- Ένα εξουσιαστικά μεταλλαγμένο ζόμπι, που η ύπαρξη του εξαντλείται στα χέρια, τα πόδια, το περίστροφο, το κλομπ, κάποια γεννητικά όργανα (ανύπαρκτης ή αμφίβολης λειτουργικότητας) και έναν απλαστικό εγκέφαλο (ο οποίος διευκολύνει αφάνταστα την επιτέλεση του θεάρεστου λειτουργήματος του βασανιστή).
- Μια διεστραμμένη ψυχοπαθητική προσωπικότητα, ένα φρανκενσταϊνικό μείγμα Παπαχρόνη, Ντάλτον, Νταβέλη και κουτσαβάκη, που προγραμματίζεται εξουσιαστικά για να εκδηλώνει μια ανεξέλεγκτη καταστρεπτική επιθετικότητα και να δηλώνει ξεδιάντροπα με χίλιους τρόπους ότι (αυτό, το διανοητικά υπολειπόμενο ζόμπι) είναι το ευνοούμενο εκτελεστικό όργανο της εξουσίας και έχει εξοπλιστεί με το αποκλειστικό δικαίωμα «να γαμάει και να δέρνει», και αντιστρόφως.
- Ένα αποκρουστικό ανθρωποειδές (που η εμφάνιση του και μόνο, θίγει την αισθητική και προσβάλλει την αξιοπρέπεια και μόνο κάθε πολιτισμένου ανθρώπου), το οποίο, με την αλαζονεία, τις κουτσαβάκικες κινήσεις, το ηλίθιο βλέμμα και τον πρωτόγονο λόγο του, εκτοξεύει εναντίον της κοινωνίας την αφόρητη χυδαιότητα, το απύθμενο κενό, την τρομακτική βαρβαρότητα και το καταχθόνιο ψυχοδιανοητικό του σύμπαν.
Μέσα από τις προηγούμενες δημοσιεύσεις, έγινε μια προσπάθεια ανάδειξης κάποιων ιστορικών κινημάτων, καθώς και του μπολσεβικικού ολοκληρωτισμού, γεγονός που αποσκοπούσε στην τελική ανάδειξη της ιδέας της αυτονομίας, ως τον μοναδικό ορθό τρόπο θέσμισης της κοινωνίας. Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια φιλόδοξη προσπάθεια επεξήγησης του προτάγματος της αυτονομίας και κρίνω χρήσιμο να θεωρηθεί ως ενός είδους μανιφέστο, ανεξαρτήτα αν αποτελεί την ταυτότητα της πολιτικής ομάδας "Αυτονομία ή Βαρβαρότητα".
ΜΠΟΛΣΕΒΙΚΙΣΜΟΣ: ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΙΑ (Η Ιστορία εκδικείται...)
του Κλεάνθη Γρίβα
Αλλά, από μια τραγική συγκυρία, οι τέως κομματικοί παλαιο-μαφιόζοι μεταλάχθηκαν σε νεο-μαφιόζους, και μεταμορφώθηκαν εν μια νυκτί σε νέα κυρίαρχη τάξη, χάρη στις εξελίξεις που δρομολογήθηκαν από μια ατέλειωτη στρατιά τέως κομμουνιστών (ξεκινώντας από τον «μοιραίο» Γκορμπατσόφ και καταλήγοντας στον αλκοολικό Μπορίς Γιέλτσιν).
Πρώτο χρέος των θυμάτων του ολοκληρωτισμού είναι να καθιστούν σαφές το τι είναι ο ολοκληρωτισμός και έσχατη υποχρέωση των υποστηρικτών του είναι η συγγνώμη και η σιωπή (έαν, φυσικά, μπορούν να νοιώσουν ντροπή ή ενοχή γιά τη συμμετοχή τους στην οικοδόμηση και τη στήριξη των -όπυ γης- αποτρόπαιων, εγκληματικών και ανθρωποβόρων καθεστώτων που ματώνουν την ιστορία του ανθρώπινου είδους).
Η ιστορία του ολοκληρωτισμού, ανεξαρτήτως χρώματος, είναι η ιστορία της αλληλοδιαδοχής των πυρών της Ιερής Εξέτασης, των Αουσβιτς και των Γκουλάγκ που στήνονται από επιτήδειες και ανενδοίστες μαφίες στο όνομα της υπεράσπισης της μόνης «αληθινής πίστης» σε κάποιους ανύπαρκτους «μόνους αληθινούς νόμους» του θεού, της φυλής ή της ιστορίας, που τους κατέχουν και τους διαχειρίζονται μονοπωλιακά οι επίλεκτοι απαράτσικ της Εκκλησίας, του Ναζισμού και του Κομμουνισμού, κραδαίνοντας το σταυρό, τη σβάστικα ή το σφυροδρέπανο.
Αλλά όταν ανατρέπεται ο μηχανισμός και κονιορτοποιείται η μυθολογία του, οι «διανοούμενοι» υπηρέτες του ιερατείου του μάταια πασχίζουν να περισώσουν κάποια ψήγματα από τον πυρήνα της θλιβερής τους ύπαρξης, κάνοντας ένα «ποιοτικό άλμα» από τα αηδιαστικά ουρανομήκη Gloria προς τον εκάστοτε πατερούλη-αφέντη τους στα εμετικά κακότεχνα «κριτικά» Requiem, σύμφωνα με όλους τους αρμονικούς και αντιστικτικούς κανόνες της μονότονης και κουραστικά επαναλαμβανόμενης «συμφωνίας» της έσχατης αθλιότητας και της αναξιοπρέπειας των υμνωδών του ολοκληρωτισμού.
Στις 25 Οκτωβρίου 1917 (7 Νοεμβρίου 1917), οι μπολσεβίκοι κατέλαβαν πραξικοπηματικά την εξουσία και σχημάτισαν αμιγώς μπολσεβίκικη «προσωρινή» κυβέρνηση με πρόεδρο τον Λένιν, υπουργό εξωτερικών τον Τρότσκι και υπουργό εθνοτήτων τον Στάλιν, παρά το γεγονός ότι αποτελούσαν μιά ασήμαντη μειοψηφία σε σχέση με τα άλλα κόμματα που λειτουργούσαν στο πολιτικό περιβάλλον που διαμόρφωσε η Επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917.
Ο χαρακτηρισμός της κυβέρνησης των μπολσεβίκων ως «προσωρινής», συνιστούσε ένα τακτικό ελιγμό που απέβλεπε στην αποδυνάμωση των αντιδράσεων των πολιτικών τους αντιπάλων: Οι κομμουνιστές θα απαλείψουν τον όρο «προσωρινή» από κάθε επίσημη ή ανεπίσημη αναφορά στην κυβέρνησή τους, ευθύς μόλις σταθεροποιηθούν στην εξουσία με την τρομοκρατία.
Στις 11 Νοεμβρίου 1917, οι διογκούμενες αντιδράσεις των άλλων κομμάτων στο πραξικόπημα των μπολσεβίκων, εξανάγκασαν τον Λένιν να προτείνει «διεύρυνση της κυβέρνησης με συμμετοχή των Εσέρων και των Μενσεβίκων» (δηλαδή, τη «διεύρυνση» της κυβέρνησης ενός μειοψηφούντος κόμματος με τη με τη «συμμετοχή» των κομμάτων που έχουν την εμπιστοσύνη της συντριπτικής πλειοψηφίας των εκλογέων), αποσαφηνίζοντας έτσι την απόφαση των μπολσεβίκων να μονοπωλήσουν την εξουσία και να εκμηδενίσουν με κάθε δυνατό τρόπο όλους τους πολιτικούς τους αντιπάλους.
Στις αντιδράσεις των άλλων πολιτικών δυνάμεων στα δικτατορικά σχέδια του Λένιν, προστίθενται και οι αντιθέσεις που αναφύονται στο εσωτερικό του μηχανισμού της νεότευκτης εξουσίας: Στις 4 (14) Δεκεμβρίου 1917, τέσσερις κομμουνιστές υπουργοί (Ναγκίν, Ρίκοφ, Μιλιούπιν και Θεοδώροβιτς) υποβάλλουν την παραίτησή τους στην οποία σημειώνουν ότι:
«Η σοσιαλιστική κυβέρνηση είναι απαραίτητο να σχηματισθεί με τη συμμετοχή όλων των σοβιετικών κομμάτων... Θεωρούμε πως εκτός απ' αυτό το δρόμο, δεν υπάρχει παρά μιά μονάχα διέξοδος: η διατήρηση μιάς κυβέρνησης καθαρά μπολσεβίκικης με μέσο την πολιτική τρομοκρατία. Προς αυτή την κατεύθυνση κινείται το Σόβιετ των Επιτρόπων του Λαού. Δεν μπορούμε και δεν θέλουμε να τους ακολουθήσουμε. Εχουμε επίγνωση ότι αυτό οδηγεί στην εγκαθίδρυση ενός ανεύθυνου κράτους και στη συντριβή της επανάστασης και της χώρας».
Κόμματα % Εδρες
Σοσιαλεπαναστάτες (Εσέροι) (21 εκατ. ψήφοι) 58% 410 έδρες
Σοσιαλδημοκράτες (Μενσεβίκοι) 4% 16 έδρες
Συνταγματικοί Δημοκράτες (Καντέ) 5% 17 έδρες
Άλλοι αντιμπολσεβίκικοι πολιτικοί σχηματισμοί 12% 84 έδρες
Κομμουνιστές (Μπολσεβίκοι) 25% 175 έδρες
(Η άθροιση των ποσοστών δίνει 102%. Προφανώς, οι μπολσεβίκοι δεν είχαν ακόμη ασκηθεί στην εκλογική μαγειρική)
Αντιμέτωπος με την πλήρη άρνηση του εκλογικού σώματος να επικυρώσει τη δικτατορία του, ο Λένιν (που δεν ήταν διατεθειμένος να παραχωρήσει την εξουσία που μόλις πριν λίγο κατέλαβε πραξικοπηματικά) επιχείρησε ένα δεύτερο πραξικόπημα, μιά αντεπανάσταση μέσα στην αντεπανάστασή του:
• Θέτει εκτός νόμου το κόμμα των Συνταγματικών Δημοκρατών (Καντέ) και εξαπολύει ένα πρωτοφανές κύμα συλλήψεων των μελών και των στελεχών του, που όμοιό του δεν είχε επιχειρηθεί ποτέ από το προηγούμενο τσαρικό καθεστώς.
• Καταργεί την ελευθεροτυπία γιά όλα τα κόμματα πλήν του δικού του.
• Διαλύει τη Συντακτική Συνέλευση.
• Καταγγέλει τις αστικές ελευθερίες ως «τυπικές» και τον κοινοβουλευτικό θεσμό ως «απάτη», και ανοίγει έτσι το δρόμο γιά την εγκαθίδρυση του μονοκομματικού του κράτους.
Κι όλα αυτά σε απόλυτη συνέπεια με τις διακηρυγμένες απόψεις του ότι «ο κοινοβουλευτισμός πνίγει την αυτόνομη πολιτική ζωή των μαζών» γιατί «μοναδικός σκοπός του κοινοβουλίου είναι η εξαπάτηση του λαού».
