημένων από μιά μακροχρόνια πρακτική εξάσκηση», και ότι «η εργατική τάξη εάν αφεθεί στις ίδιες της τις δυνάμεις, δεν μπορεί να φτάσει παρά μόνο σε μιά στενά σωματειακή (τρειντ-γιουνιονιστική) συνείδηση... Η σοσιαλιστική συνείδηση δεν μπορεί να της δοθεί παρά μόνο απ' έξω. Γιά να δώσουν στους εργάτες την πολιτική γνώση, οι σοσιαλδημοκράτες πρέπει να πάνε σε όλες τις τάξεις του πληθυσμού, πρέπει να στείλουν αποσπάσματα του στρατού τους σε όλες τις κοινωνικές τάξεις».

    Αυτό το πρόβλημα εμφανίζεται ακόμη οξύτερο, όταν ο Λένιν εγκολπώνεται τον Μαρξ διαστρέφοντάς τον, και όταν αυτοπροβάλλεται ως ο αυθεντικότερος διερμηνευτής του μαρξισμού, κακοποιώντας την πνευματική κληρονομιά που διεκδικεί. Γιατί βέβαια,

    • Η άποψη του Λένιν ότι «καμιά τάξη της σημερινής κοινωνίας δεν μπορεί να φέρει σε πέρας τον αγώνα της εάν δεν καθοδηγείται από μιά μικρή ομάδα προικισμένων, δοκιμασμένων, επαγγελματικά προπαρασκευασμένων και διαπαιδαγωγημένων από μιά μακροχρόνια πρακτική εξάσκηση», βρίσκεται σε ριζική αντίθεση με την άποψη των Μαρξ και Ενγκελς που υποστήριζαν ότι «η απελευθέρωση των εργαζομένων είναι υπόθεση των ίδιων των εργαζομένων... οι κομμουνιστές δεν αποτελούν ένα ξεχωριστό κόμμα που αντιτίθεται στα άλλα εργατικά κόμματα».

    • Η εξουσιομανιακή διακήρυξη του Λένιν ότι «η υποταγή στο κόμμα πρέπει να είναι το μόνο κριτήριο γιά την επιλογή των στελεχών όχι μόνο στα συνδικάτα αλλά σε όλους τους τομείς της κοινωνικής δραστηριότητας», είναι σαφής άρνηση της κατηγορηματικής διαβεβαίωσης του Μαρξ ότι «τα συνδικάτα δεν πρέπει ποτέ να δεθούν με μιά πολιτική οργάνωση και να βρεθούν κάτω από την κυριαρχία της: αυτό θα ήταν ο θάνατός τους».

    • Η δήλωση του Λένιν ότι «πρέπει να κηρυχθούμε υπέρ της πλήρους υποταγής των εργαζομένων στους διευθυντές της παραγωγής... πρέπει να υποταχθεί η θέληση των μυριάδων στη θέληση του ηγέτη (της επιχείρησης)... πρέπει να συζευχθεί η εργασία με μια σιδερένια πειθαρχία και μιά απόλυτη υποταγή», φτύνει ευθέως την άποψη του Ενγκελς ότι «η δουλεία στην οποία η αστική τάξη έχει καταδικάσει το προλεταριάτο γίνεται ολοφάνερη στο καθεστώς που επικρατεί στα εργοστάσια. Ο εργοδότης είναι ο μοναδικός και απόλυτος νομοθέτης, σύμφωνα με την κυρίαρχη θέλησή του...».

    • Η απόλυτη πίστη του Λένιν στο γεγονός ότι «η ελευθερία της κριτικής είναι η ελευθερία του οππορτουνισμού να φέρει μέσα στο σοσιαλισμό αστικές ιδέες και αστικά στοιχεία» και ότι η μόνη δυνατή απάντηση στην κριτική είναι «η γραφειοκρατία απέναντι στη δημοκρατία, ο συγκεντρωτισμός απέναντι στην αυτονομία, είναι η οργανωτική αρχή του επαναστατικού κόμματος απέναντι στην οργανωτική αρχή των οππορτουνιστών», συνιστά ολοσχερή άρνηση της άποψης των Μαρξ και Ενγκελς ότι «η ελευθερία του κράτους είναι συνάρτηση της ανελευθερίας της κοινωνίας».

    Η απόδειξη της παντελούς ανεπάρκειας των κομμουνιστών μπροστά σε μια αδυσώπητη πραγματικότητα που τους διαψεύδει ολοσχερώς, ανάγκασε τον Λένιν να «διορθώσει» τον Μαρξ, τον άνθρωπο που προσπάθησε να πρόβαλει ως πνευματικό του πατέρα, αποφαινόμενος ότι:

    «Ο Μαρξ δεν μιλούσε γιά τη Ρωσία. Μιλούσε για... Αυτά που έλεγε ήταν σωστά επί 600 χρόνια αλλά δεν ήταν σωστά προκειμένου γιά τη σημερινή Ρωσία».

    Το 1922 ο Λένιν έχει σταθεροποιήσει την, μέχρι τότε παραπαίουσα, εξουσία του και δεν έχει σοβαρή ανάγκη από τον Μαρξ και την κληρονομιά του. Ο κύβος έχει ριχθεί στο πεδίο του συσχετισμού των δυνάμεων με τρόπο που ευνόησε τους πρωτεργάτες του κομμουνιστικού πραξικοπήματος του Οκτώβρη:

    Το Κόμμα είναι μοναδικός και απόλυτος κάτοχος του κράτους, αναλαμβάνει να πλάσει την κοινωνία κατ' εικόνα και ομοίωσή του. Εχοντας αναδειχθεί χαλίφης στη θέση του χαλίφη, απλώς επαναλαμβάνει το ιστορικό προηγούμενο του Ιβαν του Τρομερού και του Μεγάλου Πέτρου που επιχείρησαν να συγκροτήσουν μιά ενοποιημένη και ισχυρή κρατική εξουσία μέσω της οποίας «δημιούργησαν» τη ρωσική κοινωνία.


    6. Η ώρα της τιμωρίας

    Σύμφωνα με το ευχολόγιο των Μαρξ και Ενγκελς, σκοπός του κομμουνισμού, είναι «να κάνει αδύνατη την ύπαρξη κάθε πράγματος που υφίσταται ανεξάρτητα από το άτομο».

    Και ο Λένιν, αυτοπροβαλλόμενος ως ο καλύτερος μαθητής των Μαρξ και Ενγκελς («ο λενινισμός είναι ο μαρξισμός στην εποχή του ιμπεριαλισμού» κατά την σχετική κομμουνιστική ανεκδοτολογία), οικοδόμησε στ' όνομά τους ένα καθεστώς στο οποίο κάθε άτομο μετατράπηκε σε «πράγμα», διαρκώς αναλώσιμο και αντικαταστάσιμο, που δεν μπορούσε να υπάρξει ανεξάρτητα από τον εξουσιαστικό μηχανισμό.

    Αν είναι σωστή η άποψη του Μarx ότι «η δημοκρατία είναι η λύση του αινίγματος του κράτους... η άρνηση της πολιτικής αυτο-αποξένωσης του ανθρώπου μέσα στην ίδια της τη σφαίρα... (και) μέσα στην αληθινή δημοκρατία το πολιτικό κράτος εξαφανίζεται», τότε, σύμφωνα με τη «μαρξιστική διαλεκτική» θα πρέπει να ισχύει το ίδιο και αντιστρόφως: Το κράτος είναι η λύση του αινίγματος της δημοκρατίας, η επιβεβαίωση της πολιτικής αυτοαποξένωσης του ανθρώπου μέσα στην ίδια του τη σφαίρα. Μέσα στο πολιτικό κράτος η αληθινή δημοκρατία εξαφανίζεται.

    Ο κομμουνισμός του Λένιν είναι η έμπρακτη εξ' αντιστροφής απόδειξη της ορθότητας αυτής της διαπίστωσης του Μarx, που παραπέμπει ευθέως στη διακήρυξη του Μουσολίνι «Τίποτα έξω από το κράτος, τίποτα πάνω από το κράτος».


    «Οποιος θελήσει να μπεί στο σοσιαλισμό ακολουθώντας έναν άλλο δρόμο από το δρόμο της πολιτικής δημοκρατίας, θα καταλήξει μοιραία σε αντιδραστικές και παράλογες συνέπειες τόσο στο πολιτικό όσο και στο οικονομικό πεδίο», προειδοποιούσε ό Λένιν πριν καταλάβει την εξουσία. Αλλά οι προειδοποιήσεις ενός εξουσιοφρενούς αφορούν πάντα τους άλλους, ποτέ τον εαυτό του.

    Γιατί, σ' αντίθεση με τον νευρωτικό που έχει συνείδηση του λάθους αλλά δεν μπορεί να το αποφύγει, ο ψυχωτικός (πρότυπο του οποίου είναι ο εξουσιοφρενής) το αγνοεί εντελώς. Γι’ αυτό και είναι καταδικασμένος να προσφέρει στους άλλους την κόλαση, πιστεύοντας ακράδαντα ότι τους δωρίζει τον παράδεισο. Και, φυσικά, όποιος δεν συμμερίζεται την άποψή του, είναι «αιρετικός», «ψυχασθενής» ή «απροσάρμοστος», γιατί μόνο ένας «αιρετικός», «ψυχασθενής» ή «απροσάρμοστος» μπορεί να νοιώθει δυστυχής στον «παράδεισο».

    Αυτή ακριβώς η σχιζοφρενική αντίθεση ανάμεσα στις θεωρητικές διακηρύξεις της πίστης του στην «πολιτική δημοκρατία» και της μονομανιακής προσκόλησής του στις πλέον αποκρουστικές μορφές της «πολιτικής δικτατορίας», ωθούσε τον Λένιν να απαιτεί με κάθε τρόπο την ικανοποίηση της πιο ουσιαστικής εξουσιοφρενικής του ανάγκης: «Δώστε μου μιά οργάνωση επαγγελματιών επαναστατών και θ' αλλάξω την όψη της Ρωσίας». Και μόλις ικανοποίησε αυτή την απαίτηση, άλλαξε πραγματικά την όψη της Ρωσίας, καθιστώντας την ένα απέραντο στρατόπεδο καταναγκαστικών έργων και θανάτου.

    «Χωρίς επαναστατική θεωρία δεν υπάρχει επαναστατική πράξη», επαναλάμβανε ο Λένιν. Και αυτοδιαφημιζόμενος ως ο μόνος αυθεντικός κάτοχος της «επαναστατικής θεωρίας», προσπαθούσε να πείσει τον κόσμο ότι επί ολόκληρους αιώνες η ανθρωπότητα περίμενε αυτόν τον «μεγαλοφυέστερο επαναστάτη όλων των εποχών» γιά να της διδάξει την... επαναστατική πράξη.


    Σύμφωνα μ'αυτή την αντίληψη, όλοι οι πριν από τον Λένιν αγώνες ανάμεσα στους εξουσιαστές και τους εξουσιαζόμενους, ήταν απλά ιντερλούδια στη «μεγαλειώδη» λενινιστική θεωρία και πρακτική, μέσω της οποίας οικοδομήθηκε μιά πρωτόγνωρη, άκρως εκμεταλλευτική, κοινωνία απ'την οποία εξοβελίστηκε κάθε δυνατότητα αντιπαράθεσης εκμεταλλευτών και εκμεταλλευόμενων. Κι έτσι κατά την κομμουνιστική ταλμουδική, λύθηκε «άπαξ διά παντός» το προαιώνιο άλυτο αίνιγμα της εξουσίας.

    Ομως εβδομήντα χρόνια αργότερα, ο κομμουνιστικός ολοκληρωτισμός κατέρευσε ως χάρτινος πύργος, συνοδευόμενος από τις κατάρες των εκατομμυρίων θυμάτων του. Τα μοναδικά ερείσματα του μπολσεβίκου καθεστώτος (κόμμα, στρατός, υπηρεσίες ασφάλειας) αποδείχθηκαν απλές καρικατούρες του προηγούμενου εαυτού τους, ανίκανες να ελέγξουν τις εξελίξεις. Οι εξεγερμένοι πολίτες των τέως κατεχόμενων χωρών ποδοπάτησαν τα σύμβολά του μπολσεβικισμού και εκβαράθρωσαν τα αγάλματα των πρωτεργατών του. Οι κομμουνιστές πανικόβλητοι έσχιζαν μαζικά τις κομματικές τους ταυτότητες και πρόβαραν βιαστικά το νέο «δημοκρατικό» τους προσωπείο. Τα κομμουνιστικά κόμματα αποκήρυσσαν τον εαυτό τους και αυτοδιαλύονταν ή άλλαζαν τον τίτλο τους.

    Στο χώρο επικυριαρχίας του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού επιτελούνταν μια κοσμογονία και οι συνθήκες που διαμορφώνονταν στην τέως «Σοβιετική Ενωση», γεννούσαν την ελπίδα μιας, εκ των υστέρων, δικαίωσης για τα εκατομμύρια των ανθρώπων που δολοφονήθηκαν από τους εκάστοτε κατά τόπους ανιστόρητους «ηγέτες» του Κομμουνιστικού Κόμματος και τους άθλιους κομματανθράπους (που κάλυπταν και καλύπτουν την διανοητική υπολειμματικότητα και ανικανότητα κάτω από την ιδιότητα του «επαγγελματικού στελέχους», προσπαθώντας ματαίως να υποκαταστήσουν τον ανέφικτο οργασμικό τους σπασμό με τον επιθανάτιο σπασμό των θυμάτων τους). Διαμορφώνονταν η ελπίδα:

    • ότι το αποτρόπαιο «μαυσωλείο» της Μόσχας θα ξερνούσε την αηδιαστική μούμια του Λένιν που φιλοξενεί,
    • ότι θα μπορούσε να υπάρξει μια «Νυρεμβέργη του Κομμουνισμού», για τον πλέον φρικαλέο, ανθρωποβόρο και διαρκέστερο ολοκληρωτισμό που γνώρισε και πλήρωσε ολόκληρη η ανθρωπότητα, κατά το προηγούμενο της «Νυρεμβέργης του Ναζισμού».
    • ότι η ρωσική κοινωνία θα μπορούσε να μπει σε μια τροχιά δημοκρατικής εξέλιξης.

    Δυστυχώς, η ελπίδα διαψεύστηκε παταγωδώς, με πρωτοβουλία των πρωτεργατών της τέως κομματικής μαφίας, που εν μια νυκτί μεταμορφώθηκαν σε τυπικούς νεομαφιόζους (ξεκινώντας από τον «μοιραίο» Γκορμπατσόφ και καταλήγοντας στον αλκοολικό Μπορίς Γιέλτσιν).

    Η ιστορία πήρε την εκδίκησή της και τον τρίτο από τους ολοκληρωτισμούς που την εκπόρνευσαν στη διάρκεια του 20ου αιώνα.

    Αλλά, από μια τραγική , οι τέως κομματικοί παλαιο-μαφιόζοι μεταλάχθηκαν στους νυν τυπικούς νεο-μαφιόζους, οι οποίοι μεταμορφώθηκαν εν μια νυκτί σε νέα κυρίαρχη τάξη, χάρη στις εξελίξεις που δρομολογήθηκαν από μια ατέλειωτη στρατιά τέως κομμουνιστών (ξεκινώντας από τον «μοιραίο» Γκορμπατσόφ και καταλήγοντας στον αλκοολικό Μπορίς Γιέλτσιν).


    ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ. Είναι άξιοι καταφρόνιας οι κάθε είδους αριστεροί κομματικοί «διανοούμενοι» που δικαιολογούσαν όλα τα εγκλήματα του κομμουνιστικού Μηχανισμού ως «φυσιολογικές αμυντικές αντιδρασεις ενός υγιούς οργανισμού», ζώντας ένα διαρκές ψυχωσικό παραλήρημα με κοινωνιοβιολογικό περιεχόμενο. Για αυτούς, τέλειωσε πραγματικά ο -χωρίς αρχές- πόλεμος (τους) εναντίον των συνανθρώπων τους. Τώρα πιά, οι κάλαμοί τους μπορούν να στάζουν ύβρεις αλλά όχι αίμα: Τα «καλάμια» τους δεν μπορούν πια να πυροβολούν, αφαιρώντας ζωές. Και μαζί μ' αυτόν, τέλειωσε και η σχέση τους με τη ζωή που τόσο πολύ μίσησαν. Δεν υπάρχει λοιπόν κανένας λόγος αντιδικίας με νεκρές ψυχές που αποπνέουν πτωμαϊνη.

    Αν θεωρούν λανθασμένες τις όποιες αποτιμήσεις μου για το άτομο και τον κοινωνικό τους ρόλο, δεν έχουν παρά να τις διαψεύσουν, αναδημοσιεύοντας οποιαδήποτε από τις αιματοβαμένα και πυορροούντα «άρθρα» τους, με τα οποία δηλητηρίαζαν τη ζωή κατά την περίοδο της κομματικής παντοδυναμίας τους. Γιατί μπορεί τα έπεα να είναι πτερόεντα, αλλά τα γραπτά μένουν. Οπως μένουν και οι αποφάσεις των «κομματικών οργάνων» και των «λαικών δικαστηρίων» της κομματικής σκοπιμότητας και βαρβαρότητας και, πολύ περισσότερο, τα έργα των εκτελεστικών τους αποβρασμάτων και αποσπασμάτων.

    Κι επειδή, κατά την προσφιλή έκφραση ενός ημιαναλφάβητου Ελληνα κομμουνιστή ηγέτη, «τα στερνά κρίνουν τα πρώτα», θα ίσχυε και σ' αυτή την περίπτωση το «τέλος καλό, όλα καλά» εάν δεν υπήρχαν τα εκατομμύρια των αδικοχαμένων ανθρώπινων υπάρξεων που προσφέρθηκαν θυσία στον κομμουνιστικό Μινώταυρο.




    Κατεβάστε ολόκληρο το pdf...

    2 Comments

    Το σημαντικότερο κοινωνικό μέτρο της Κομμούνας ήταν η ίδια η ύπαρξη της.
    Καρλ Μαρξ, Ο Εμφύλιος Πόλεμος στην Γαλλία.


    Στις 18 Μαρτίου του 1871, ο λαός του Παρισιού ξεσηκώθηκε εναντίον μιας μισητής και απεχθούς κυβέρνησης και κήρυξε την πόλη ανεξάρτητη, ελεύθερη και κυρία της μοίρας της.

    Αυτή η ανατροπή της κεντρικής εξουσίας έγινε δίχως να κάνουν την εμφάνιση τους τα συνήθη φαινόμενα μιας επανάστασης: την ημέρα εκείνη ούτε πυροβολισμοί έπεσαν, ούτε αίμα χύθηκε στα οδοφράγματα. Όταν ο ένοπλος λαός βγήκε στους δρόμους, οι κυβερνώντες τράπηκαν σε φυγή: ο στρατός έφυγε από την πόλη και οι γραφειοκράτες κατέφυγαν εσπευσμένα στις Βερσαλλίες, παίρνοντας μαζί τους ό,τι μπορούσαν να κουβαλήσουν. Η κυβέρνηση εξατμίστηκε σαν τα λιμνάζοντα νερά ενός βάλτου από το φύσημα της ανοιξιάτικης αύρας και στις 18 Μαρτίου η μεγάλη πόλη του Παρισιού απαλλάχτηκε από το μίασμα που την κηλίδωνε δίχως τα παιδιά της να έχουν χύσει έστω και μία σταγόνα αίμα.

    Ωστόσο, η επανάσταση, που έγινε με αυτόν τον τρόπο, εγκαινίασε μια νέα εποχή στην αλληλουχία των επαναστάσεων, μέσω των οποίων οι λαοί πορεύονται από τη δουλεία προς την ελευθερία. Μια νέα ιδέα γεννήθηκε με το όνομα Παρισινή Κομμούνα, για ν' αποτελέσει το σημείο εκκίνησης των μελλοντικών επαναστάσεων.

    Όπως συμβαίνει πάντα με τις μεγάλες ιδέες, έτσι κι αυτή δεν ήταν καρπός της σκέψης ενός φιλοσόφου ή ενός ατόμου: γεννήθηκε από το συλλογικό πνεύμα, ξεπήδησε από την καρδιά ενός ολόκληρου λαού. Όμως, στην αρχή η ιδέα αυτή ήταν συγκεχυμένη και πολλοί από αυτούς που την έθεσαν σε εφαρμογή και που έδωσαν τη ζωή τους για αυτήν δεν τη φαντάστηκαν αρχικώς έτσι όπως την εννοούμε εμείς σήμερα-δεν είχαν συνειδητοποιήσει το όλο εύρος της επανάστασης που εγκαινίαζαν, της γονιμότητας της νέας αρχής που προσπαθούσαν να την κάνουν πράξη. Μόνον όταν άρχισαν να θέτουν σε εφαρμογή αυτή τη νέα αρχή έγινε σιγά—σιγά αντιληπτή από αυτούς η σημασία της για το μέλλον μόνον όταν άρχισαν να την επεξεργάζονται θεωρητικά απέκτησε αυτή η νέα αρχή συγκεκριμένο και ακριβές περιεχόμενο και έγινε αντιληπτή σε όλη της τη διαύγεια, την ομορφιά, τη δικαιοσύνη και τη σημασία των συνεπειών της.

    [...]

    Μια προσπάθεια ιστορικής διερεύνησης των όσων έλαβαν χώρα στο Παρίσι το 1871, των σημασιών της Παρισινής Κομμούνας για σήμερα, και την θεμελιώδη διαφορά από τον ολοκληρωτισμό του μπολσεβικισμού που ακολούθησε. Τα λάθη, οι αδυναμίες και οι επιλογές.  Η εξέγερση της Κρονστάνδης, του βασικότερου επαναστατικού πυρήνα του 17 και του πως καταπνίχθηκε από τον μπολσεβικικό ολοκληρωτισμό. Τέλος, διάφορες εύστοχες σημειώσεις αναφορικά με το ιστορικό γεγονός της Παρισινής Κομμούνας.