Σύμφωνα με τη εξουσιοφρενική λογική του Λενινισμού, τα πράγματα είναι υπέρ του δέοντος απλά, πέρα από τις όποιες ψευτοθεωρητικές ανησυχίες των κομμουνιστών «διανοουμένων» περί ταξικής πάλης, ταξικής συνείδησης, ταξικής πρωτοπορίας, κλπ. Ο Λένιν τα αντιπαρέρχεται όλα αυτά με περιφρόνηση, αποφαινόμενος ότι:
«Mετά την επανάσταση του 1905, 130.000 μεγαλογαιοκτήμονες κυβερνούσαν τη Ρωσία. Γιατί τάχα 240.000 μπολσεβίκοι δεν μπορούν να κυβερνήσουν γιά τα συμφέροντα των φτωχών;».
Ετσι, με βάση τη διαλεκτική της ολοκληρωτικής παράνοιας, η οργάνωση της κοινωνίας ανάγεται σε ζήτημα απλής αριθμητικής: Εάν οι 130.000 μπορούσαν, για ποιό λόγο δεν μπορούν οι 240.000; Για έναν «ρεαλιστή» κομμουνιστή ηγέτη δεν έχει καμιά σημασία το «πώς». Η δικαιολόγησή του αφήνεται στον εσμό των διανοούμενων-κομματικών υπαλλήλων που δουλειά τους είναι η παραγωγή νεφελωδών απολογητικών ιεδολογημάτων.
Στις 20 Δεκεμβρίου 1917, ο Λένιν και οι συνεργάτες του συγκροτούν το σημαντικότερο αντιστήριγμα της δικτατορίας τους: Ανακοινώνουν την ίδρυση της πολιτικής αστυνομίας τους, της διαβόητης Τσε-Κα (Εκτακτη Πανρωσική Επιτροπή Προστασίας της Επανάστασης κατά της Αντεπανάστασης και της Υπονόμευσης), και αναθέτουν την οργάνωσή της στον περιβόητο Φελίξ Ντερζίνσκι, αδίστακτο θιασώτη της «κομματικής βιομηχανίας» του εγκλήματος και της τρομοκρατίας. Προάγγελος της Γκεστάπο, η Τσε-Κα έμελλε να αποδειχθεί το πιό αποτελεσματικό από τα πολιτικά εργαλεία του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού.
Προορισμένη να χρησιμοποιηθεί ως «τιμωρό ξίφος της επανάστασης», η Τσε-Κα αναγορεύθηκε ευθύς εξαρχής σε θεσμό απονομής μιας απεριόριστα αυθαίρετης «εξωδικαστικής δικαιοσύνης», στόν οποίο ανατέθηκε «η παρακολούθηση, η σύλληψη, η ανάκριση, η δίκη, η καταδίκη και η εκτέλεση» οποιουδήποτε πολίτη, χωρίς τους περιορισμούς και τις εγγυήσεις της δικαστικής διαδικασίας (που είχε θεσπιστεί και ήταν σεβαστή από το προηγούμενο τσαρικό καθεστώς), σύμφωνα μόνο με τα εκάστοτε συμφέροντα και τις σκοπιμότητες του μπολσεβίκικου κόμματος που διακατείχε μονοπωλιακά την εξουσία.
Η πολιτική αστυνομία (που μετονομάζεται αλληλοδιαδόχως σε Τσε-Κα, GPU, NKVD, KGB) δεν ήταν μόνο το κυριότερο στήριγμα της κομμουνιστικής δικτατορίας. Ηταν, επιπλέον και ο μεγαλύτερος επιχειρηματίας αυτού του καθεστώτος, από την έναρξη του εμφυλίου πολέμου και μετά.
Οπως προκύπτει από επίσημες πηγές, το 1941, η πολιτική αστυνομία του κομμουνιστικού καθεστώτος διαχειριζόταν (α) το απέραντο δίκτυο των στρατοπεδων καταναγκαστικής εργασίας και θανάτου που λεριτουργούσε υπό τον έλεγχο της υπηρεσίας GULAG (Κεντρική Διεύθυνση Στρατοπέδων), ένα συνεχώς ανανεούμενο και άνευ κόστους, ανθρώπινο δυναμικό που ξεπερνούσε τους 20 εκατομμύρια ανθρώπους, οι οποίοι ήταν έγκλειστοι στα στρατόπεδα, και (β) το 14% του κεφαλαίου που επενδυόταν στην σοβιετική Ρωσία. (!)
Στην περίοδο 1917-1921, κατά την οποία η χώρα αντιμετώπισε ένα διετή εμφύλιο πόλεμο, οι μπολσεβίκοι, παραβιάζοντας βάναυσα κάθε συνταγματική δέσμευση, επέβαλαν το μονοπώλιό της στην πολιτική σκηνή, θέτοντας εκτός νόμου τους Σοσιαλεπαναστάτες (Εσέρους), τους Μενσεβίκους, τους Αναρχικούς και κάθε πολιτικό σχηματισμό που θα μπορούσε να τους εναντιωθεί.
Το 1921 ήταν μια πολύ κρίσιμη χρονιά για το μπολσεβίκικο ολοκληρωτισμό, που σφραγίστηκε από δύο σημαντικά γεγονότα. Στις αρχές αυτού του χρόνου:
• Εκδηλώθηκε η τελευταία από τις γνωστές μαζικές αντιστάσεις των Ρώσων εργαζομένων στο καθεστώς των Μπολσεβίκων και, συγχρόνως,
• Συνήλθε το 10ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος στο οποίο διαμορφώθηκε, επικυρώθηκε και θεσμοποιήθηκε ο ειδικός λενινιστικός τρόπος άσκησης της εξουσίας που αργότερα θα πολιτογραφηθεί ως «σταλινισμός».
Οπως προκύπτει από τα πρακτικά του Συνεδρίου, ο Στάλιν, ο πλέον αυθεντικός και συνεπής εκφραστής της λενινισμού στις τρείς δεκαετίες που θ' ακολουθήσουν, έπαιξε έναν εντελώς δευτερεύοντα ρόλο σ' αυτό:
Ολες οι αποφάσεις του 10ου Συνεδρίου που εγκαθίδρυσαν το πλέγμα των θεσμών οι οποίοι συνθέτουν αυτό που, εν συνεχεία, αποκλήθηκε σταλινισμός, προτάθηκαν ή ψηφίστηκαν από τον Λένιν και τον Τρότσκι.
Στις 23-28 Φεβρουαρίου 1921, στην Πετρούπολη (όπου, σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές, οι πραγματικοί μισθοί των εργατών είχαν μειωθεί στα 8,9% των μισθών του 1913) ξέσπασαν μαζικές απεργίες, τις οποίες οι κομμουνιστές προσπάθησαν να καταστείλουν κηρύσσοντας την πόλη σε «κατάσταση πολιορκίας».
Στις 7-18 Μαρτίου 1921, εκδηλώθηκε εξέγερση των ναυτών και των εργατών της Κροστάνδης, το τελευταίο «φωτεινό διάλλειμμα» ενός ετοιμοθάνατου κοινωνικού οργανισμού, που οι μπολσεβίκοι μετέτρεψαν σε επιθανάτιο ρόγχο με τη δύναμη των όπλων και της τρομοκρατίας.
Από μιά τραγική ειρωνεία, κατά το γιορτασμό της 50ης επετείου της Παρισινής Κομμούνας (1871), οι πραιτωριανοί της Τσε-Κα και των τμημάτων του «Κόκκινου Στρατού» που είναι πιστά στο καθεστώς, καθοδηγούμενοι από εκείνους που αυτοπροβάλλονται ως «κληρονόμοι της Κομμούνας», αποδύθηκαν σε μιά θηριώδη καταστολή της εξέγερσης της Κροστάνδης, στο πλαίσιο μιας στρατιωτικής επιχείρησης που αποφασίστηκε και σχεδιάστηκε από τον Λένιν, καλύφθηκε πολιτικά από τον Τρότσκι και διευθύνθηκε από τον Τουχατσέφκι. Απ’ αυτούς:
• O Νικολάι Λένιν (κατά κόσμον, Βλαντιμίρ Ιλιτς Ουλιάνοφ) θα καταλήξει τον Ιανουάριο 1924 από εγκεφαλικό, ενώ βρίσκεται σε καθεστώς επιτήρησης από τον Στάλιν.
• O στρατάρχης Τουχατσέφσκι, αρχηγός του ρωσικού επιτελείου στρατού θα εκτελεστεί από τον Στάλιν το 1937 ως «συνεργάτης των Γερμανών» (μέσα σε λίγους μήνες, συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν ως «συνεργάτες των Γερμανών» 3 από τους 5 στρατάρχες του ρωσικού στρατού, 13 από τους 15 αρχηγούς στρατιάς, 57 από τους 85 διοικητές σωμάτων στρατού, 110 από τους 195 στρατηγούς μονάδων και χιλιάδες κατώτεροι αξιωματικοί).
• Ο Λεον Τρότσκι (κατά κόσμον, Λέβ Νταβιντοβιτς Μπρονσταιν) θα δολοφονηθεί στις 21-8-1940 στο Μεξικό, από τον πράκτορα της NKVD (KGB) Ραμόν Μερκαντέρ που του συνέτριψε το κεφάλι μ’ ένα τσεκούρι (ο δολοφόνος θα αμειφθεί από τους σοβιετικούς εργοδότες του με το παράσημο του «ήρωα της σοσιαλιστικής εργασίας» και ισόβια σύνταξη).
Η εξέγερση των εργαζόμενων κατά της κομμουνιστικής δικτατορίας και οι εργασίες του 10ου Συνεδρίου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ρωσίας σηματοδότησαν την ενηλικίωση του μπολσεβικισμού ως ειδικού τρόπου άσκησης της εξουσίας, με την ολοκληρωτική υποδούλωση της κοινωνίας σε μιά μονοκομματική, μονολιθική και απεριόριστα ανεξέλεγκτη και αυθαίρετη κρατική εξουσία, ο οποίος κακώς αποδόθηκε αργότερα ως σταλινισμός.
Γιατί, εάν με τον όρο «σταλινισμός» υποδηλώνεται η θεωρία και η πρακτική μιάς γραφειοκρατίας που πραγματοποίησε την πιό τρομακτική συγκέντρωση, την πιό τρομοκρατική διαχείριση και το πιό ολοκληρωτικό μονοπώλιο της εξουσίας στη γνωστή ιστορία του ανθρώπινου είδους, τότε είναι ολοφάνερο ότι αυτός ο «σταλινισμός» αποτελεί την πεμπτουσία του κομμουνισμού και είναι συνώνυμος του Λενινισμού από θεωρητική και πρακτική, ιδεολογική και οργανωτική, πολιτική και ιστορική άποψη. Κι όπως είναι ευνόητο, αυτός ο «σταλινισμός» δεν δημιουργήθηκε από τον Στάλιν: Η θεωρητική, οργανωτική και πολιτική πατρότητά του ανήκει στον Λένιν και βασικό εκτελεστικό του όργανο ήταν ο Τρότσκι, πολύ πριν τον επωμισθεί ο «πατερούλης των λαών» Ιωσήφ Βησαριόνοβιτς Τσουχατβίλι (Στάλιν).