    "Η φράση του Ένγκελς «Κοιτάξτε την Κομμούνα. Αυτή ήταν η Δικτατορία του Προλεταριάτου», πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπ' όψιν προκειμένου να κατανοήσουμε τι δεν είναι η δικτατορία του προλεταριάτου ως πολιτικό καθεστώς (οι διάφορες μορφές δικτατορίας επί του προλεταριάτου και εν ονόματι του)."

    Διαβάστε το pdf...





    Η μόνη πραγματική υπερδύναμη του κόσμου είναι οι λαοί. Το σύνολο των πολιτών που προχωρούν την Ιστορία, τα πραγματικά υποκείμενα της ιστορίας και όχι οι υπήκοοι της, όπως αφήνουν να λέγεται. Αυτοί, έχουν την πύρινη δύναμη να κατακερματίσουν την Εξουσία σε κάθε της επίπεδο. Ατομικό, φιλικό, οικογενειακό, κοινωνικό, εθνικό, διεθνές. Και όλα ξεκινούν από το ατομικό, την εικόνα μας για τον εαυτό μας και την αντίληψη του κόσμου.

    Ο συναισθηματικός κόσμος του εκάστοτε «εγώ», και η εικόνα που φέρει στα μάτια μας ο εαυτός μας, καθορίζει και τον τρόπο που θα αντιληφθούμε τόσο την κοινωνία, όσο κατ’ επέκταση και όλη τη σύνθετη δομή του κόσμου μας. Το μίσος απέναντι σ’ αυτό που είμαστε, αναγκαστικά επιφέρει μίσος απέναντι σε οτιδήποτε διαφορετικό και μίσος απέναντι σε οτιδήποτε ίδιο, αφού αυτό υπενθυμίζει την ασχήμια που προβάλει στα μάτια μας ο εαυτός μας. Ο μηχανισμός εξουσίας απέναντι στο άσχημο -και μισητό- «εγώ» είναι μια προσπάθεια περιορισμού της ζοφερής πραγματικότητας που αποτυπώνει στα μάτια μας ο εαυτός μας. Και η εξουσία αυτή, περνάει στο πεδίο της κοινωνίας.

    Τέτοιοι άνθρωποι, υπάνθρωποι κι απάνθρωποι, είναι όλοι όσοι ασκούν εξουσία στον κόσμο μας. Από τους μεγαλύτερους δικτάτορες και ιμπεριαλιστικούς πολεμοχαρείς που εκδικούνται την ανθρωπότητα για τη δική τους κατάντια (και το δικό τους ατομικό όφελος), έως τον καθημερινό άνθρωπο, που ασκεί βία στον διπλανό του. Όταν η κοινωνία εκ-παιδεύεται μέσα στη βία, αυτή η βία γίνεται βίωμα της συνολικά, και του καθενός ατομικά, και αλυσιδωτά επιφέρει την κατάντια στην οποίαν έχουμε περιέλθει.

    Πλέον, οι λίγοι εναπομείναντες πυρήνες αντίστασης (στάσης απέναντι στην εκμαυλισμένη και σάπια δομή), έχουν ένα μόνο στόχο: Να αντιληφθούν την αναγκαιότητα συναίνεσης, αλλά κυρίως συμμετοχής της κοινωνίας στον αγώνα αφανισμού των εξουσιαστικών δομών από την ίδια. Οφείλουν να συνυπολογίσουν το κόστος έναντι του κέρδους που επιφέρουν οι έως τώρα πρακτικές. Και το κόστος είναι τραγικό, μπροστά στην ικανοποίηση του φετιχισμού καταστροφής. Να αφανίσουμε τα πάντα στο πέρασμα μας, κάθε κατάλοιπο του παλιού κόσμου. Για να το πράξουμε όμως, χρειαζόμαστε τη συσπειρωμένη εναντίωση στις υπάρχουσες δομές. Και αυτό, στη σύγχρονη καταναλωτική κόλαση γίνεται πιο δύσκολο από ποτέ. Διότι, αν κάποτε είχαμε να χάσουμε μόνο τις αλυσίδες μας, τώρα, ίσως να πρέπει να χάσουμε κάτι παραπάνω, να θυσιάσουμε τα αγαθά μας, τα οποία, δυστυχώς, στη σύγχρονη καταναλωτική κοινωνία μοιάζουν πολύ σημαντικότερα ακόμη και από την ίδια μας την ελευθερία...

    Μέχρι τη στιγμή που η ίδια η κοινωνία θα αντιληφθεί την αναγκαιότητα ολοσχερούς διάλυσης των εξουσιαστικών δομών που μας ετεροκαθορίζουν, κανενός είδους ένοπλη βία δε συνεισφέρει στην συνειδητοποίηση του πραγματικού προβλήματος. Γιατί αυτή, καθίσταται τρομοκρατική για την ίδια την κοινωνία, που ζητά συνεχώς να χάνει την ελευθερία της και την ψυχική της ακεραιότητα, εξασφαλίζοντας την σωματική της ακεραιότητα. Και ο μόνος που μοιάζει ικανός να προστατεύσει την κοινωνία είναι το κράτος. Η κατανάλωση και η τρομοκρατία της ένοπλης βίας, μεγαλώνουν την ανασφάλεια και ο σωτήρας που αναλαμβάνει το χρέος να προστατέψει την κοινωνία είναι, σε τελικό στάδιο, το αστυνομικό κράτος, με την υποσημείωση ότι οποιοσδήποτε ιστορικά παρουσιάστηκε ως σωτήρας, ήταν ο δήμιος...

    Αυτό που μοιάζει πιο επιβεβλημένο από ποτέ, είναι η απελευθέρωση των συνειδήσεων μας. Να συνειδητοποιήσουμε ότι η μόνη μας ελπίδα είναι η κατάρρευση της καπιταλιστικής κόλασης, της ολιγαρχίας που μας εξουσιάζει. Και από αυτή την ελπίδα, ξεκινάει ένας θεμελιώδης στόχος:

    Να πολιτικοποιήσουμε την ελπίδα...

    Να πολιτικοποιήσουμε την ελπίδα, σημαίνει να διαδώσουμε τις ιδέες μας. Και η αποτυχία δεν οφείλεται στην άγνοια των μαζών, αλλά στην αδυναμία μας να πείσουμε...

    ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ. Η καθημερινή επίθεση απέναντι σε απόψεις που προσπαθούν να δομούνται μέσω κριτικής σκέψης και οι οποίες δέχονται τον χαρακτηρισμό, ρεβιζιονιστικές, συστημικές (λες και τάχα η κοινωνία δεν είναι ένα ενιαίο σύστημα στο οποίο ανήκουν και οι ίδιοι αυτοαποκαλούμενοι “αντισυστημικοί”) κ.ο.κ. και οι οποίες συντελούνται από «νεκρές ψυχές που αποπνέουν πτωμαΐνη», ουδόλως ενδιαφέρουν τους εκφραστές τους. Γιατί αυτοί οι ίδιοι που κατακρίνουν, ουδέποτε προσπάθησαν να αντιληφθούν την ύπαρξη μιας περαιτέρω αλήθειας, πέραν της δική τους. Οι ίδιοι αυτοί, μια άλλη όψη του νομίσματος της εξουσιομανούς εξουσίας, αποτελούν το ίδιο αξιολύπητα πιόνια στη σκακιέρα της παγκόσμιας εξουσίας, αλλά από την άλλη πλευρά. Απέναντι από το καταναλωτικό κοινό που μέμφονται και πολεμούν ασκώντας εξουσία στις ετερόνομες μάζες, προβάλλουν το δικό τους lifestyle, και τη δική τους φαντασίωση, γιατί φαντασιώνονται τον κόσμο. Συνθέτουν το δικό τους dress code, το δικό τους ιδεολόγημα, τη δική τους εικονική πραγματικότητα. Είναι το ίδιο αξιολύπητοι, και το ίδιο πειθήνια όντα της κοινωνίας του θεάματος, μόνο που αντί για το θέαμα του καναπέ, έχουν το θέαμα του κακού μπάτσου τον οποίον ηδονίζονται να δέρνουν, να πυροβολούν, να υβρίζουν και να πυρπολούν. Ο πόλεμος τους νοηματοδοτείται όχι από την εξουσία, αλλά από τους φρουρούς της. «Μπάτσος καλός, μόνο νεκρός». Προφανώς δεν αντιλαμβάνονται ότι παραφράζουν το φασιστικό κι εθνικιστικό σύνθημα «Τούρκος καλός, μόνο νεκρός»...



    Γιατί αυτό που ευκόλως ονομάστηκε από τα Μέσα Μαζικού Εξανδραποδισμού «Τρομοκρατία», κατά περίπτωση δέχεται την ανάλογη αποδοχή, αλλά κυρίως την ανάλογη νομιμοποίηση από την Κοινωνία, τον μόνο φύσει νόμιμο νομοθέτη, την οποία υπηρετεί. Όταν το «εγώ» του αλαζονικού και υπερφίαλου ατομισμού υπερβαίνει αυτό που νομοτελειακά δεν μπορεί να υπερβεί, το «εμείς», ένα «εμείς» που δεν συνθλίβει το άτομο, το «εγώ», μέσα από την ομογενοποίηση, αλλά το εμπεριέχει, τότε αναγκαστικά έχουμε υποταγή της κοινωνικής βούλησης σε εξουσιοφρενείς και αμιγώς απολιτικούς μηχανισμούς, που ποιος ξέρει από ποιον ετεροκατευθύνονται, και στον βωμό ποιας αντικοινωνικής σκοπιμότητας κινούνται.

    Κατά καιρούς, εξουσιοφρενείς μπροστάρηδες, -που ξεκινούν, καταχραζόμενοι την εξουσία, από το καπιταλιστικό νεοφιλελεύθερο τσίρκο, έως τον αφομοιωτικό και στρατιοτικοποιημένο ολοκληρωτισμό, και φτάνουν μέχρι τον άναρχο «τορπιλισμό» (όχι αθώων, όλοι είμαστε ένοχοι για την κατάσταση) ανυποψίαστων - τυχαίων φρουρών της εξουσίας- αποτέλεσαν θρυαλλίδα για το επαναστατικό κίνημα της εκάστοτε εποχής. Αυτό, που ζητά την επανάσταση μέσω της καθημερινότητας του, μέσω του διαρκούς ατομικού και συλλογικού του αγώνα.

    Αναρχία λοιπόν, ως χάος (πλήρους ασυδοσίας) ή τάξη (πλήρους ισορροπίας)? Εσείς διαλέξατε το πρώτο.

    Εμείς, επιλέγουμε το δεύτερο. Τρομο-κράτος και παρακράτος κάνουν τη δουλειά της συντηρητικοποίησης της Κοινωνίας από γεννήσεως του ελληνικού κράτους (κράτους, που είναι το σπέρμα του παρακράτους). Δεν απολογούμαστε, γιατί δεν το οφείλουμε ως επικριτές εξουσιαστικών μεθόδων και δομών. Κάνουμε απλώς ένα ευρύτερο άνοιγμα στην Κοινωνία, με την καταδίκη της αρρωστημένης (τυφλής) βίας που αποτελεί εφαλτήριο στην επίτευξη των στόχων επιβολής και κυριαρχίας της κρατικής εξουσίας.

    Αντίσταση λοιπόν:
    - Στη Βία
    - Στην υποταγή
    - Στην υποτέλεια
    - Στο σκοταδισμό
    - Στον ολοκληρωτισμό
    - Σε κάθε μορφής Εξουσία
    - Στις απαγορεύσεις

    Γράμμα σε έναν κακομαθημένο δολοφόνο

    Συντάκτης: Κώστας Βαξεβάνης

    Τώρα που γκρεμίσατε το σύστημα μπορείτε να είσαστε ήσυχοι. Δεν θα παράγει άλλους δειλούς όπως εσείς. Δεν ξέρω πού πάτε; Πού θέλετε να πάτε. Ξέρω όμως από πού έρχεστε. Ξέρω τι έθρεψε τη βία σας. Δεν είναι κανένα σύστημα. Δεν είναι οι μπάτσοι. Δεν είναι οι ρουφιάνοι. Είναι ο εαυτός σας. Βολεμένος στην άνεση της χαζοεπαναστατικής ρητορείας, που ζητά απλώς μια περιπέτεια για να δικαιώνεται. Αρνούμαι να σας κρίνω με όρους ιδεολογίας. Και σίγουρα επανάστασης. Μόνο με ψυχολογικούς. Και μπορώ να κατανοήσω μόνο, εκείνο το σκοτεινό έρεβος που υπάρχει μέσα σας. Γιατί δεν γίνατε αυτό που ήθελε η μαμά, και πρέπει να πληρώσει η κοινωνία.

    Τι σχέση έχετε με ιδεολογία; Μόνο μία. Είναι η κουβέρτα, ο μπερντές για να κρύβετε πόσο κακομαθημένοι είσαστε. Κομπλεξικοί, εκδικητικοί, δειλοί ξεκομμένοι από ό,τι παράγει η κοινωνία και ό,τι έχει ανάγκη για να αλλάξει. Αμφιβάλω αν έχετε κάνει ένα μεροκάματο στη ζωή σας. Αν πονέσατε ποτέ με τον πόνο της ανάγκης, και όχι του εγωισμού σας. Αν πεινάσατε. Αν καταλάβατε πως η ζωή γύρω, δεν είναι το reality της βεντέτας με τους μπάτσους. Αμφιβάλω αν σηκωθήκατε ποτέ 7 η ώρα το πρωί για να πάτε στη δουλειά σας.

    Αμφιβάλω αν ξέρετε τι θέλετε. Αν είχατε στόχο, όραμα, αγάπη για κάτι. Δεν μισείτε τους μπάτσους. Δεν μισείτε τον 20χρονο που πυροβολήσατε. Μισείτε τους πάντες γιατί όχι μόνο δεν σας μοιάζουν, αλλά είναι εκεί για να σας θυμίζουν πως αποτύχατε σε όλα. Πως είσαστε κοινοί ληστές, ποινικοί, εραστές της επανάστασης του αντιβιοτικού. Τρεις ημερησίως μετά το φαγητό. Όταν η γκόμενά σας έχει βγει με τις φίλες σας και εσείς πλήξετε. Επαναστάτες του play station. Μισείτε τον ίδιο σας τον εαυτό. Μισείτε και αγαπάτε με σφαίρες. Είσαστε τραγικοί…



    25 θέσεις για την Τρομοκρατία

    Συντάκτης: Κλεάνθης Γρίβας

    Η ιδεολογία χτίζει πύργους στον ουρανό. Οι αποδέκτες της διακατέχονται από την καταστροφική αυταπάτη ότι κάποτε θα κατοικήσουν σ' αυτούς. Οι τεχνικοί της εξουσίας τούς διαχειρίζονται για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους. Και η κοινωνία καταβάλλει το κόστος της συντήρησής τους.
    Συνεπώς, επαναλαμβάνοντας για λογαριασμό μου τη δήλωση ότι «μιλώ εξ ονόματός μου και δίνω στον εαυτό μου το δικαίωμα της κριτικής και των προτάσεων» (Κορνήλιος Καστοριάδης), νομιμοποιούμαι να υποστηρίζω ότι «η κοινωνία είναι το προϊόν των αρετών μας και το κράτος των ελαττωμάτων μας» (Τόμας Πέιν), να αποφαίνομαι υπέρ «της ελευθερίας της κοινωνίας και της ανελευθερίας του κράτους» (Καρλ Μαρξ), και να αποστρέφομαι κάθε μορφή βίας που οδηγεί στην ελευθερία του κράτους και στην ανελευθερία της κοινωνίας.


    1. Η τρομοκρατία είναι η έσχατη έκφραση του παραληρηματικού ιδεολογικού λόγου. Είναι ιδεολογικός λόγος αναγμένος στον ανώτατο συντελεστή της εξουσίας. Είναι εξουσία στο νιοστό βαθμό. Εξουσία που δεν υπόκειται σε κανέναν κανόνα ή περιορισμό. Εξουσία απόλυτη. 

    2. Η τρομοκρατία είναι προνομιούχο μέσο και, συγχρόνως, πεδίο άσκησης πολιτικής, σε όλες τις ετερόνομες κοινωνίες όπου η «πολιτική» είναι αποκλειστική υπόθεση των επαγγελματιών πολιτικών. Κι αυτό καθίσταται ολοφάνερο «αν την κρίνουμε από τα αποτελέσματά της και αν δούμε ποιον ευνοούν». Εξ ου και η ανάγκη «να πούμε καθαρά ποιος ασκεί την τρομοκρατία και πώς την χρησιμοποιεί ως θέαμα». (G. Sanguinetti)

    3. Η τρομοκρατία είναι το χειρότερο από όλα τα αδιέξοδα της κρατικής επιβολής. Επειδή, σε αντίθεση με τη θεσμοποιημένη εξουσία, η οποία στις δημοκρατικές κοινωνίες υπόκειται στους περιορισμούς των κανόνων και των νόμων (πράγμα που σημαίνει ότι υπάρχει πάντοτε η δυνατότητα οι νόμοι και οι κανόνες να λειτουργήσουν και εναντίον της εξουσίας), η εξουσία της τρομοκρατίας δεν υπόκειται στον περιορισμό κανενός κανόνα ή νόμου: Νόμος και κανόνας της είναι τα προϊόντα της παρανοϊκής εξουσιοφρένειας που πλήττει τους εγκεφάλους και τα εκτελεστικά όργανα της τρομοκρατίας, και μέσο της το περίστροφο και η βόμβα.

    4. H τρομοκρατία ενεργοποιεί τα πιο πρωτόγονα αντανακλαστικά των ανθρώπων και τους κάνει να προτιμούν την ασφάλεια της δουλείας από τους κινδύνους της ελευθερίας. Χάρη στην εξουσιαστική κατασκευή της τρομοκρατίας, η κοινωνία βρίσκεται «νομίμως» εγκλωβισμένη στις επιλογές της εξουσίας και σπρώχνεται να «συναινεί» στην επιδίωξη της εξουσίας για μετασχηματισμό του κράτους δικαίου και πρόνοιας σε κράτος ασφάλειας και «θεραπείας», στο οποίο επιβάλλεται η πλήρης συμμόρφωση των πολιτών με τη σταδιακή καθιέρωση ενός ποινικού δικαίου που βασίζεται στην υποψία.

    5. Η τρομοκρατία είναι συνυφασμένη με την ιστορική, πολιτική και ιδεολογική παράδοση όλων των ολοκληρωτικών κινημάτων και χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον από τον μπολσεβικισμό, το φασισμό, το ναζισμό αλλά και τις φιλελεύθερες δημοκρατικές ολιγαρχίες. Αυτό αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ «αριστερής» και «δεξιάς» τρομοκρατίας. Η τρομοκρατία είναι πάντοτε αντιδραστική.


    6. Η τρομοκρατία είναι ένα από τα παραπροϊόντα της εξουσιαστικά χειραγωγούμενης νηπιακής σκέψης και πράξης ορισμένων επαγγελματιών «σωτήρων», οι οποίοι δρουν είτε υπό την επίδραση μιας ψευτοεπαναστατικής αυταπάτης είτε υπό το βάρος της απελπισίας μιας παραπαίουσας εξουσίας, με κοινό τους χαρακτηριστικό την καθυπόταξη των μέσων στο σκοπό, ο οποίος είναι, πάντοτε και αυταπόδεικτα, «άγιος».

    7. Η τρομοκρατία ως μέσο άσκησης πολιτικής εφαρμόζεται είτε αμέσως, με τη δράση πρακτόρων των αυτονομημένων παράλληλων μυστικών υπηρεσιών, είτε εμμέσως, με την «τηλεκατεύθυνση» διαφόρων ατόμων ή ομάδων που έχουν δήθεν «αντικρατικό» προσανατολισμό.

    8. Τα επιτελικά όργανα της τρομοκρατίας βρίσκονται σε ορισμένα αυτονομημένα τμήματα των μυστικών υπηρεσιών της κρατικής εξουσίας, που είναι επιφορτισμένες με το καθήκον της εμπέδωσης και συντήρησης της καθεστωτικής σταθερότητας με ενέργειες και μέσα που υπερβαίνουν τα όρια της νομιμότητας και διαφεύγουν παντός κοινωνικού και πολιτικού ελέγχου. «Η τρομοκρατία είναι το κράτος, δηλαδή ένα από τα πολλά ένοπλα παρακλάδια του». (G. Sanguinetti)

    9. Τα εκτελεστικά όργανα της τρομοκρατίας ή είναι πράκτορες των μυστικών υπηρεσιών ή είναι αφελείς «κοινωνικοί αναμορφωτές» που μπορεί να διακατέχονται από την αυταπάτη ότι εξυπηρετούν τα «ύψιστα συμφέροντα του λαού, της φυλής, του έθνους, του προλεταριάτου ή της επανάστασης», ενώ στην πραγματικότητα τηλεκατευθύνονται από ειδικά αυτονομημένα τμήματα των μυστικών υπηρεσιών και συνεργούν στην πλήρη καθυπόταξη της κοινωνίας στην κρατική εξουσία.

    10. Η τρομοκρατία, ανεξάρτητα από το εάν ασκείται από ή «εναντίον» της κρατικής εξουσίας, οδηγεί πάντοτε στην αποτελμάτωση της κοινωνίας και της Ιστορίας και κατατείνει στην οικοδόμηση ενός εφιαλτικού σύμπαντος που κυριαρχείται από ένα ποινικό «δίκαιο» βασισμένο στην υποψία.

    11. Πρώτο καθήκον κάθε εξουσίας που βρίσκεται σε κρίση είναι η κατασκευή μιας απειλής, από την οποία η κρατική εξουσία αναλαμβάνει εργολαβικά να «προστατεύσει» την κοινωνία, ψαλιδίζοντας τις ελευθερίες της. Γιατί δεν υπάρχουν «παροχές υπηρεσιών» χωρίς κόστος.

    12. Η απειλή της τρομοκρατίας είναι άκρως αποτελεσματική, με διασφαλισμένη την ικανότητα να πλήττει οποιονδήποτε, οτιδήποτε, οπουδήποτε. Η τρομοκρατία είναι ο ιδανικός βραχίονας της εξουσίας, μέσω του οποίου νομιμοποιείται η τρομοκρατία του κράτους πάνω στην κοινωνία. Γι’ αυτό, ακόμη και εάν δεν υπήρχε η τρομοκρατία, η εξουσία θα ήταν υποχρεωμένη να την εφεύρει.