Το 1922 συνήλθε το 11ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ρωσίας στο οποίο, πρωτοστατούντος του Λένιν καταψηφίζεται (με ψήφους 223 κατά και 89 υπέρ) η πρόταση να καταργηθούν οι περιοώνυμες Επιτροπές Ελέγχου (δηλαδή, οι επιτροπές εσωκομματικού χαφιεδισμού, αστυνόμευσης και φακελλώματος).
• Στις 3 Απριλίου 1922, ο Στάλιν διορίζεται γενικός γραμματέας του κόμματος, με σύμφωνη γνώμη του Λένιν.
• Τον Μάιο 1922, με πρωτοβουλία του Λένιν και πάλι, θεσπίζεται ένας ιδιότυπος τρομοκρατικός Ποινικός Κώδικας που αντιμετωπίζει την απεργία και την παραβίαση των κανόνων της εργατικής πειθαρχίας ως σοβαρότατα ποινικά αδικήματα, και καθιερώνει βαρύτατες ποινές γιά την κλοπή εμπορευμάτων.
Ο Στάλιν ακολουθώντας το δρόμο του προκατόχου του, μεταξύ 1930 και 1932 απλώς θα αναθεωρήσει επί το αυστηρότερον τις προβλεπόμενες σχετικές κυρώσεις:
• Θεσπίζει την ποινή του θανάτου για το αδίκημα της κλοπής εμπορευμάτων.
• Αναγορεύει την απεργία σε «έγκλημα εσχάτης προδοσίας» που τιμωρείθται με θάνατο (7 Αυγούστου 1932).
• Καθιερώνει ποινές από 10 χρόνια μέχρι θάνατο γιά τις παραβιάσεις των κανόνων της εργασιακής πειθαρχίας.
Στη συνέχεια, θα ολοκληρώσει την πλήρη καθυπόταξη των εργαζομένων στη θέληση της κυρίαρχης γραφειοκρατίας, με μιά σειρά από διοικητικά μέτρα, όπως:
• Η κατάργηση των επιδομάτων ανεργίας (23.9.1930).
• Η απόλυση του εργαζόμενου για απουσία μιας μέρας από την εργασία του, πράγμα που συνεπάγεται απώλεια της κατοικίας και των δελτίων τροφίμων (Νοέμβριος 1932).
• Η κατάργηση του δικαιώματος αλλαγής δουλειάς (Δεκέμβριος 1930).
• Η καθιέρωση του εσωτερικού διαβατηρίου (Νοέμβριος 1932), κ.α.
Αλλά, παρά την τρομοκρατία, εκδηλώνεται ενεργητική αντίσταση εναντίον της κομμουνιστικής δικτατορίας και «μεταξύ των ετών 1922 και 1923, 150.000 εργαζόμενοι συμμετέχουν σε 500 απεργίες με αποτέλεσμα την απώλεια 322.000 εργάσιμων ημερών».
Το 1923 (12ο Συνέδριο ΚΚΡ), σ' εφαρμογή της διακήρυξης του Λένιν ότι «τα σόβιετ είναι απλά μέσα εξυπηρέτησης των σκοπών του κόμματος», τα Συνδικάτα καθιερώνονται οριστικά ως απλοί ιμάντες μεταβίβασης των διαταγών του κομματικού κέντρου στους εργάτες. Αυτό είναι απολύτως φυσικό για ένα καθεστώς που οργάνωσε και επέβαλε την αγριότερη εκμετάλλευση που γνώρισε η εργατική τάξη στην ιστορία της:
• Μεταξύ 1917 και 1924, επί της βασιλείας του Λένιν, και ενώ η χώρα μαστίζεται από την υποπαραγωγικότητα και την ανέχεια, το παρασιτικό στρώμα των κρατικών υπαλλήλων αυξάνεται από 1 εκατομμύριο το 1917 σε 2,7 εκατομμύρια το 1924 (ποσοστό αύξησης 170%) έναντι 1,6 εκατομμυρίων βιομηχανικών εργατών.
• Παράλληλα, την ιδια περίοδο ο αριθμός των προνομιούχων, μελών του «κόμματος της εργατικής ταξης» αυξάνεται από 23.000 το Φεβρουάριο του 1917 σε 485.000 το 1924 (δηλαδή, αυξάνεται κατά 2.280% μέσα σε 7 χρόνια). Απ' αυτούς περίπου 40% είναι υπάλληλοι και 30% αγρότες.
Σίγουρα κανείς δεν μπορεί να ψέξει τον Λένιν ότι απέκρυψε τους σκοπούς του, τη στιγμή που ήδη από το 1902 επέμενε ότι «το Κόμμα είναι ένα τεράστιο εργοστάσιο μ' επικεφαλής έναν διευθυντή, την Κεντρική Επιτροπή... Χάρη σ' αυτή τη σχολή του εργοστασίου, η πειθαρχία και η οργάνωση είναι αφομοιώσιμη πολύ πιό εύκολα από το προλεταριάτο παρά από τους διανοούμενους», ενώ στις παραμονές του Οκτωβριανού Πραξικοπήματος του 1917, επαναβεβαίωνε τη μονομανιακή εμμονή του στο «εργοστασιακό μοντέλο» και σκιαγραφούσε συνοπτικά, περιεκτικά και με σαφήνεια την κοινωνία που οραματιζόταν, διακηρύσσοντας ότι «η κοινωνία του μέλλοντος θα είναι ένα γραφείο και ένα εργοστάσιο».
Το ίδιο ραγδαία με την υπαλληλοποίηση αναπτύσσεται και η γκουλακοποίηση: Πολύ πιο μεθοδικοί και ανενδοίαστοι από τους Τσάρους, οι Κομμουνιστές, αμέσως μετά την κατάληψη της εξουσίας, θα δημιουργήσουν ένα τεράστιο δίκτυο στρατοπέδων συγκέντρωσης, καταναγκαστικής εργασίας και θανάτου (που θα περάσει στην ιστορία με τον αποτρόπαιο όρο GULAG, από τον επίσημο τίτλο της υπηρεσίας «Κεντρική Διεύθυνση Στρατοπέδων») και θα εκτινάξουν σε απρόσμενα ύψη τον αριθμό των εξορίστων οι οποίοι από 15.000 το 1905 (χρονιά που, λόγω της Επανάστασης, χαρακτηρίζεται από μιά ιδιαίτερη αύξηση των διώξεων που υφίστανται οι αντιπολιτευόμενοι στον τσαρισμό), θα φτάσουν σταδιακά στο 1.000.000 το 1922 και στα 6.000.000 το 1935 (σύμφωνα πάντοτε με τα επίσημα στοιχεία, γιατί με βάση ανεπίσημες πηγές ο αριθμός ήταν τουλάχιστον τριπλάσιος).
Τα στρατόπεδα του θανάτου εγκαθιδρύθηκαν από τον Λένιν το 1918 και τέθηκαν ευθύς εξαρχής υπό τον έλεγχο της Τσε-Κα, όπως προκύπτει από την εισήγηση του αρχηγού της πολιτικής αστυνομίας Φελίξ Ντερζίνσκι στην Κεντρική Επιτροπή του κόμματος, τον Φεβρουάριο του 1919:
«Προτείνω τη διατήρηση των στρατοπέδων συγκέντρωσης και τη χρησιμοποίηση της εργασίας των κρατουμένων, των ατόμων χωρίς σταθερή απασχόληση,καθώς και όσων αδυνατούν να εργαστούν χωρίς καταναγκασμό».
Κι ο Λένιν τον συμπλήρωνε υποστηρίζοντας ότι «πρέπει να πατάσσεται αμείλικτα κάθε απόπειρα αναρχίας από μέρους των μέθυσων, αλητών, αντεπαναστατών και άλλων προσώπων, γιατί μοναδικός γενικός σκοπός είναι η εκκαθάριση της ρωσικής γής από κάθε βλαβερό έντομο... Σε ποιά συνοικία μεγάλης πόλης, σε ποιό εργοστάσιο, σε ποιό χωριό δεν υπάρχουν σαμποτέρ... που παριστάνουν τους διανοούμενους;». Και πρότεινε «να τους δίνουν κίτρινες ταυτότητες μετά την έκτιση της ποινής τους... να τουφεκίζουν τους χαραμοφάηδες... (και να τους επιβάλουν) φυλακή ή τιμωρία σε καταναγκαστικά έργα βαρύτατης μορφής».
Για να εξασφαλίσει την εφαρμογή αυτών των διακηρύξεών του, ο πρωτεργάτης του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού Νικολάι Λένιν οργάνωσε τη σχετική «άμιλλα», υπογράφοντας το 1919 ένα διάταγμα με το οποίο ιδρυόταν από ένα στρατόπεδο για 2 έως 3 χιλιάδες κρατούμενους σε όλες τις πρωτεύουσες των νομών.
Αλλά αυτός ο αριθμός των στρατοπέδων συγκέντρωσης και θανάτου πολύ γρήγορα αποδείχθηκε ανεπαρκής, δεδομένου ότι μετά από ένα χρόνο πολλά απ' αυτά τα στρατόπεδα έφτασαν να «φιλοξενούν» πάνω από 100 χιλιάδες κρατούμενους το καθένα.
Το απέραντο δίκτυο απ’ αυτά τα απειράριθμα «ευαγή ιδρύματα» που κάλυψε ολόκληρη τη χώρα και πέρασε στην ιστορία με το όνομα GULAG (από τα αρχικά των λέξεων «Κεντρική Διεύθυνση Στρατοπέδων), ταυτίστηκε απολύτως με τον κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό ως «πρώτου διδάξαντος» και ο εφιάλτης του αποτελεί τη μόνη κληρονομιά του λενινισμού στην ανθρωπότητα.
Από το 1922, η κομμουνιστική οργάνωση της «βιομηχανίας του θανάτου» αυξάνει τόσο δραματικά τον αριθμό και τον όγκο των στρατοπέδων, ώστε η μπολσεβίκικη δικαττορία αναγκάζεται ν' αρχίσει τη σταδιακή μεταφορά τους από τις πόλεις σε ακατοίκητες περιοχές της αχανούς Ρωσίας.
Ετσι το 1923, ένα χρόνο πριν από το θάνατο του Λένιν, στο πρώτο «εργατο-αγροτικό» κράτος του κόσμου καταμετρώνται 355 στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας και 105 φυλακές, όπου ζουν και πεθαίνουν καθημερινά πάνω από 1 εκατομμύριο άνθρωποι.
Το 1941, στη Ρωσία (που ακτινοβολούσε από «κομμουνιστική υγεία»), οι χαρακτηρισμένοι ως «ποινικοί» κρατούμενοι ανέρχονταν σε 15.000.000 (δηλαδή στο 10% του συνολικού πληθυσμού, ενώ τον ίδιο χρόνο στις ΗΠΑ (που είχαν προσβληθεί από «καλπάζουσα καπιταλιστική φθίση»), οι ποινικοί κρατούμενοι ήταν 150.000, δηλαδή το 0,1% του πληθυσμού.
Μεταξύ 1917 και 1922, με την ενεργητική παρότρυνση, κάλυψη και ανοχή των Λένιν και Τρότσκι, πραγματοποιήθηκαν χιλιάδες δίκες σκοπιμότητας χωρίς να υπάρχει εν ισχύ οποιοσδήποτε Ποινικός Κώδικας (ο οποίος πρωτοθεσπίστηκε το Μάιο του 1922).