    13. Με διαπιστωμένα τα σημάδια της επερχόμενης κρίσης, οι επαγγελματίες διαχειριστές της κρατικής εξουσίας ανακάλυψαν και στα καθ' ημάς τη δήθεν «αντικρατική» τρομοκρατία, προκειμένου να της αντιτάξουν την κρατική «αντιτρομοκρατική» τρομοκρατία.

    14. Η αυταρχική «δημοκρατία», ως μόνη απάντηση των διαχειριστών της κρατικής εξουσίας στην κρίση του κράτους δικαίου και πρόνοιας, και η τρομοκρατία, ως προνομιούχο μέσο για να εξασφαλιστεί η αναγκαία «σύγκλιση των κομμάτων», με τρόπο ώστε να επιτευχθεί η εξάλειψη κάθε «ριζικής αντιπολίτευσης», σηματοδοτούν το δρόμο που επέλεξε ο φιλελεύθερος ολιγαρχικός καπιταλισμός για να βγει από την πολυδιάστατη οικονομική, πολιτική, ιδεολογική, πολιτιστική και οικολογική κρίση του.

    15. Οι δολοφονίες ορισμένων περιστασιακών θυμάτων από διάφορες βαθμίδες του διαχειριστικού προσωπικού της εξουσίας, διαλεγμένα με άγνωστα κριτήρια από ορισμένα, επίσης άγνωστα αυτονομημένα τμήματα του αδιαφανούς δικτύου των παράλληλων μυστικών υπηρεσιών, προετοίμασαν μεθοδικά το έδαφος για τη νομοθετική αναγωγή ολόκληρης της κοινωνίας σε όμηρο στα χέρια της εξουσίας.

    16. Η κρατική εξουσία έχει το μονοπώλιο της νόμιμης βίας. Όταν όμως η νόμιμη βία αποδεικνύεται ανεπαρκής, τότε προσφεύγει στην τρομοκρατία, την οποία όλοι ψάχνουνε ματαίως. Γιατί άπαξ και «εφευρέθηκε» η κρατική εξουσία, μόνο διανοητικά υπολειπόμενοι μπορούν να επιμένουν να ανακαλύψουν ξανά την... Αμερική.

    17. Η τρομοκρατία είναι ο λόγος ύπαρξης και το πεδίο δράσης διαφόρων αυτονομημένων τμημάτων των μυστικών υπηρεσιών της κρατικής εξουσίας, τα οποία συνθέτουν ένα παράλληλο δίκτυο για την εξυπηρέτηση των εξουσιαστικών σκοπιμοτήτων και αναγκών που απαιτούν υπέρβαση του υφιστάμενου πλαισίου νομιμότητας.

    18. Η κρατική και η «αντικρατική» τρομοκρατία αποτελούν τις δύο όψεις του πλέον προνομιούχου μέσου άσκησης πολιτικής σε περιόδους κρίσης.

    19. Η αλληλεπίδραση μεταξύ κρατικής και «αντικρατικής» τρομοκρατίας βασίζεται στην ακραία ιδεολογικοποίηση της υφιστάμενης πραγματικότητας, μέσω της οποίας καθίσταται δυνατή η «ακύρωση» της πραγματικότητας και η υποκατάστασή της από τις ιδεολογικές απεικονίσεις της.

    20. Οι διαχειριστές της εξουσίας μεριμνούν για τη διαρκή ενίσχυση των αρμοδιοτήτων των διωκτικών αρχών. Οι μηχανισμοί καταστολής ενδυναμώνονται και αναπτύσσονται ως κακοήθης νεοπλασία. Τα ατομικά δικαιώματα και οι πολιτικές ελευθερίες συρρικνώνονται. Παρ’ όλα αυτά, η τρομοκρατία αποδεικνύεται «άλυτο αίνιγμα» για τις διωκτικές αρχές, γιατί, απλούστατα, όταν ο διώκτης και ο διωκόμενος ταυτίζονται, η σύλληψη του διωκόμενου είναι αδύνατη.

    21. Η δηλωμένη «αδυναμία» της κρατικής εξουσίας να προσεγγίζει τα καθοδηγητικά και (πολλές φορές) τα εκτελεστικά, όργανα της τρομοκρατίας είναι ευθέως ανάλογη με τη δυνατότητά της να «αποικιοποιεί» τρομοκρατικά ολόκληρη την κοινωνία.

    22. Η απόδειξη της επάρκειας του νομοθεσίας και της αστυνομίας για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας είναι ασύμφορη από εξουσιαστική άποψη, γιατί αφήνει έκθετη την απαίτηση για ειδικούς «αντιτρομοκρατικούς» νόμους και υπηρεσίες. Γι’ αυτό και είναι ανάγκη να «αποδεικνύεται» συνεχώς η ανεπάρκεια και η αναποτελεσματικότητα και της νομοθεσίας και της αστυνομίας.

    23. Οι διωκτικές αρχές είναι ευκολότερο και βολικότερο να συλλαμβάνουν τους «συνήθεις υπόπτους» και να τους εμφανίζουν ως τρομοκράτες, παρά να τα βάζουν με τους αληθινούς τρομοκράτες, τους ικανούς επαγγελματίες εκτελεστές, που είναι η σαρξ εκ της σαρκός της εξουσίας τους.

    24. Οι διωκτικές αρχές υποφέρουν από εναλλασσόμενες κρίσεις μανίας και κατάθλιψης. Μετά τη διάχυτη ευφορία από τη σύλληψη κάποιων «συνήθων υπόπτων», ακολουθεί πάντοτε η κατάθλιψη του «τίποτα» των πραγματικών τρομοκρατών.

    25. H κρατική διαχείριση του τρόμου και της αυταπάτης είναι το λυμένο αίνιγμα της διαλεκτικής της εξουσίας και της τρομοκρατίας. «Το κράτος είναι ο αυτουργός και ο αποκλειστικός ωφελημένος από τη σύγχρονη τεχνητή τρομοκρατία... Την τρομοκρατία τη διευθύνει η εξουσία, κι όποιος θέλει την εξουσία, πρέπει να αποδείξει πως ξέρει να διευθύνει την τρομοκρατία». (G. Sanguineti)
     

    ΩΣ ΕΔΩ.



    3 Comments

    Το πρόταγμα της αποανάπτυξης βασίζεται στην εξής απλή ιδέα: είναι αδύνατο να απομυζούμε απεριόριστα έναν πλανήτη με περιορισμένους πόρους. Για το λόγο αυτό είναι αναγκαίο να αλλάξουμε συνολικά την κοινωνία που ζούμε. Αυτό σημαίνει πως είμαστε υποχρεωμένοι να περιορίσουμε τους ρυθμούς με τους οποίους παράγουμε και καταναλώνουμε.

    Η προσπάθεια αυτή περιέχει δύο αλληλοεπηρεαζόμενες όψεις. Η πρώτη σχετίζεται με ένα πιο μακροπρόθεσμο σχέδιο ριζικού και συνολικού μετασχηματισμού της κοινωνίας: η κοινωνία μας πρέπει να αλλάξει συνολικά προσανατολισμό, να αλλάξουν οι οικονομικό-κοινωνικές σχέσεις, να εξαλειφθεί η εκμετάλλευση και η οικονομική ανισότητα, να δοθεί η δυνατότητα στους πολίτες να αποφασίζουν οι ίδιοι για τις ζωές τους, να σταματήσουν να αποτιμώνται τα πάντα με γνώμονα την οικονομική αποδοτικότητα, να μπουν όρια στη βιομηχανική παραγωγή και στην καταστροφή που αυτή προκαλεί στο περιβάλλον κ.λπ. Επιθυμούμε, δηλαδή την ανατροπή του καπιταλισμού και μια προσπάθεια για τη δημιουργία μίας αυτόνομης και δημοκρατικής κοινωνίας. Πιο συγκεκριμένα οφείλουμε να εγκαταλείψουμε την καταστροφική ιδέα που συνδέει την ευημερία της κοινωνίας με την ανάπτυξη, τη διαρκή αύξηση του Ακαθόριστου Εγχώριου Προϊόντος (δηλαδή την αδιάκοπη παραγωγή ολοένα και περισσότερων αγαθών). Ο εκμηδενισμός των ρυθμών ανάπτυξης καθώς και η συνολική απεμπλοκή μας από την ιδεολογία της ανάπτυξης που σηματοδοτεί ο όρος «απο-ανάπτυξη», αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την έξοδο από την οικολογική κρίση. Οι πολυδιαφημιζόμενες έννοιες της «πράσινης», της «βιώσιμης» κ.λπ. ανάπτυξης αδυνατούν να αντικρίσουν το οικολογικό πρόβλημα στο βάθος του αφού αποφεύγουν να αναμετρηθούν με το ρίζωμά του στην κυρίαρχη καπιταλιστική λογική. Το μόνο που μπορούν να καταφέρουν είναι η επιβράδυνση του οικολογικού κραχ. Αντιθέτως, το πρόταγμα της αποανάπτυξης αμφισβητεί τον ίδιο τον πυρήνα της καπιταλιστικής ιδεολογίας, τη σημασία της ίδιας της οικονομίας και της οικονομικής μεγέθυνσης για τη ζωή των ανθρώπων. Η δεύτερη όψη της απο-ανάπτυξης αφορά τις αλλαγές που μπορεί να ξεκινήσει να κάνει –στο μέτρο του δυνατού- ο καθένας μας από σήμερα. Δε θεωρούμε ότι αυτή η όψη του προτάγματος της απο-ανάπτυξης είναι σημαντικότερη από την πρώτη, καθώς, αν οι δύο όψεις αποσυνδεθούν, χάνουν ουσιαστικά το νόημά τους. Απλά, υπό τις παρούσες συνθήκες πολιτικής αδιαφορίας και έλλειψης ισχυρών κοινωνικών κινημάτων, έχει μεγάλη σημασία να μην κρυβόμαστε πίσω από τη λογική «ατομικές αλλαγές στον τρόπο ζωής= lifestyle πολιτική». Σε αυτό το πλαίσιο συγγραφείς όπως ο Σερζ Λατούς (στο βιβλίο του Το στοίχημα της απο-ανάπτυξης) προτείνουν 5 απλά βήματα:

    1) Μείωση: οφείλουμε να περιορίσουμε τις καταναλωτικές μας ανάγκες υιοθετώντας ένα μοντέλο «εθελούσιας ολιγάρκειας». Να καταναλώνουμε λιγότερο, αλλά να ζούμε καλύτερα. Να ανακαλύψουμε δηλαδή ξανά την ποιότητα και την αξία χρήσης των προϊόντων. Να περιορίσουμε τις ανάγκες μας σε ενέργεια δηλαδή να κρίνουμε κάθε φορά αν η ενεργοβόρα δραστηριότητά μας είναι απαραίτητη. Μπορούμε για παράδειγμα να σταματήσουμε να χρησιμοποιούμε το ασανσέρ, να χρησιμοποιούμε το ποδήλατο ως μέσο μεταφοράς, να περιορίσουμε τη χρήση του αεροπλάνου και του αυτοκινήτου για μικρές αποστάσεις, τις άσκοπες μετακινήσεις ή τις ενεργοβόρες μεταφορές καταναλωτικών αγαθών από την άλλη άκρη του πλανήτη κ.ά.