Μοναδικό κριτήριο της λειτουργίας αυτής της «δικαστικής κρεατομηχανής» των κομμουνιστών είναι η αντίληψη της «επαναστατικής σκοπιμότητας» που διακατείχε τους ανενδοίαστους εξουσιοφρενείς του Μπολσεβίκικου επιτελείου.
Μερικές μόνο από τις αμέτρητες ανθρωποβόρες δίκες σκοπιμότητας που διεξήχθησαν επί Λένιν και αποτέλεσαν το μαζικό πρότυπο των τρομοκρατικών δικών της σταλινικής περιόδου, είναι οι εξής:
1. Δίκη της εφημερίδας «Ρωσικά Χρονικά» (Μάρτιος 1918).
2. Δίκη τριών ανακριτών του «Επαναστατικού Δικαστηρίου» της Μόσχας (Απρίλιος 1918).
3. Δίκη του Κόσιρεφ (15-2-1919).
4. Δίκη «εκκλησιαστικών παραγόντων» (11 έως 16-1-1920).
5. Δίκη του «Τακτικού Κέντρου» (16 έως 20-8-1920).
6. Δίκη των μηχανικών της «Διεύθυνσης Καυσίμων» (Μάιος 1921).
7. Δίκη γιά την αυτοκτονία του Ολιτενμπόργκερ (Φεβρουράριος1922)
8. Δίκες (αλλεπάλληλες και μαζικές) Εσέρων (1921-1922).
9. Δίκη ομάδας ιερωμένων (Απρίλιος 1922).
10. Δίκη των «εκκλησιαστικών παραγόντων» της Πετρούπολης (Ιούνιος 1922).
11. Δίκη της ηγεσίας των Σοσιαλεπαναστατών (Ιούνιος- Αύγουστος 1922).
Στην τελευταία απ' αυτές τις δίκες, που, «επαναστατικώ δικαίω», διεξάγονται χωρίς συνηγόρους, στο εδώλιο του κατηγορούμενου προσάγονται και καταδικάζονται σε ποινές φυλάκισης όλα τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής των Σοσιαλεπαναστατών (Εσέρων), του κόμματος που στις εκλογές για τη Συντακτική (1918) συγκέντρωσε το 58% του συνόλου του εκλογικού σώματος. Το 1922 οι Εσέροι ήταν η μόνη οργανωμένη πολιτική δύναμη που θα μπορούσε να ανακόψει τον καλπασμό των κομμουνιστών προς τον ολοκληρωτισμό. Και συνεπώς έπρεπε να εξοντωθεί.
Αμέσως μετά το Οκτωβριανό Πραξικόπημα, οι μπολσεβίκοι, που η εξουσία τους περιοριζόταν σε δυό-τρεις μεγάλες πόλεις της Ρωσίας, άρχισαν μια συστηματική προσπάθεια να επεκτείνουν την κυριαρχία τους στην Ουκρανία και τη Σιβηρία που πρόβαλλαν σθεναρή άμυνα. Ετσι, το καλοκαίρι του 1918 που άρχισε ο εμφύλιος πόλεμος και «για περισσότερο από δύομισι χρόνια στη χώρα υπήρχαν μια σειρά από ανταγωνιστικές ανάμεσά τους κυβερνήσεις».
Το 1917, στο έδαφος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατοικούσαν «200 περίπου διαφορετικοί λαοί με 200 διαφορετικές γλώσσες» ανάμεσα στους οποίους κυριαρχική θέση κατείχαν τρεις σλαβικές εθνότητες που αριθμούσαν 110 εκατομμύρια σε συνολικό πληθυσμό 140 εκατομμυρίων (75 εκατ. Ρώσοι, 30 εκατ. Ουκρανοί και 4,5 εκατ. Λευκορώσοι).
Το 1987, ο αριθμός των λαών και των φυλών είχε υποδιπλασιαστεί: Στη σοβιετική αυτοκρατορία υπήρχαν μόνο 100 διαφορετικοί λαοί με 100 διαφορετικές γλώσσες. Οι υπόλοιποι εξαφανίστηκαν από το πρόσωπο της γης και την ιστορία, θύματα της εξοντωτικής πολιτικής του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού που είχε αναγάγει την ισοπέδωση και την ομοιομορφία σε όρο επιβίωσής του.
Σε σχέση με το εθνικό ζήτημα, πρώτη ενέργεια του Λένιν μόλις κατέλαβε πραξικοπηματικά την εξουσία ήταν να διορίσει τον Στάλιν ως «λαικό επίτροπο (υπουργό) των Εθνοτήτων» και να του αναθέσει να οργανώσει τη δράση της μπολσεβίκικης δικτατορίας:
• Aρχικά, για την αποτροπή της ανεξαρτοποίησης της Πολωνίας και της Φινλανδία (τις μόνες περιοχές της τσαρικής αυτοκρατορίας που διεκδίκησαν επίσημα την ανεξαρτησία τους μετά την Επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917 στη Ρωσία) και
• Στη συνέχεια, για την προσάρτηση των λαών που ήταν υποτελείς στον τσάρο.
Ετσι, το κομμουνιστικό καθεστώς αφού σταθεροποιήθηκε στη Ρωσία με τη βία των όπλων και την τρομοκρατία, απέδειξε πώς εννοεί τις προπαγανδιστικές του διακηρύξεις περί «του αναφαίρετου δικαιώματος της αυτοδιάθεσης των λαών» και «της χωρίς όρους αναγνώρισης του δικαιώματος της αποχώρησης από την Ομοσπονδία Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών», επιδιδόμενο σε μια συστηματική προσπάθεια βίαιης επαναπροσάρτησης όλων των χωρών και των λαών που κατείχε η τσαρική αυτοκρατορία, όπως οι Βαλτικές Χώρες, η Πολωνία (που διέφυγαν προσωρινά την υποδούλωσή τους στο μπολσεβικισμό), η Φινλανδία, η Ουκρανία, η Γεωργία και οι περιοχές του Κάτω Βόλγα και της Κεντρικής Ασίας.
• Βαλτικές Χώρες (Εσθονία, Λεττονία και Λιθουανία): Οι μπολσεβίκοι τις προσάρτησαν με δυναμική επέμβαση το χειμώνα του 1918-1919 και τις αναγνώρισαν ως «ανεξάρτητες σοβιετικές δημοκρατίες». Αλλά δυό χρόνια αργότερα, το 1920, χάρη στην αντίσταση των λαών τους και την αντίθετη στάση της Βρετανίας, οι εισβολείς εξαναγκάστηκαν να αναδιπλωθούν και να τις αναγνωρίσουν ως «ανεξάρτητες αστικές δημοκρατίες» (πράγμα που εξασφάλισε στις βαλτικές χώρες 20 χρόνια κοινοβουλευτικής ζωής μέχρι το 1939 που οι μπολσεβίκοι τις ξανακατέλαβαν στρατιωτικά ύστερα από συμφωνία τους με τον Χίτλερ).
• Φινλανδία: Τα σχέδια των μπολσεβίκων για τη βίαιη προσάρτηση της Φινλανδίας με το συνδυασμό της απόπειρας των Φινλανδών κομμουνιστών να καταλάβουν πραξικοπηματικά την εξουσία και της, ταυτόχρονης, υποστήριξής τους από τα σοβιετικά στρατεύματα (Ιανουάριος 1918), ανατράπηκαν ολοσχερώς από τη στάση της κυβέρνησης και του στρατού της Φινλανδίας που βοηθήθηκε από τη Γερμανία.
• Γεωργία: Οι μπολσεβίκοι το 1920 την αναγνώρισαν ως ανεξάρτητη αστική δημοκρατία και το 1921 την προσάρτησαν κατόπιν δυναμικής επεμβάσεως ως «σοβιετική δημοκρατία», με την επίσημη δικαιολογία ότι «η επέμβαση αυτή αποτελούσε την τελική πράξη της σοβιετοποίησης της Υπερκαυκασίας».
• Ουκρανία: Η προσάρτησή της Ουκρανίας στην, υπό διαμόρφωση, κομμουνιστική αυτοκρατορία έγινε δυνατή το 1920, ύστερα από δύο στρατιωτικές επεμβάσεις (μία το 1919 και μία το 1920) και ένα πραξικόπημα, με την επίσημη δικαιολογία ότι αυτό ήταν «ένα μέτρο νόμιμης άμυνας του σοβιετικού καθεστώτος απέναντι σε μια κυβέρνηση που είχε ζητήσει τη βοήθεια των ξένων».
• Διάφορες περιοχές του Κάτω Βόλγα και της Κεντρικής Ασίας: Κατακτήθηκαν με δυναμικές επεμβάσεις με επίσημη δικαιολογία την «ανάγκη να επιβληθεί η τάξη».
Ετσι παρόλο που δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι «ποτέ δεν θε είχαν εγκαθιδρυθεί μπολσεβίκικα καθεστώτα στην Ουκρανία ή τη Λευκορωσία ή τις Βαλτικές Χώρες χωρίς την άμεση επέμβαση της Μόσχας», οι κατά τόπους απολογητές του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού προσβάλαν βαύνασα τη νοημοσύνη των πάντων, καλλιεργώντας και προβάλλοντας με κάθε τρόπο το μύθο της «ενθουσιώδους εθελοντικής προσχώρησης» των κατακτημένων λαών στη μπολσεβίκικη αυτοκρατορία με τη μορφή των «ομόσπονδων δημοκρατιών» της.
Αναμφίβολα υπάρχει ένα πρόβλημα διανοητικής ισορροπίας ή ανενδοίαστου τυχοδιωκτισμού για τον γενάρχη του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού, του Βλαδιμίρ Ιλιτς Ουλιάνοφ που καταχωρήθηκε στην κομμουνιστική αγιογραφία με το «επαναστατικό» ψευδώνυμο Λένιν. Ο Λένιν:
• Το 1917 αποφαινόταν ότι «ο κρατικός καπιταλισμός είναι η παροξυσμική μορφή της τερατώδους καταπίεσης των εργαζόμενων μαζών από το κράτος», ενώ το 1918 διακήρυττε ότι «ο κρατικός καπιταλισμός είναι ο προθάλαμος του σοσιαλισμού».
• Υποσχόταν την «απελευθέρωση» της εργασίας μέσω της… υποδούλωσής της, διακηρύσσοντας ότι «πρέπει να κηρυχθούμε υπέρ της πλήρους υποταγής των εργαζομένων στους διευθυντές της παραγωγής... πρέπει να υποταχθεί η θέληση των μυριάδων στη θέληση του ηγέτη (της επιχείρησης)... πρέπει να συζευχθεί η εργασία με μια σιδερένια πειθαρχία και μιά απόλυτη υποταγή», και ότι είναι ανάγκη «να στρατιωτικοποιηθεί πλήρως η εργασία».
• Διαβεβαίωνε ότι αγωνιζόταν για την «απελευθέρωση» της κοινωνίας μέσω της υποοδούλωσής της στο Κόμμα, υποστηρίζοντας ότι «το κόμμα πρέπει να πάρει υπό τον έλεγχό του όλες ανεξαίρετα τις πλευρές και τις μορφές της κοινωνικής δραστηριότητας».
• Υπόσχονταν την καταξίωση του «πρωτοπόρου ιστορικού» ρόλου της εργατικής τάξης, διασαλπίζοντας την κοινωνική και διανοητική υπολειμματικότητα αυτής της τάξης, γράφοντας ότι «η σύγχρονη σοσιαλιστική συνείδηση δεν μπορεί να θεμελιωθεί παρά μόνο πάνω σε μιά βαθειά επιστημονική γνώση... φορείς αυτής της γνώσης δεν είναι οι προλετάριοι αλλά οι αστοί διανοούμενοι... η σοσιαλιστική συνείδηση είναι κάτι που έχει εισαχθεί απ' έξω στον προλεταριακό ταξικό αγώνα και όχι κάτι που βγήκε αυθόρμητα μέσα του», ότι «καμιά τάξη της σημερινής κοινωνίας δεν μπορεί να φέρει σε πέρας τον αγώνα της αν δεν καθοδηγείται από μιά μικρή ομάδα προικισμένων, δοκιμασμένων, επαγγελματικά προπαρασκευασμένων και διαπαιδαγωγημένων από μιά μακροχρόνια πρακτική εξάσκηση», και ότι «η εργατική τάξη εάν αφεθεί στις ίδιες της τις δυνάμεις, δεν μπορεί να φτάσει παρά μόνο σε μιά στενά σωματειακή (τρειντ-γιουνιονιστική) συνείδηση... Η σοσιαλιστική συνείδηση δεν μπορεί να της δοθεί παρά μόνο απ' έξω. Γιά να δώσουν στους εργάτες την πολιτική γνώση, οι σοσιαλδημοκράτες πρέπει να πάνε σε όλες τις τάξεις του πληθυσμού, πρέπει να στείλουν αποσπάσματα του στρατού τους σε όλες τις κοινωνικές τάξεις».
Αυτό το πρόβλημα εμφανίζεται ακόμη οξύτερο, όταν ο Λένιν εγκολπώνεται τον Μαρξ διαστρέφοντάς τον, και όταν αυτοπροβάλλεται ως ο αυθεντικότερος διερμηνευτής του μαρξισμού, κακοποιώντας την πνευματική κληρονομιά που διεκδικεί. Γιατί βέβαια,
• Η άποψη του Λένιν ότι «καμιά τάξη της σημερινής κοινωνίας δεν μπορεί να φέρει σε πέρας τον αγώνα της εάν δεν καθοδηγείται από μιά μικρή ομάδα προικισμένων, δοκιμασμένων, επαγγελματικά προπαρασκευασμένων και διαπαιδαγωγημένων από μιά μακροχρόνια πρακτική εξάσκηση», βρίσκεται σε ριζική αντίθεση με την άποψη των Μαρξ και Ενγκελς που υποστήριζαν ότι «η απελευθέρωση των εργαζομένων είναι υπόθεση των ίδιων των εργαζομένων... οι κομμουνιστές δεν αποτελούν ένα ξεχωριστό κόμμα που αντιτίθεται στα άλλα εργατικά κόμματα».
• Η εξουσιομανιακή διακήρυξη του Λένιν ότι «η υποταγή στο κόμμα πρέπει να είναι το μόνο κριτήριο γιά την επιλογή των στελεχών όχι μόνο στα συνδικάτα αλλά σε όλους τους τομείς της κοινωνικής δραστηριότητας», είναι σαφής άρνηση της κατηγορηματικής διαβεβαίωσης του Μαρξ ότι «τα συνδικάτα δεν πρέπει ποτέ να δεθούν με μιά πολιτική οργάνωση και να βρεθούν κάτω από την κυριαρχία της: αυτό θα ήταν ο θάνατός τους».
• Η δήλωση του Λένιν ότι «πρέπει να κηρυχθούμε υπέρ της πλήρους υποταγής των εργαζομένων στους διευθυντές της παραγωγής... πρέπει να υποταχθεί η θέληση των μυριάδων στη θέληση του ηγέτη (της επιχείρησης)... πρέπει να συζευχθεί η εργασία με μια σιδερένια πειθαρχία και μιά απόλυτη υποταγή», φτύνει ευθέως την άποψη του Ενγκελς ότι «η δουλεία στην οποία η αστική τάξη έχει καταδικάσει το προλεταριάτο γίνεται ολοφάνερη στο καθεστώς που επικρατεί στα εργοστάσια. Ο εργοδότης είναι ο μοναδικός και απόλυτος νομοθέτης, σύμφωνα με την κυρίαρχη θέλησή του...».
• Η απόλυτη πίστη του Λένιν στο γεγονός ότι «η ελευθερία της κριτικής είναι η ελευθερία του οππορτουνισμού να φέρει μέσα στο σοσιαλισμό αστικές ιδέες και αστικά στοιχεία» και ότι η μόνη δυνατή απάντηση στην κριτική είναι «η γραφειοκρατία απέναντι στη δημοκρατία, ο συγκεντρωτισμός απέναντι στην αυτονομία, είναι η οργανωτική αρχή του επαναστατικού κόμματος απέναντι στην οργανωτική αρχή των οππορτουνιστών», συνιστά ολοσχερή άρνηση της άποψης των Μαρξ και Ενγκελς ότι «η ελευθερία του κράτους είναι συνάρτηση της ανελευθερίας της κοινωνίας».
Η απόδειξη της παντελούς ανεπάρκειας των κομμουνιστών μπροστά σε μια αδυσώπητη πραγματικότητα που τους διαψεύδει ολοσχερώς, ανάγκασε τον Λένιν να «διορθώσει» τον Μαρξ, τον άνθρωπο που προσπάθησε να πρόβαλει ως πνευματικό του πατέρα, αποφαινόμενος ότι:
«Ο Μαρξ δεν μιλούσε γιά τη Ρωσία. Μιλούσε για... Αυτά που έλεγε ήταν σωστά επί 600 χρόνια αλλά δεν ήταν σωστά προκειμένου γιά τη σημερινή Ρωσία».
Το 1922 ο Λένιν έχει σταθεροποιήσει την, μέχρι τότε παραπαίουσα, εξουσία του και δεν έχει σοβαρή ανάγκη από τον Μαρξ και την κληρονομιά του. Ο κύβος έχει ριχθεί στο πεδίο του συσχετισμού των δυνάμεων με τρόπο που ευνόησε τους πρωτεργάτες του κομμουνιστικού πραξικοπήματος του Οκτώβρη:
Το Κόμμα είναι μοναδικός και απόλυτος κάτοχος του κράτους, αναλαμβάνει να πλάσει την κοινωνία κατ' εικόνα και ομοίωσή του. Εχοντας αναδειχθεί χαλίφης στη θέση του χαλίφη, απλώς επαναλαμβάνει το ιστορικό προηγούμενο του Ιβαν του Τρομερού και του Μεγάλου Πέτρου που επιχείρησαν να συγκροτήσουν μιά ενοποιημένη και ισχυρή κρατική εξουσία μέσω της οποίας «δημιούργησαν» τη ρωσική κοινωνία.
Σύμφωνα με το ευχολόγιο των Μαρξ και Ενγκελς, σκοπός του κομμουνισμού, είναι «να κάνει αδύνατη την ύπαρξη κάθε πράγματος που υφίσταται ανεξάρτητα από το άτομο».
Και ο Λένιν, αυτοπροβαλλόμενος ως ο καλύτερος μαθητής των Μαρξ και Ενγκελς («ο λενινισμός είναι ο μαρξισμός στην εποχή του ιμπεριαλισμού» κατά την σχετική κομμουνιστική ανεκδοτολογία), οικοδόμησε στ' όνομά τους ένα καθεστώς στο οποίο κάθε άτομο μετατράπηκε σε «πράγμα», διαρκώς αναλώσιμο και αντικαταστάσιμο, που δεν μπορούσε να υπάρξει ανεξάρτητα από τον εξουσιαστικό μηχανισμό.
Αν είναι σωστή η άποψη του Μarx ότι «η δημοκρατία είναι η λύση του αινίγματος του κράτους... η άρνηση της πολιτικής αυτο-αποξένωσης του ανθρώπου μέσα στην ίδια της τη σφαίρα... (και) μέσα στην αληθινή δημοκρατία το πολιτικό κράτος εξαφανίζεται», τότε, σύμφωνα με τη «μαρξιστική διαλεκτική» θα πρέπει να ισχύει το ίδιο και αντιστρόφως: Το κράτος είναι η λύση του αινίγματος της δημοκρατίας, η επιβεβαίωση της πολιτικής αυτοαποξένωσης του ανθρώπου μέσα στην ίδια του τη σφαίρα. Μέσα στο πολιτικό κράτος η αληθινή δημοκρατία εξαφανίζεται.
Ο κομμουνισμός του Λένιν είναι η έμπρακτη εξ' αντιστροφής απόδειξη της ορθότητας αυτής της διαπίστωσης του Μarx, που παραπέμπει ευθέως στη διακήρυξη του Μουσολίνι «Τίποτα έξω από το κράτος, τίποτα πάνω από το κράτος».
«Οποιος θελήσει να μπεί στο σοσιαλισμό ακολουθώντας έναν άλλο δρόμο από το δρόμο της πολιτικής δημοκρατίας, θα καταλήξει μοιραία σε αντιδραστικές και παράλογες συνέπειες τόσο στο πολιτικό όσο και στο οικονομικό πεδίο», προειδοποιούσε ό Λένιν πριν καταλάβει την εξουσία. Αλλά οι προειδοποιήσεις ενός εξουσιοφρενούς αφορούν πάντα τους άλλους, ποτέ τον εαυτό του.
Γιατί, σ' αντίθεση με τον νευρωτικό που έχει συνείδηση του λάθους αλλά δεν μπορεί να το αποφύγει, ο ψυχωτικός (πρότυπο του οποίου είναι ο εξουσιοφρενής) το αγνοεί εντελώς. Γι’ αυτό και είναι καταδικασμένος να προσφέρει στους άλλους την κόλαση, πιστεύοντας ακράδαντα ότι τους δωρίζει τον παράδεισο. Και, φυσικά, όποιος δεν συμμερίζεται την άποψή του, είναι «αιρετικός», «ψυχασθενής» ή «απροσάρμοστος», γιατί μόνο ένας «αιρετικός», «ψυχασθενής» ή «απροσάρμοστος» μπορεί να νοιώθει δυστυχής στον «παράδεισο».
Αυτή ακριβώς η σχιζοφρενική αντίθεση ανάμεσα στις θεωρητικές διακηρύξεις της πίστης του στην «πολιτική δημοκρατία» και της μονομανιακής προσκόλησής του στις πλέον αποκρουστικές μορφές της «πολιτικής δικτατορίας», ωθούσε τον Λένιν να απαιτεί με κάθε τρόπο την ικανοποίηση της πιο ουσιαστικής εξουσιοφρενικής του ανάγκης: «Δώστε μου μιά οργάνωση επαγγελματιών επαναστατών και θ' αλλάξω την όψη της Ρωσίας». Και μόλις ικανοποίησε αυτή την απαίτηση, άλλαξε πραγματικά την όψη της Ρωσίας, καθιστώντας την ένα απέραντο στρατόπεδο καταναγκαστικών έργων και θανάτου.