    2) Επαναχρησιμοποίηση: οφείλουμε να περιορίσουμε τη χρήση υλικών μιας χρήσης. Τα υλικά συσκευασίας αποτελούν μια τεράστια πηγή παραγωγής σκουπιδιών και μια τεράστια πηγή σπατάλης. Μπορούμε να σταματήσουμε να χρησιμοποιούμε πλαστικά ποτήρια ή μπουκάλια μιας χρήσης, σακουλάκια και σακούλες μιας χρήσης, ξυραφάκια μιας χρήσης κ.λπ. Είναι επίσης αναγκαίο να εξαντλούμε τη διάρκεια ζωής των προϊόντων και να αποφεύγουμε να αγοράζουμε κάτι καινούργιο ενώ μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το παλιό.

    3) Επισκευή: χάλασε το κινητό, ο υπολογιστής, το αμάξι; Πάρε άλλο· που θα πει δημιούργησε νέα απορρίμματα (λες και δεν έχουμε ήδη αρκετά), των οποίων η διαχείριση είναι πολύ δύσκολη και η αποσύνθεση προκαλεί μεγάλη μόλυνση στο περιβάλλον. Αλλά επίσης η αγορά καινούργιων προϊόντων αντί της επισκευής των παλιών σημαίνει κατασπατάληση υλικών, ενέργειας και εργασίας. Οπότε, μην πάρεις καινούργιο, απλά επισκεύασε το παλιό. Βέβαια, υπάρχει εδώ ένα πρόβλημα: ολόκληρη η σημερινή οικονομία, η οικονομία της καταστροφής και της σπατάλης, είναι προσανατολισμένη προς άλλη κατεύθυνση. Η επισκευή είναι ακριβότερη και δυσκολότερη από την αγορά νέου προϊόντος. Έτσι λειτουργεί η καταναλωτική κοινωνία και γι’ αυτό χρειάζεται να επεκταθεί κάθε προσπάθεια αληθινής αυτό-παραγωγής, δηλαδή κάθε προσπάθεια εξοικείωσης των καταναλωτών με την παραγωγή των προϊόντων ούτως ώστε να μπορούν οι ίδιοι, με ένα είδος αλληλοβοήθειας να επισκευάζουν ό,τι χρειάζεται να επισκευαστεί.
    4) Ανακύκλωση: τα οφέλη της ανακύκλωσης είναι γνωστά. Παρ’ όλα αυτά σε πολλές περιοχές δεν υπάρχει δίκτυο ανακύκλωσης, συνεπώς η πίεση προς του δήμους να υιοθετήσουν τέτοια προγράμματα όπως επίσης και η προτίμηση ανακυκλώσιμων προϊόντων είναι απαραίτητη. Επιπλέον, η ανακύκλωση όλων των υλικών που μπορούν να ανακυκλωθούν (όχι δηλαδή μόνο του χαρτιού και του αλουμινίου) θα έδινε μια λύση και στο πρόβλημα της διαχείρισης των σκουπιδιών.

    5) Επιβράδυνση: το ζήτημα της επιβράδυνσης έχει να κάνει με την υιοθέτηση ενός εντελώς διαφορετικού τρόπου ζωής. Οι ρυθμοί ζωής, υπεύθυνοι για το άγχος και το στρες που κάνουν τη ζωή στις μεγαλουπόλεις αφόρητη, οφείλουν να χαλαρώσουν. Και μπορούν να χαλαρώσουν στο πλαίσιο μιας κοινωνίας όπου δε θα μετρώνται τα πάντα με τους όρους του χρήματος και της οικονομικής αποδοτικότητας, αλλά κεντρική θέση θα διατηρεί το πρότυπο μιας ισορροπημένης ζωής με τον ελεύθερο χρόνο βασικό συστατικό της. Η ίδια η σημασία της εργασίας σε μια τέτοια κοινωνία θα μεταστρέφονταν και θα τοποθετούνταν στην πραγματική της θέση. Η μείωση των ωρών εργασίας είναι ένα απαραίτητο βήμα για τη μετάβαση από την κοινωνία της εργασίας, όπου ο άνθρωπος μετατρέπεται σε ένα ρομπότ που εργάζεται και καταναλώνει, στην κοινωνία του ελεύθερου χρόνου, όπου ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να αναπτύξει ολόπλευρα την προσωπικότητά του.




    Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ μεγάλα κ΄υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη. ( Κ. Π. Καβάφης )

    Η νεύρωση του ενός, η οποία πηγάζει από την έλλειψη κοινωνικού ενδιαφέροντος, εκφράζεται και αντικατοπτρίζεται στον κοινωνικοπολιτικό αλλά και πολιτισμικό εκμαυλισμό τον οποίο βιώνουμε αυτήν ακριβώς τη στιγμή σε όλο του το μεγαλείο.

    Ο άνθρωπος υποφέρει και άρα υποφέρει η κοινωνία. Υποφέρει γιατί καμία οικογένεια και κανένα σύστημα δεν του έμαθε την αξία του να μοιράζεται ισότιμα με τους ανθρώπους γύρω του, παρά μόνο του δίδαξε πώς να παράγει με σκοπό το προσωπικό κέρδος. Το πρώτο πράγμα που του έμαθε στη ζωή του, εντάσσοντάς τον σε ένα ατομικιστικό σύστημα παιδείας, είναι πώς να παράγει και όχι πώς να προσφέρει. Τον δίδαξαν να εργάζεται μόνος. Τον δίδαξαν να λαμβάνει όφελος από την εργασία του αποκλειστικά ο ίδιος και όχι να εργάζεται ομαδικά, για να προσφέρει στους υπόλοιπους. Τον έκαναν μονήρη.

    Του είπαν πολύ συγκεκριμένα, πως ο κόπος του μετράται σε νούμερα και πως το υψηλότερο νούμερο είναι αυτό που κερδίζει και συνεπώς είναι αυτό που "νικάει" το χαμηλότερο νούμερο. Ο άνθρωπος με το υψηλότερο νούμερο είναι αυτός που η οικογένεια, το σύστημα και η κοινωνία θέλουν και αποδέχονται, μα για τον άνθρωπο με χαμηλότερο νούμερο αυτοί οι τρεις θα έχουν πάντα μια γκριμάτσα δυσαρέσκειας.

    Ο Άνθρωπος-Νούμερο λοιπόν, πολύ νωρίς στη ζωή του άρχισε να κοιτάζει τον διπλανό Άνθρωπο-Νούμερο. ΟΧΙ όμως με έγνοια, σεβασμό και ενδιαφέρον, ΟΧΙ με την ανάγκη να συν-αγωνισθεί με αυτόν, ΟΧΙ με την ανάγκη να μοιραστεί μαζί του τα μοναδικά χαρακτηριστικά που τον ολοκληρώνουν από την στιγμή ακριβώς που γεννήθηκε, με σκοπό να ενοποιηθεί και να εξελιχθεί μαζί με τον άλλο άνθρωπο ραγδαία. Τον κοίταξε με μια τρομαχτική ανάγκη να τον ανταγωνισθεί, με μια τρομαχτική ανάγκη να τον νικήσει, να είναι μεγαλύτερο νούμερο απ΄αυτόν, γιατί το μεγαλύτερο νούμερο και μόνο αυτό, θα επιβιώσει και θα ευημερήσει στην κοινωνία.

    Για τον Άνθρωπο-Νούμερο πλέον τα πάντα στη ζωή του μπήκαν σε σύγκριση με τον άλλον Άνθρωπο-Νούμερο και σ΄αυτη τη σύγκριση θα έπρεπε με οποιονδήποτε τρόπο να βγει νικητής πρώτος, καλύτερος. Διαφορετικά, τον περίμεναν μεγάλα δεινά: μη αποδοχή και διαφορετική αντιμετώπιση-όλοι θα τον κοίταζαν αλλιώς, σαν κατώτερο.

    Ο Άνθρωπος-Νούμερο λοιπόν, έχασε την πρώτη του ιδιότητα, αυτή του ανθρώπου δηλαδή, και έγινε ΜΟΝΟ νούμερο. Το ύψος του έπρεπε να είναι μεγαλύτερο από το ύψος του άλλου, το πουλί του έπρεπε να είναι μεγαλύτερο από το πουλί του άλλου, το στήθος του έπρεπε να είναι μεγαλύτερο από το στήθος του άλλου, έπρεπε να βγάζει πιο πολλά λεφτά από τον άλλον και για να φαίνεται αυτό, έπρεπε να έχει μεγαλύτερο αυτοκίνητο και πιο ακριβό από τον άλλο, μεγαλύτερο και πιο ακριβό σπίτι από τον άλλο, να τρώει πιο ακριβό φαγητό από τον άλλο, να πίνει πιο ακριβό ποτό από τον άλλο, τα ρούχα που φοράει να είναι πιο ακριβά από του άλλου.

    Από τα μάτια του τότε, χάθηκε η αγάπη προς τον άλλον και σκοτάδι βαθύ πήρε τη θέση της. Η καρδιά του χτύπησε πιο γρήγορα, το στομάχι του σφίχτηκε, αδρεναλίνη έπνιξε το σώμα του και τα νεύρα του τέντωσαν. Ήταν έτοιμος να επιτεθεί. Να επιτεθεί σε ο,τιδήποτε ένιωθε ώς απειλή. Απειλή για την ευημερία που τού είχαν τάξει ΑΥΤΟΙ. Και επιτέθηκε. Εξουσίασε, κυριάρχησε, υποδούλωσε ένα άλλο νούμερο. Αλλά μπροστά του είχε έναν άνθρωπο.

    Τότε ΑΥΤΟΙ τον δέχτηκαν, τον βράβευσαν και του πρόσφεραν την ευημερία που του είχαν τάξει. Πλέον ήταν σκλάβος τους. ΑΥΤΟΙ ήταν ο παρατηρητής του και ΑΥΤΟΙ όριζαν τις ανάγκες και τις επιθυμίες του. Μεγάλα νούμερα στα πάντα στη ζωή του, πολλά λεφτά για να μπορεί να κατέχει πολλά υλίκα αγαθά, με αυτά θα μπορούσε να κατέχει συντρόφους-νούμερα, εξίσου νούμερα με αυτόν. Το σώμα του, το οποίο ήταν και το μόνο που τού είχε απομείνει, έπρεπε να αλλάξει σύμφωνα με ΑΥΤΟΥΣ. Την μεγάλη του μύτη, που για κάποιο λόγο γεννήθηκε με αυτή, έπρεπε να την ΚΟΨΕΙ, για να γίνει μικρότερη.Το μικρό του στήθος και τον ποπό του τον μικρό, που για κάποιο λόγο γεννήθηκε με αυτά, έπρεπε να τα ΣΚΙΣΕΙ και να τους βάλει μέσα πλαστικό, για να γίνουν μεγαλύτερα. Στα στραβά του δόντια, που για κάποιο λόγο γεννήθηκε με αυτά, έπρεπε να βάλει σίδερα και να τα πιέσει, για να γίνουν ίσια. Τα γηρατειά και η φθορά, έπρεπε πάσει θυσία να καλυφθούν, κόβοντας και ράβοντας.