«Χωρίς επαναστατική θεωρία δεν υπάρχει επαναστατική πράξη», επαναλάμβανε ο Λένιν. Και αυτοδιαφημιζόμενος ως ο μόνος αυθεντικός κάτοχος της «επαναστατικής θεωρίας», προσπαθούσε να πείσει τον κόσμο ότι επί ολόκληρους αιώνες η ανθρωπότητα περίμενε αυτόν τον «μεγαλοφυέστερο επαναστάτη όλων των εποχών» γιά να της διδάξει την... επαναστατική πράξη.
Σύμφωνα μ'αυτή την αντίληψη, όλοι οι πριν από τον Λένιν αγώνες ανάμεσα στους εξουσιαστές και τους εξουσιαζόμενους, ήταν απλά ιντερλούδια στη «μεγαλειώδη» λενινιστική θεωρία και πρακτική, μέσω της οποίας οικοδομήθηκε μιά πρωτόγνωρη, άκρως εκμεταλλευτική, κοινωνία απ'την οποία εξοβελίστηκε κάθε δυνατότητα αντιπαράθεσης εκμεταλλευτών και εκμεταλλευόμενων. Κι έτσι κατά την κομμουνιστική ταλμουδική, λύθηκε «άπαξ διά παντός» το προαιώνιο άλυτο αίνιγμα της εξουσίας.
Ομως εβδομήντα χρόνια αργότερα, ο κομμουνιστικός ολοκληρωτισμός κατέρευσε ως χάρτινος πύργος, συνοδευόμενος από τις κατάρες των εκατομμυρίων θυμάτων του. Τα μοναδικά ερείσματα του μπολσεβίκου καθεστώτος (κόμμα, στρατός, υπηρεσίες ασφάλειας) αποδείχθηκαν απλές καρικατούρες του προηγούμενου εαυτού τους, ανίκανες να ελέγξουν τις εξελίξεις. Οι εξεγερμένοι πολίτες των τέως κατεχόμενων χωρών ποδοπάτησαν τα σύμβολά του μπολσεβικισμού και εκβαράθρωσαν τα αγάλματα των πρωτεργατών του. Οι κομμουνιστές πανικόβλητοι έσχιζαν μαζικά τις κομματικές τους ταυτότητες και πρόβαραν βιαστικά το νέο «δημοκρατικό» τους προσωπείο. Τα κομμουνιστικά κόμματα αποκήρυσσαν τον εαυτό τους και αυτοδιαλύονταν ή άλλαζαν τον τίτλο τους.
Στο χώρο επικυριαρχίας του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού επιτελούνταν μια κοσμογονία και οι συνθήκες που διαμορφώνονταν στην τέως «Σοβιετική Ενωση», γεννούσαν την ελπίδα μιας, εκ των υστέρων, δικαίωσης για τα εκατομμύρια των ανθρώπων που δολοφονήθηκαν από τους εκάστοτε κατά τόπους ανιστόρητους «ηγέτες» του Κομμουνιστικού Κόμματος και τους άθλιους κομματανθράπους (που κάλυπταν και καλύπτουν την διανοητική υπολειμματικότητα και ανικανότητα κάτω από την ιδιότητα του «επαγγελματικού στελέχους», προσπαθώντας ματαίως να υποκαταστήσουν τον ανέφικτο οργασμικό τους σπασμό με τον επιθανάτιο σπασμό των θυμάτων τους). Διαμορφώνονταν η ελπίδα:
• ότι το αποτρόπαιο «μαυσωλείο» της Μόσχας θα ξερνούσε την αηδιαστική μούμια του Λένιν που φιλοξενεί,
• ότι θα μπορούσε να υπάρξει μια «Νυρεμβέργη του Κομμουνισμού», για τον πλέον φρικαλέο, ανθρωποβόρο και διαρκέστερο ολοκληρωτισμό που γνώρισε και πλήρωσε ολόκληρη η ανθρωπότητα, κατά το προηγούμενο της «Νυρεμβέργης του Ναζισμού».
• ότι η ρωσική κοινωνία θα μπορούσε να μπει σε μια τροχιά δημοκρατικής εξέλιξης.
Δυστυχώς, η ελπίδα διαψεύστηκε παταγωδώς, με πρωτοβουλία των πρωτεργατών της τέως κομματικής μαφίας, που εν μια νυκτί μεταμορφώθηκαν σε τυπικούς νεομαφιόζους (ξεκινώντας από τον «μοιραίο» Γκορμπατσόφ και καταλήγοντας στον αλκοολικό Μπορίς Γιέλτσιν).
Η ιστορία πήρε την εκδίκησή της και τον τρίτο από τους ολοκληρωτισμούς που την εκπόρνευσαν στη διάρκεια του 20ου αιώνα.
Αλλά, από μια τραγική , οι τέως κομματικοί παλαιο-μαφιόζοι μεταλάχθηκαν στους νυν τυπικούς νεο-μαφιόζους, οι οποίοι μεταμορφώθηκαν εν μια νυκτί σε νέα κυρίαρχη τάξη, χάρη στις εξελίξεις που δρομολογήθηκαν από μια ατέλειωτη στρατιά τέως κομμουνιστών (ξεκινώντας από τον «μοιραίο» Γκορμπατσόφ και καταλήγοντας στον αλκοολικό Μπορίς Γιέλτσιν).
ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ. Είναι άξιοι καταφρόνιας οι κάθε είδους αριστεροί κομματικοί «διανοούμενοι» που δικαιολογούσαν όλα τα εγκλήματα του κομμουνιστικού Μηχανισμού ως «φυσιολογικές αμυντικές αντιδρασεις ενός υγιούς οργανισμού», ζώντας ένα διαρκές ψυχωσικό παραλήρημα με κοινωνιοβιολογικό περιεχόμενο. Για αυτούς, τέλειωσε πραγματικά ο -χωρίς αρχές- πόλεμος (τους) εναντίον των συνανθρώπων τους. Τώρα πιά, οι κάλαμοί τους μπορούν να στάζουν ύβρεις αλλά όχι αίμα: Τα «καλάμια» τους δεν μπορούν πια να πυροβολούν, αφαιρώντας ζωές. Και μαζί μ' αυτόν, τέλειωσε και η σχέση τους με τη ζωή που τόσο πολύ μίσησαν. Δεν υπάρχει λοιπόν κανένας λόγος αντιδικίας με νεκρές ψυχές που αποπνέουν πτωμαϊνη.
Αν θεωρούν λανθασμένες τις όποιες αποτιμήσεις μου για το άτομο και τον κοινωνικό τους ρόλο, δεν έχουν παρά να τις διαψεύσουν, αναδημοσιεύοντας οποιαδήποτε από τις αιματοβαμένα και πυορροούντα «άρθρα» τους, με τα οποία δηλητηρίαζαν τη ζωή κατά την περίοδο της κομματικής παντοδυναμίας τους. Γιατί μπορεί τα έπεα να είναι πτερόεντα, αλλά τα γραπτά μένουν. Οπως μένουν και οι αποφάσεις των «κομματικών οργάνων» και των «λαικών δικαστηρίων» της κομματικής σκοπιμότητας και βαρβαρότητας και, πολύ περισσότερο, τα έργα των εκτελεστικών τους αποβρασμάτων και αποσπασμάτων.
Κι επειδή, κατά την προσφιλή έκφραση ενός ημιαναλφάβητου Ελληνα κομμουνιστή ηγέτη, «τα στερνά κρίνουν τα πρώτα», θα ίσχυε και σ' αυτή την περίπτωση το «τέλος καλό, όλα καλά» εάν δεν υπήρχαν τα εκατομμύρια των αδικοχαμένων ανθρώπινων υπάρξεων που προσφέρθηκαν θυσία στον κομμουνιστικό Μινώταυρο.
Μια προσπάθεια ιστορικής διερεύνησης των όσων έλαβαν χώρα στο Παρίσι το 1871, των σημασιών της Παρισινής Κομμούνας για σήμερα, και την θεμελιώδη διαφορά από τον ολοκληρωτισμό του μπολσεβικισμού που ακολούθησε. Τα λάθη, οι αδυναμίες και οι επιλογές. Η εξέγερση της Κρονστάνδης, του βασικότερου επαναστατικού πυρήνα του 17 και του πως καταπνίχθηκε από τον μπολσεβικικό ολοκληρωτισμό. Τέλος, διάφορες εύστοχες σημειώσεις αναφορικά με το ιστορικό γεγονός της Παρισινής Κομμούνας.
"Η φράση του Ένγκελς «Κοιτάξτε την Κομμούνα. Αυτή ήταν η Δικτατορία του Προλεταριάτου», πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπ' όψιν προκειμένου να κατανοήσουμε τι δεν είναι η δικτατορία του προλεταριάτου ως πολιτικό καθεστώς (οι διάφορες μορφές δικτατορίας επί του προλεταριάτου και εν ονόματι του)."
Η μόνη πραγματική υπερδύναμη του κόσμου είναι οι λαοί. Το σύνολο των πολιτών που προχωρούν την Ιστορία, τα πραγματικά υποκείμενα της ιστορίας και όχι οι υπήκοοι της, όπως αφήνουν να λέγεται. Αυτοί, έχουν την πύρινη δύναμη να κατακερματίσουν την Εξουσία σε κάθε της επίπεδο. Ατομικό, φιλικό, οικογενειακό, κοινωνικό, εθνικό, διεθνές. Και όλα ξεκινούν από το ατομικό, την εικόνα μας για τον εαυτό μας και την αντίληψη του κόσμου.
Ο συναισθηματικός κόσμος του εκάστοτε «εγώ», και η εικόνα που φέρει στα μάτια μας ο εαυτός μας, καθορίζει και τον τρόπο που θα αντιληφθούμε τόσο την κοινωνία, όσο κατ’ επέκταση και όλη τη σύνθετη δομή του κόσμου μας. Το μίσος απέναντι σ’ αυτό που είμαστε, αναγκαστικά επιφέρει μίσος απέναντι σε οτιδήποτε διαφορετικό και μίσος απέναντι σε οτιδήποτε ίδιο, αφού αυτό υπενθυμίζει την ασχήμια που προβάλει στα μάτια μας ο εαυτός μας. Ο μηχανισμός εξουσίας απέναντι στο άσχημο -και μισητό- «εγώ» είναι μια προσπάθεια περιορισμού της ζοφερής πραγματικότητας που αποτυπώνει στα μάτια μας ο εαυτός μας. Και η εξουσία αυτή, περνάει στο πεδίο της κοινωνίας.
Τέτοιοι άνθρωποι, υπάνθρωποι κι απάνθρωποι, είναι όλοι όσοι ασκούν εξουσία στον κόσμο μας. Από τους μεγαλύτερους δικτάτορες και ιμπεριαλιστικούς πολεμοχαρείς που εκδικούνται την ανθρωπότητα για τη δική τους κατάντια (και το δικό τους ατομικό όφελος), έως τον καθημερινό άνθρωπο, που ασκεί βία στον διπλανό του. Όταν η κοινωνία εκ-παιδεύεται μέσα στη βία, αυτή η βία γίνεται βίωμα της συνολικά, και του καθενός ατομικά, και αλυσιδωτά επιφέρει την κατάντια στην οποίαν έχουμε περιέλθει.
Πλέον, οι λίγοι εναπομείναντες πυρήνες αντίστασης (στάσης απέναντι στην εκμαυλισμένη και σάπια δομή), έχουν ένα μόνο στόχο: Να αντιληφθούν την αναγκαιότητα συναίνεσης, αλλά κυρίως συμμετοχής της κοινωνίας στον αγώνα αφανισμού των εξουσιαστικών δομών από την ίδια. Οφείλουν να συνυπολογίσουν το κόστος έναντι του κέρδους που επιφέρουν οι έως τώρα πρακτικές. Και το κόστος είναι τραγικό, μπροστά στην ικανοποίηση του φετιχισμού καταστροφής. Να αφανίσουμε τα πάντα στο πέρασμα μας, κάθε κατάλοιπο του παλιού κόσμου. Για να το πράξουμε όμως, χρειαζόμαστε τη συσπειρωμένη εναντίωση στις υπάρχουσες δομές. Και αυτό, στη σύγχρονη καταναλωτική κόλαση γίνεται πιο δύσκολο από ποτέ. Διότι, αν κάποτε είχαμε να χάσουμε μόνο τις αλυσίδες μας, τώρα, ίσως να πρέπει να χάσουμε κάτι παραπάνω, να θυσιάσουμε τα αγαθά μας, τα οποία, δυστυχώς, στη σύγχρονη καταναλωτική κοινωνία μοιάζουν πολύ σημαντικότερα ακόμη και από την ίδια μας την ελευθερία...
Μέχρι τη στιγμή που η ίδια η κοινωνία θα αντιληφθεί την αναγκαιότητα ολοσχερούς διάλυσης των εξουσιαστικών δομών που μας ετεροκαθορίζουν, κανενός είδους ένοπλη βία δε συνεισφέρει στην συνειδητοποίηση του πραγματικού προβλήματος. Γιατί αυτή, καθίσταται τρομοκρατική για την ίδια την κοινωνία, που ζητά συνεχώς να χάνει την ελευθερία της και την ψυχική της ακεραιότητα, εξασφαλίζοντας την σωματική της ακεραιότητα. Και ο μόνος που μοιάζει ικανός να προστατεύσει την κοινωνία είναι το κράτος. Η κατανάλωση και η τρομοκρατία της ένοπλης βίας, μεγαλώνουν την ανασφάλεια και ο σωτήρας που αναλαμβάνει το χρέος να προστατέψει την κοινωνία είναι, σε τελικό στάδιο, το αστυνομικό κράτος, με την υποσημείωση ότι οποιοσδήποτε ιστορικά παρουσιάστηκε ως σωτήρας, ήταν ο δήμιος...
Αυτό που μοιάζει πιο επιβεβλημένο από ποτέ, είναι η απελευθέρωση των συνειδήσεων μας. Να συνειδητοποιήσουμε ότι η μόνη μας ελπίδα είναι η κατάρρευση της καπιταλιστικής κόλασης, της ολιγαρχίας που μας εξουσιάζει. Και από αυτή την ελπίδα, ξεκινάει ένας θεμελιώδης στόχος:
Να πολιτικοποιήσουμε την ελπίδα, σημαίνει να διαδώσουμε τις ιδέες μας. Και η αποτυχία δεν οφείλεται στην άγνοια των μαζών, αλλά στην αδυναμία μας να πείσουμε...
ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ. Η καθημερινή επίθεση απέναντι σε απόψεις που προσπαθούν να δομούνται μέσω κριτικής σκέψης και οι οποίες δέχονται τον χαρακτηρισμό, ρεβιζιονιστικές, συστημικές (λες και τάχα η κοινωνία δεν είναι ένα ενιαίο σύστημα στο οποίο ανήκουν και οι ίδιοι αυτοαποκαλούμενοι “αντισυστημικοί”) κ.ο.κ. και οι οποίες συντελούνται από «νεκρές ψυχές που αποπνέουν πτωμαΐνη», ουδόλως ενδιαφέρουν τους εκφραστές τους. Γιατί αυτοί οι ίδιοι που κατακρίνουν, ουδέποτε προσπάθησαν να αντιληφθούν την ύπαρξη μιας περαιτέρω αλήθειας, πέραν της δική τους. Οι ίδιοι αυτοί, μια άλλη όψη του νομίσματος της εξουσιομανούς εξουσίας, αποτελούν το ίδιο αξιολύπητα πιόνια στη σκακιέρα της παγκόσμιας εξουσίας, αλλά από την άλλη πλευρά. Απέναντι από το καταναλωτικό κοινό που μέμφονται και πολεμούν ασκώντας εξουσία στις ετερόνομες μάζες, προβάλλουν το δικό τους lifestyle, και τη δική τους φαντασίωση, γιατί φαντασιώνονται τον κόσμο. Συνθέτουν το δικό τους dress code, το δικό τους ιδεολόγημα, τη δική τους εικονική πραγματικότητα. Είναι το ίδιο αξιολύπητοι, και το ίδιο πειθήνια όντα της κοινωνίας του θεάματος, μόνο που αντί για το θέαμα του καναπέ, έχουν το θέαμα του κακού μπάτσου τον οποίον ηδονίζονται να δέρνουν, να πυροβολούν, να υβρίζουν και να πυρπολούν. Ο πόλεμος τους νοηματοδοτείται όχι από την εξουσία, αλλά από τους φρουρούς της. «Μπάτσος καλός, μόνο νεκρός». Προφανώς δεν αντιλαμβάνονται ότι παραφράζουν το φασιστικό κι εθνικιστικό σύνθημα «Τούρκος καλός, μόνο νεκρός»...
Κατά καιρούς, εξουσιοφρενείς μπροστάρηδες, -που ξεκινούν, καταχραζόμενοι την εξουσία, από το καπιταλιστικό νεοφιλελεύθερο τσίρκο, έως τον αφομοιωτικό και στρατιοτικοποιημένο ολοκληρωτισμό, και φτάνουν μέχρι τον άναρχο «τορπιλισμό» (όχι αθώων, όλοι είμαστε ένοχοι για την κατάσταση) ανυποψίαστων - τυχαίων φρουρών της εξουσίας- αποτέλεσαν θρυαλλίδα για το επαναστατικό κίνημα της εκάστοτε εποχής. Αυτό, που ζητά την επανάσταση μέσω της καθημερινότητας του, μέσω του διαρκούς ατομικού και συλλογικού του αγώνα.
Αναρχία λοιπόν, ως χάος (πλήρους ασυδοσίας) ή τάξη (πλήρους ισορροπίας)? Εσείς διαλέξατε το πρώτο.
Εμείς, επιλέγουμε το δεύτερο. Τρομο-κράτος και παρακράτος κάνουν τη δουλειά της συντηρητικοποίησης της Κοινωνίας από γεννήσεως του ελληνικού κράτους (κράτους, που είναι το σπέρμα του παρακράτους). Δεν απολογούμαστε, γιατί δεν το οφείλουμε ως επικριτές εξουσιαστικών μεθόδων και δομών. Κάνουμε απλώς ένα ευρύτερο άνοιγμα στην Κοινωνία, με την καταδίκη της αρρωστημένης (τυφλής) βίας που αποτελεί εφαλτήριο στην επίτευξη των στόχων επιβολής και κυριαρχίας της κρατικής εξουσίας.
Αντίσταση λοιπόν:
- Στη Βία
- Στην υποταγή
- Στην υποτέλεια
- Στο σκοταδισμό
- Στον ολοκληρωτισμό
- Σε κάθε μορφής Εξουσία
- Στις απαγορεύσεις
Συντάκτης: Κώστας Βαξεβάνης
Τώρα που γκρεμίσατε το σύστημα μπορείτε να είσαστε ήσυχοι. Δεν θα παράγει άλλους δειλούς όπως εσείς. Δεν ξέρω πού πάτε; Πού θέλετε να πάτε. Ξέρω όμως από πού έρχεστε. Ξέρω τι έθρεψε τη βία σας. Δεν είναι κανένα σύστημα. Δεν είναι οι μπάτσοι. Δεν είναι οι ρουφιάνοι. Είναι ο εαυτός σας. Βολεμένος στην άνεση της χαζοεπαναστατικής ρητορείας, που ζητά απλώς μια περιπέτεια για να δικαιώνεται. Αρνούμαι να σας κρίνω με όρους ιδεολογίας. Και σίγουρα επανάστασης. Μόνο με ψυχολογικούς. Και μπορώ να κατανοήσω μόνο, εκείνο το σκοτεινό έρεβος που υπάρχει μέσα σας. Γιατί δεν γίνατε αυτό που ήθελε η μαμά, και πρέπει να πληρώσει η κοινωνία.
Τι σχέση έχετε με ιδεολογία; Μόνο μία. Είναι η κουβέρτα, ο μπερντές για να κρύβετε πόσο κακομαθημένοι είσαστε. Κομπλεξικοί, εκδικητικοί, δειλοί ξεκομμένοι από ό,τι παράγει η κοινωνία και ό,τι έχει ανάγκη για να αλλάξει. Αμφιβάλω αν έχετε κάνει ένα μεροκάματο στη ζωή σας. Αν πονέσατε ποτέ με τον πόνο της ανάγκης, και όχι του εγωισμού σας. Αν πεινάσατε. Αν καταλάβατε πως η ζωή γύρω, δεν είναι το reality της βεντέτας με τους μπάτσους. Αμφιβάλω αν σηκωθήκατε ποτέ 7 η ώρα το πρωί για να πάτε στη δουλειά σας.
Αμφιβάλω αν ξέρετε τι θέλετε. Αν είχατε στόχο, όραμα, αγάπη για κάτι. Δεν μισείτε τους μπάτσους. Δεν μισείτε τον 20χρονο που πυροβολήσατε. Μισείτε τους πάντες γιατί όχι μόνο δεν σας μοιάζουν, αλλά είναι εκεί για να σας θυμίζουν πως αποτύχατε σε όλα. Πως είσαστε κοινοί ληστές, ποινικοί, εραστές της επανάστασης του αντιβιοτικού. Τρεις ημερησίως μετά το φαγητό. Όταν η γκόμενά σας έχει βγει με τις φίλες σας και εσείς πλήξετε. Επαναστάτες του play station. Μισείτε τον ίδιο σας τον εαυτό. Μισείτε και αγαπάτε με σφαίρες. Είσαστε τραγικοί…
25 θέσεις για την Τρομοκρατία
Η ιδεολογία χτίζει πύργους στον ουρανό. Οι αποδέκτες της διακατέχονται από την καταστροφική αυταπάτη ότι κάποτε θα κατοικήσουν σ' αυτούς. Οι τεχνικοί της εξουσίας τούς διαχειρίζονται για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους. Και η κοινωνία καταβάλλει το κόστος της συντήρησής τους.