    Σε τίποτα από αυτά όμως δεν έβρισκε χαρά. Το μόνο αίσθημα που βίωνε ήταν αυτό της θλίψης, αλλά έπρεπε να συνεχίσει. Για να νιώσει χαρά, ΑΥΤΟΙ του έδωσαν φάρμακα.Για να συνεχίσει, ΑΥΤΟΙ του έδωσαν ναρκώτικα κάθε λογής. Τα ίδια έδωσαν και στους άλλους, στους κατώτερους, στους υποταγμένους, στους αδικημένους, για να συνεχίσουν να είναι δούλοι και να μην εξεγερθούν ποτέ. Και κάποιοι συνέχισαν.

    ΚΑΠΟΙΟΙ άλλοι όμως κατάλαβαν. Κατάλαβαν ότι δεν είναι νούμερα αλλά άνθρωποι. ΚΑΠΟΙΟΙ και από τις δύο μεριές, κατάλαβαν οτι μοιράζονται τον ίδιο πόνο, την ίδια εξαθλίωση, το ίδιο αίσθημα θλίψης. Μια τεράστια θλίψη απόρροια της σκλαβιάς, της υπακοής στους νόμους ΑΥΤΩΝ.

    Τότε οι ΚΑΠΟΙΟΙ κοίταξαν ΑΥΤΟΥΣ. Από τα μάτια τους το σκοτάδι χάθηκε και οργή πήρε τη θέση του. Η καρδιά τους χτύπησε πιο δυνατά, το στομάχι τους σφίχτηκε, η αδρεναλίνη έπνιξε το σώμα τους, τα νεύρα τους τέντωσαν. Ήταν έτοιμοι να επιτεθούν. Και επιτέθηκαν. Έλιώσαν στο τσιμέντο τα φάρμακα της "χαράς", έλιωσαν στο τσιμέντο τις ιδιότητές τους και για πρώτη φορά ενώθηκαν. Βίαια ξέσπασαν πάνω σε ΑΥΤΟΥΣ και τον εκμαυλισμένο κόσμο τους, πάνω σε ΑΥΤΟΥΣ που συνέχιζαν. Που συνέχιζαν να γεννάνε τέρατα μέσα από την "κανόνικότητα" του κόσμου αυτού. Ξέσπασαν βίαια και πάνω στο στρατό που τους προστάτευε. Σε έναν στρατό, όπως όλοι οι στρατοί απ΄την αρχή αυτού του κόσμου, ξεβράκωτο και θλιβερό.

    Τότε κάποιοι ρώτησαν, αν άλλαξε κάτι.

    ΟΤΑΝ ΤΑ ΝΟΥΜΕΡΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ, ΠΟΙΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΝΑΡΩΤΙΕΤΑΙ.

    Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες

    Κείμενο του Νικόλα Αγγέλη, tvxs.gr



    Ατομικισμός - Συλλογικισμός (Collectivismus, Κολλεκτιβισμός)

    zapatistas

    [...]

    Εδώ δεν υπάρχει ένας πρωταγωνιστής. Πρωταγωνιστές είναι οι «γέροντες», μέσα από τους οποίους εκφράζεται ολόκληρη η κοινότητα, το παρελθόν και τα όνειρα της –που συνιστούν τα ίχνη τα οποία πρέπει να ακολουθήσουμε για να μπορέσουμε να ανακαλύψουμε και να συναντήσουμε τους εξεγερμένους ιθαγενείς λαούς του Μεξικού-, με άλλα λόγια το «εμείς». Ένα «εμείς» που δεν συνθλίβει το άτομο, το «εγώ», μέσα από την ομογενοποίηση, αλλά το εμπεριέχει. Είναι το «εγώ, και το αυτός, και το αυτή, και το εσύ που μετατρέπονται σε εμείς», αφού μόνο έτσι «υπάρχει η πιθανότητα, ο πόνος και τα βάσανα, που έδωσαν όνομα στο εγώ, στο αυτός, στο αυτή, στο εσύ, στο εσείς, να μετατρέψουν το εγώ σε χαρά».

    [...]


    ...

    * Eισαγωγή - Εξεγερμένος υποδιοικητής Μάρκος, «ιστορίες για τους ανθρώπους του καλαμποκιού», εκδόσεις των ξένων.

    Θεσσαλονίκη 2009



    Το βιβλίο του Περικλή Κοροβέση τα έχει όλα. Ό,τι και να πω, θα είναι λίγο - τα είπαν άλλωστε η Monde, οι Times και πολλοί άλλοι. Περιγράφει τα βασανιστήρια που υπέστη κατά τη περίοδο της δικτατορίας στην Ελλάδα, με εξαιρετικό τρόπο. Το κείμενο που ακολουθεί είναι αποσπάσματα από τον πρόλογο της έκδοσης του 1994.
    Ανθρωποφύλακες
    [...]
    Έχουμε μπει πια σε μια σκοτεινή εποχή και ίσως τα χειρότερα να μην τα έχουμε δει ακόμα. Η τάξη του κόσμου έχει διασαλευτεί. Οι προτάσεις σωτηρίας που εμφανίζονται, με τη μορφή του Εθνικισμού και του Φυλετισμού, είναι ένα ακόμα βήμα προς το βάραθρο. Και δεν είναι μόνο η οικολογική καταστροφή του πλανήτη και κατά πόσο θ' αντέξει ακόμα αυτή η γη. Ούτε η φτώχεια και η αθλιότητα που έχει κατακτήσει σχεδόν τα 4/5 του παγκόσμιου πληθυσμού. Πάνω από όλα αυτά, εγώ, με την ταπεινή μου γνώμη, θεωρώ την πιο μεγάλη απειλή της ζωής στον πλανήτη μας την αδιαφορία. Οι άρχοντες της Γης θεωρούν τον άνθρωπο σαν καταναλωτική μονάδα. Ενδιαφέρονται μόνο για τις μεγάλες αγορές του Βορρά και όσοι δεν έχουν να καταναλώσουν, δεν θεωρούνται άνθρωποι αλλά περιττά έξοδα. Οι φτωχοί, οι άθλιοι και οι κολασμένοι στέκονται με απάθεια μπροστά στο σκοτεινό και αβέβαιο μέλλον τους. Στο πρόσφατο παρελθόν οι άνθρωποι είχαν μια ελπίδα και πάλευαν για μια καλύτερη ζωή και για μια διαφορετική κοινωνία. Σήμερα οι εξαθλιωμένοι θέλουν να γίνουν το ίδιο καταναλωτές, όσο και οι πρωταγωνιστές των σίριαλ και διαφημίσεων που βλέπουν. Και όλα τα μέσα είναι θεμιτά γι' αυτό. Και αυτό αναγκαστικά σημαίνει βία και εγκληματικότητα.[...] Στην εποχή μας, που δεσπόζουσα θέση έχουν οι θεωρίες «περί τέλους της Ιστορίας» και «τέλους της Ιδεολογίας», έχει διαμορφωθεί μια πλάνη που όλο και εξαπλώνεται με τη βοήθεια των ΜΜΕ. Αυτή την κατάσταση, που θέλει ν' αποδείξει πως ο άνθρωπος μπορεί να υπάρξει εκτός ιστορίας, αλλά εντός αγοράς, θα μπορούσαμε να τη λέγαμε α-ιστορία.[...] Η τηλεόραση, έτσι όπως χρησιμοποιείται, είναι η κουλτούρα του σκλάβου. Δεν αποχαυνώνεται, όπως συνηθίζεται να λέγεται, αλλά μέσα αποκεί εκπαιδεύεται. Μαθαίνει να αποποιείται τις ευθύνες του (δεν είμαι εγώ που θ' αλλάξω τον κόσμο), να αδιαφορεί για το είδος του (ο καθένας για πάρτη του), να βλέπει ανταγωνιστικά τον άλλον (όποιος πρόλαβε τον Κύριο είδε), να μην αισθάνεται μέλος κάποιας ανθρώπινης κοινότητας (και τι με νοιάζει εμένα τι γίνεται στη Ρουάντα), να γίνεται εχθρικός προς τη φύση (τσιμέντο να γίνει). Ο σκλάβος καταναλωτής είναι ένα εγωκεντρικό άτομο που φαντασιώνει τον κόσμο. Δεν τον αντιλαμβάνεται. Η τηλεόραση δραματοποιεί τις φαντασιώσεις του και του εμπεδώνει την παράνοια. Είναι ένα τίποτα και αισθάνεται πως γίνεται κάτι, αλλάζοντας αμάξι μ' ένα ακριβότερο και με περισσότερα λιλιά. Και η κατανάλωση μεγαλώνει την ανασφάλεια. Αισθάνεται διαρκώς απειλούμενος και ξοδεύει τεράστια ποσά για "αδιάρρηκτα" συστήματα ασφαλείας. Και το καλύτερο σύστημα ασφάλειας για τον σκλάβο είναι το αστυνομικό κράτος.
    [...]
    Μπορώ όμως να πω με σιγουριά: η βία, ο πόλεμος, η μισαλλοδοξία, οι φυλακές, τα βασανιστήρια είναι η έσχατη αθλιότητα του ανθρώπινου είδους, που τις ονομάζουν εθνοσωτήριες αρετές για να μπορούν να εγκληματούν χωρίς ενοχές. Θα έλεγα κι εγώ μαζί με τον Μπρεχτ: αλίμονο στη χώρα που έχει ανάγκη από ήρωες. Και θα πρόσθετα: αυτό σημαίνει πως δεν έχει πολίτες.

    ...



    parliament

    Τις μέρες τούτες, είδαμε στους δρόμους παιδιά κάθε λογής να καίνε, να ρημάζουν και να καταστρέφουν σχεδόν το καθετί στο πέρασμα τους. Είμαστε, σχεδόν, στο μη περαιτέρω. Η ώρα δεν ήρθε. Είμαστε όμως, οριακά...

    Μέσα σ’ όλα αυτά τα γεμάτα θυμό παιδιά, ήταν όλοι αυτοί οι νέοι που τους χτύπησε την πόρτα η οικονομία, η φτώχια, η ανεργία (έστω κι εν δυνάμει), η έλλειψη παιδείας κι εκπαιδευτικού συστήματος, τα πρότυπα υγειονομικού και ασφαλιστικού συστήματος, οι διεφθαρμένοι πολιτικοί δυνάστες, η διεφθαρμένη και δήθεν ανεξάρτητη δικαιοσύνη, ο ανύπαρκτος σωφρονισμός (γιατί η ανθρωπιά μιας χώρας, φαίνεται στο σωφρονιστικό της σύστημα, και το ίδιο το τελευταίο, είναι ο καθρέπτης της κοινωνίας), η βία, τα υποκινούμενα Μ.Μ.Ε., η εκκλησία κ.ο.κ.. Όμως όλα αυτά, ήταν τόσο λίγα, που έπρεπε να πληρώσουν και με το ίδιο τους το αίμα, αλλά και με την ίδια τους την ψυχή...

    Αλλοδαποί που χρόνια τώρα «έφαγαν» για τα καλά το ρατσισμό μας, μετανάστες που μίσησαν κάθε δύναμη καταστολής των ονείρων τους και της ελπίδας τους, παιδιά που τους έδωσαν το πάσης φύσεως όπιο για να εκτονώσουν την κοινωνική τους οργή.

    Αν όλοι αυτοί κατάφεραν κάτι, ήταν να ξεσηκώσουν όλους αυτούς τους αλλοτριωμένους αγωνιστές του Πολυτεχνείου από τους καναπέδες. Κι ας φώναξαν στο τέλος με αγανάκτηση. Ο νεποτισμός μπορεί να διαιωνιστεί, αλλά αυτό ήταν μόνο το μήνυμα. Η τελευταία πράξη του Δράματος, δεν παίχτηκε ακόμα... Αλλά είναι κοντά, για όλους εσάς που δε σεβαστήκατε ό,τι δανειστήκατε από την επόμενη γενιά...

    Κι αν η εξουσία φέρνει τυραννία, όπως τα πλούτη απληστία, όλες αυτές οι δυναστείες του νεποτισμού της μεταπολιτευόμενης Ελλάδας, έγιναν οι σύγχρονοι Δυνάστες μας...

    Δεν κάψανε τούτες τις μέρες οι Αναρχικοί (πως θα μπορούσαν άλλωστε!). Ήταν όλοι αυτοί οι καταπιεσμένοι του νεοελληνικού και του παγκόσμιου νεποτισμού. Οι αναρχικοί ήταν εδώ για να μας ανοίξουν τα υπνωτισμένα μάτια, όπως πάντοτε έκαναν. Ήταν εδώ για να μας δώσουν μια λάμψη φωτός στο νεφελώδη σκοταδισμό μας, για να δώσουν μια ικμάδα στον αποβιταμινωμένο οργανισμό αυτής της σάπιας κοινωνίας. Και καταπιεσμένοι, απλώς, τους ακολούθησαν και πήραν τη σκυτάλη.

    Κι όλα αυτά, ήταν μόνον ένα μήνυμα. Ένα απλό μήνυμα. Η μεγάλη έκρηξη έπεται και θα είναι εξίσου μηδενιστική όσο κατ’ ουσίαν ήταν η αφομοιωτική λαίλαπα αυτού του σάπιου συστήματος. Η ιστορική στιγμή δεν θ’ αργήσει, είναι τόσο κοντά, όσο και η οργή όλων των οριακά αξιοπρεπών (ακόμη) ανθρώπων που μέρες τώρα, στρέφοντο ενάντιων όλων αυτών των παιδιών που ήρθαν απ’ το μέλλον για να μας προϊδεάσουν για το αυριανό παρόν...




    Ο ΑΒΙΩΤΟΣ ΒΙΟΣ

    «Μάνα κουράγιο»

    «Χρονικό του Τριακονταετούς (1618-1648) πολέμου» ονομάζει ο Μπρέχτ τη «Μάνα κουράγιο» (Mutter Courage und ihre Kinder, 1938-9). Φυσικά, ο Μπρέχτ δεν κάνει «Ιστορία». Εμπνευσμένη απ’ τα αφηγήματα του Γερμανού ποιητή του 17ου αιώνα Grimmelshausen, (που ο ήρωας του, ο Simplizissimus, έχει μείνει «κλασσικός» στη γερμανική λογοτεχνία), η «Μάνα» είναι η τραγωδία των ανθρώπων εν πολέμω. Η εποχή και το κλίμα, όπου γράφτηκε, αποτελούν (μαζί με τα βασικά θεατρικά και κοινωνικά «πιστεύω» του Μπρέχτ) το κλειδί για την ερμηνεία της.

    Τότε, στα 1938, ο Μπρέχτ βρισκόταν εξόριστος στις Σκανδιναβικές χώρες. Εδώ και πέντε χρόνια, απ’ το 1933, περνούσε από τόπο σε τόπο - ίδια όπως η «Μάνα» σέρνει, από χώρα σε χώρα το καρότσι με τις πραμάτειες της και τη φαμίλια της. Σ’ αυτή τη γυναίκα, σ’ αυτή την ιστορία, σ’ αυτό το καρότσι, ο Μπρέχτ είδε το σύμβολο της εξορίας του - και της Εξορίας... Κ’ η εξορία αυτή γινόταν ακόμα τραχύτερη τώρα, επειδή βαριά σύννεφα μαζεύονταν πάνω απ’ την πατρίδα του κι απ’ την Ευρώπη ολόκληρη. Ο χιτλερισμός, που ο Μπρέχτ είχε αγωνιστεί να τον αποτρέψει, βασίλευε με διάτορες κραυγές στη Γερμανία. Και, το φοβερότερο, ο πόλεμος - που ο Μπρέχτ, μαζί με όλη την ανθρωπότητα είχε δοκιμάσει το σιδερένιο πέλμα του - πρόβαινε πάλι αναπότρεπτος στον ορίζοντα. Κι ο συγγραφέας - ο εξόριστος, ο κυνηγημένος, ο άστεγος - γράφει τη «Μάνα» : ένα έργο για τον πόλεμο, ένα έργο απ’ τον πόλεμο, ένα έργο ενάντια στον πόλεμο...

    Αλλά η «Μάνα» δεν είναι μια κοινή αντιπολεμική προπαγάνδα. Δεν είναι ένα δράμα με αντιπολεμική «θέση» όπου προβάλλονται μηχανικά οι καταστροφές του πολέμου και οι συμφορές των απλών ανθρώπων απ’ τον πόλεμο. Ο Μπρέχτ προχωρεί πολύ πιο βαθιά: εικονίζει το ρόλο που παίζουν οι «απλοί άνθρωποι» στον πόλεμο. Ενεργητικά και παθητικά... Δεν τους παρουσιάζει μόνο σαν «θύματα» του πολέμου. Είναι «δράστες» του κι αυτοί. Ακούσιοι, βέβαια, αλλά δράστες μια φορά... Δεν είναι ολότελα «αθώοι». Έχουν κι αυτοί την «ενοχή» τους. Μόνο που, σ’ αυτήν, τους σπρώχνει η αναπότρεπτη Α ν ά γ κ η :

    Οι απλοί, «μικροί» άνθρωποι βρίσκονται, χωρίς να τους ρωτήσει κανένας, μπερδεμένοι στα γρανάζια του Πολέμου. Βλέπουν τους «μεγάλους» να υποκινούν και να οργανώνουν τον πόλεμο, να κερδίζουν απ’ αυτόν - και καταλαβαίνουν πως, μια και δε μπορούν να ξεφύγουν απ’ την τανάλια του, πρέπει κι αυτοί να κερδίσουν κάτι απ’ τον πόλεμο, ειδεμή θ’ αφανιστούν. Και κάνουν τη «μεγάλη συνθηκολόγηση», τον υποχρεωτικό συμβιβασμό, που τραγουδά η ηρωίδα: πασχίζουν να μεταμορφώσουν το Θάνατο σε κέρδος. Γίνονται κι αυτοί έμποροι του πολέμου. Ώ, μικροί έμποροι, με φτωχά κέρδη, με τιποτένιο «αλισβερίσι» - μα είναι η μόνη λύση που τους μένει. «Ο πόλεμος - φτάνουν να παραδεχτούν - τρέφει καλύτερα τους ανθρώπους... ο πόλεμος γίνεται για το καλό του εμπορίου».

    Έτσι και για την Άννα Φίρλινγκ, τη «Μάνα», την καντινιέρα, που γυρίζει με το καρότσι της όλα τα στρατόπεδα και πουλάει την πραμάτεια της σ’ όλους τους στρατούς: ο πόλεμος είναι το ψωμί της. Αφού δε μπορεί να τον αποφύγει, του γυρεύει να την ταΐσει. «Αν πρέπει να περπατήσουμε στο θάνατο - λέει - θέλουμε, τουλάχιστο, καλά παπούτσια»... Και φτάνει να σημαίνει η ίδια το προσκλητήριο της σφαγής:
    «Η άνοιξη έρχεται, σηκωθείτε Χριστιανοί!
    Το χιόνι λιώνει πάνω απ’ τους πεθαμένους.
    Και καθετί, που σέρνεται ακόμα στα πόδια του,
    ξαναρχίζει τον πόλεμο, πάνω στους μεγάλους δρόμους».

    Όπως η καλή Σέν-Τέ στον «Καλόν Άνθρωπο του Σέτσουαν» συμβιβάζεται με την Κακία, όπως ο σοφός Γαλιλαίος στο ομώνυμο δράμα συμβιβάζεται με τον τυφλό δογματισμό, όπως ο απλός Γκάλυ Γκαίη στο «Ο άντρας είναι άντρας» συμβιβάζεται με τη Βία - έτσι κ’ η Άννα Φίρλινγκ συμβιβάζεται με τον Πόλεμο και το Θάνατο. Είναι η Συνθηκολόγηση των ανθρώπων με τις ζοφερές Δυνάμεις, για να μπορέσουν να σταθούν, έστω και παραπατώντας στη ζωή...

    Αλλά οι συνθηκολογήσεις έχουν βαρύ τίμημα. Όποιος κερδίζει απ’ τον Πόλεμο, πρέπει να του πληρώσει και το φόρο του. Ακόμα κ’ οι πιο μικροί, οι πιο «κακοί έμποροι». Προπάντων αυτοί. Κ’ η Άννα Φίρλινγκ θα πληρώσει. Θ’ αγοράσει το ταπεινό κέρδος, με το ακριβότερο νόμισμα: τη ζωή των παιδιών της. Όσο θα κρατάει αυτό το «δούναι και λαβείν» της με τον Πόλεμο, αυτός «ο διάλογος της με το Θάνατο», τα παιδιά της θα χαθούν ένα - ένα και θα την αφήσουν μόνη, παντέρμη, να σέρνει το άδειο καρότσι της στ’ ατέλειωτα πεδία της ατέλειωτης σφαγής... Σπρωγμένη απ’ την ανάγκη της ζωής, προσπάθησε να ζήσει από το Θάνατο, ώσπου ο θάνατος της αφαιρεί το μόνο φως της ζωής της: τη Μητρότητα...

    Κ’ η βουβή καρτεριά της, η υποταγή της σ’ αυτή τη θανάσιμη Μοίρα, είναι πιο άγρια, πιο ανατριχιαστική, πιο «επαναστατική» διαμαρτυρία για τη φρίκη και την αφροσύνη του πολέμου, από μυριάδες αντιπολεμικές κραυγές και «σημαίες».

    Κατάμονη στους γυμνούς δρόμους, δεν της μένει άλλη συντροφιά, άλλη παρηγοριά απ’ το τραγούδι της:

    «Στην ήττα ή στη νίκη,
    όλοι βγαίνουμε χαμένοι.
    Ντυμένοι κουρέλια, τρώγοντας ακαθαρσίες,
    λέμε σφίγγοντας τα δόντια:
    Ένα θαύμα
    πρέπει να γίνει, ας μείνουμε στις γραμμές μας!»

    Μάριος Πλωρίτης, Πρόσωπα του νεώτερου δράματος
    Γαλαξίας - Εκδόσεις ΕΡΜΕΙΑΣ (σελ. 88-92).





    copy is right, as long as left is right...
    Contact: Zedakoc-at-gmail.com