Συνεπώς, επαναλαμβάνοντας για λογαριασμό μου τη δήλωση ότι «μιλώ εξ ονόματός μου και δίνω στον εαυτό μου το δικαίωμα της κριτικής και των προτάσεων» (Κορνήλιος Καστοριάδης), νομιμοποιούμαι να υποστηρίζω ότι «η κοινωνία είναι το προϊόν των αρετών μας και το κράτος των ελαττωμάτων μας» (Τόμας Πέιν), να αποφαίνομαι υπέρ «της ελευθερίας της κοινωνίας και της ανελευθερίας του κράτους» (Καρλ Μαρξ), και να αποστρέφομαι κάθε μορφή βίας που οδηγεί στην ελευθερία του κράτους και στην ανελευθερία της κοινωνίας.
1. Η τρομοκρατία είναι η έσχατη έκφραση του παραληρηματικού ιδεολογικού λόγου. Είναι ιδεολογικός λόγος αναγμένος στον ανώτατο συντελεστή της εξουσίας. Είναι εξουσία στο νιοστό βαθμό. Εξουσία που δεν υπόκειται σε κανέναν κανόνα ή περιορισμό. Εξουσία απόλυτη.
2. Η τρομοκρατία είναι προνομιούχο μέσο και, συγχρόνως, πεδίο άσκησης πολιτικής, σε όλες τις ετερόνομες κοινωνίες όπου η «πολιτική» είναι αποκλειστική υπόθεση των επαγγελματιών πολιτικών. Κι αυτό καθίσταται ολοφάνερο «αν την κρίνουμε από τα αποτελέσματά της και αν δούμε ποιον ευνοούν». Εξ ου και η ανάγκη «να πούμε καθαρά ποιος ασκεί την τρομοκρατία και πώς την χρησιμοποιεί ως θέαμα». (G. Sanguinetti)
3. Η τρομοκρατία είναι το χειρότερο από όλα τα αδιέξοδα της κρατικής επιβολής. Επειδή, σε αντίθεση με τη θεσμοποιημένη εξουσία, η οποία στις δημοκρατικές κοινωνίες υπόκειται στους περιορισμούς των κανόνων και των νόμων (πράγμα που σημαίνει ότι υπάρχει πάντοτε η δυνατότητα οι νόμοι και οι κανόνες να λειτουργήσουν και εναντίον της εξουσίας), η εξουσία της τρομοκρατίας δεν υπόκειται στον περιορισμό κανενός κανόνα ή νόμου: Νόμος και κανόνας της είναι τα προϊόντα της παρανοϊκής εξουσιοφρένειας που πλήττει τους εγκεφάλους και τα εκτελεστικά όργανα της τρομοκρατίας, και μέσο της το περίστροφο και η βόμβα.
4. H τρομοκρατία ενεργοποιεί τα πιο πρωτόγονα αντανακλαστικά των ανθρώπων και τους κάνει να προτιμούν την ασφάλεια της δουλείας από τους κινδύνους της ελευθερίας. Χάρη στην εξουσιαστική κατασκευή της τρομοκρατίας, η κοινωνία βρίσκεται «νομίμως» εγκλωβισμένη στις επιλογές της εξουσίας και σπρώχνεται να «συναινεί» στην επιδίωξη της εξουσίας για μετασχηματισμό του κράτους δικαίου και πρόνοιας σε κράτος ασφάλειας και «θεραπείας», στο οποίο επιβάλλεται η πλήρης συμμόρφωση των πολιτών με τη σταδιακή καθιέρωση ενός ποινικού δικαίου που βασίζεται στην υποψία.
5. Η τρομοκρατία είναι συνυφασμένη με την ιστορική, πολιτική και ιδεολογική παράδοση όλων των ολοκληρωτικών κινημάτων και χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον από τον μπολσεβικισμό, το φασισμό, το ναζισμό αλλά και τις φιλελεύθερες δημοκρατικές ολιγαρχίες. Αυτό αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ «αριστερής» και «δεξιάς» τρομοκρατίας. Η τρομοκρατία είναι πάντοτε αντιδραστική.
6. Η τρομοκρατία είναι ένα από τα παραπροϊόντα της εξουσιαστικά χειραγωγούμενης νηπιακής σκέψης και πράξης ορισμένων επαγγελματιών «σωτήρων», οι οποίοι δρουν είτε υπό την επίδραση μιας ψευτοεπαναστατικής αυταπάτης είτε υπό το βάρος της απελπισίας μιας παραπαίουσας εξουσίας, με κοινό τους χαρακτηριστικό την καθυπόταξη των μέσων στο σκοπό, ο οποίος είναι, πάντοτε και αυταπόδεικτα, «άγιος».
7. Η τρομοκρατία ως μέσο άσκησης πολιτικής εφαρμόζεται είτε αμέσως, με τη δράση πρακτόρων των αυτονομημένων παράλληλων μυστικών υπηρεσιών, είτε εμμέσως, με την «τηλεκατεύθυνση» διαφόρων ατόμων ή ομάδων που έχουν δήθεν «αντικρατικό» προσανατολισμό.
8. Τα επιτελικά όργανα της τρομοκρατίας βρίσκονται σε ορισμένα αυτονομημένα τμήματα των μυστικών υπηρεσιών της κρατικής εξουσίας, που είναι επιφορτισμένες με το καθήκον της εμπέδωσης και συντήρησης της καθεστωτικής σταθερότητας με ενέργειες και μέσα που υπερβαίνουν τα όρια της νομιμότητας και διαφεύγουν παντός κοινωνικού και πολιτικού ελέγχου. «Η τρομοκρατία είναι το κράτος, δηλαδή ένα από τα πολλά ένοπλα παρακλάδια του». (G. Sanguinetti)
9. Τα εκτελεστικά όργανα της τρομοκρατίας ή είναι πράκτορες των μυστικών υπηρεσιών ή είναι αφελείς «κοινωνικοί αναμορφωτές» που μπορεί να διακατέχονται από την αυταπάτη ότι εξυπηρετούν τα «ύψιστα συμφέροντα του λαού, της φυλής, του έθνους, του προλεταριάτου ή της επανάστασης», ενώ στην πραγματικότητα τηλεκατευθύνονται από ειδικά αυτονομημένα τμήματα των μυστικών υπηρεσιών και συνεργούν στην πλήρη καθυπόταξη της κοινωνίας στην κρατική εξουσία.
10. Η τρομοκρατία, ανεξάρτητα από το εάν ασκείται από ή «εναντίον» της κρατικής εξουσίας, οδηγεί πάντοτε στην αποτελμάτωση της κοινωνίας και της Ιστορίας και κατατείνει στην οικοδόμηση ενός εφιαλτικού σύμπαντος που κυριαρχείται από ένα ποινικό «δίκαιο» βασισμένο στην υποψία.
11. Πρώτο καθήκον κάθε εξουσίας που βρίσκεται σε κρίση είναι η κατασκευή μιας απειλής, από την οποία η κρατική εξουσία αναλαμβάνει εργολαβικά να «προστατεύσει» την κοινωνία, ψαλιδίζοντας τις ελευθερίες της. Γιατί δεν υπάρχουν «παροχές υπηρεσιών» χωρίς κόστος.
12. Η απειλή της τρομοκρατίας είναι άκρως αποτελεσματική, με διασφαλισμένη την ικανότητα να πλήττει οποιονδήποτε, οτιδήποτε, οπουδήποτε. Η τρομοκρατία είναι ο ιδανικός βραχίονας της εξουσίας, μέσω του οποίου νομιμοποιείται η τρομοκρατία του κράτους πάνω στην κοινωνία. Γι’ αυτό, ακόμη και εάν δεν υπήρχε η τρομοκρατία, η εξουσία θα ήταν υποχρεωμένη να την εφεύρει.
13. Με διαπιστωμένα τα σημάδια της επερχόμενης κρίσης, οι επαγγελματίες διαχειριστές της κρατικής εξουσίας ανακάλυψαν και στα καθ' ημάς τη δήθεν «αντικρατική» τρομοκρατία, προκειμένου να της αντιτάξουν την κρατική «αντιτρομοκρατική» τρομοκρατία.
14. Η αυταρχική «δημοκρατία», ως μόνη απάντηση των διαχειριστών της κρατικής εξουσίας στην κρίση του κράτους δικαίου και πρόνοιας, και η τρομοκρατία, ως προνομιούχο μέσο για να εξασφαλιστεί η αναγκαία «σύγκλιση των κομμάτων», με τρόπο ώστε να επιτευχθεί η εξάλειψη κάθε «ριζικής αντιπολίτευσης», σηματοδοτούν το δρόμο που επέλεξε ο φιλελεύθερος ολιγαρχικός καπιταλισμός για να βγει από την πολυδιάστατη οικονομική, πολιτική, ιδεολογική, πολιτιστική και οικολογική κρίση του.
15. Οι δολοφονίες ορισμένων περιστασιακών θυμάτων από διάφορες βαθμίδες του διαχειριστικού προσωπικού της εξουσίας, διαλεγμένα με άγνωστα κριτήρια από ορισμένα, επίσης άγνωστα αυτονομημένα τμήματα του αδιαφανούς δικτύου των παράλληλων μυστικών υπηρεσιών, προετοίμασαν μεθοδικά το έδαφος για τη νομοθετική αναγωγή ολόκληρης της κοινωνίας σε όμηρο στα χέρια της εξουσίας.
16. Η κρατική εξουσία έχει το μονοπώλιο της νόμιμης βίας. Όταν όμως η νόμιμη βία αποδεικνύεται ανεπαρκής, τότε προσφεύγει στην τρομοκρατία, την οποία όλοι ψάχνουνε ματαίως. Γιατί άπαξ και «εφευρέθηκε» η κρατική εξουσία, μόνο διανοητικά υπολειπόμενοι μπορούν να επιμένουν να ανακαλύψουν ξανά την... Αμερική.
17. Η τρομοκρατία είναι ο λόγος ύπαρξης και το πεδίο δράσης διαφόρων αυτονομημένων τμημάτων των μυστικών υπηρεσιών της κρατικής εξουσίας, τα οποία συνθέτουν ένα παράλληλο δίκτυο για την εξυπηρέτηση των εξουσιαστικών σκοπιμοτήτων και αναγκών που απαιτούν υπέρβαση του υφιστάμενου πλαισίου νομιμότητας.
18. Η κρατική και η «αντικρατική» τρομοκρατία αποτελούν τις δύο όψεις του πλέον προνομιούχου μέσου άσκησης πολιτικής σε περιόδους κρίσης.
19. Η αλληλεπίδραση μεταξύ κρατικής και «αντικρατικής» τρομοκρατίας βασίζεται στην ακραία ιδεολογικοποίηση της υφιστάμενης πραγματικότητας, μέσω της οποίας καθίσταται δυνατή η «ακύρωση» της πραγματικότητας και η υποκατάστασή της από τις ιδεολογικές απεικονίσεις της.
20. Οι διαχειριστές της εξουσίας μεριμνούν για τη διαρκή ενίσχυση των αρμοδιοτήτων των διωκτικών αρχών. Οι μηχανισμοί καταστολής ενδυναμώνονται και αναπτύσσονται ως κακοήθης νεοπλασία. Τα ατομικά δικαιώματα και οι πολιτικές ελευθερίες συρρικνώνονται. Παρ’ όλα αυτά, η τρομοκρατία αποδεικνύεται «άλυτο αίνιγμα» για τις διωκτικές αρχές, γιατί, απλούστατα, όταν ο διώκτης και ο διωκόμενος ταυτίζονται, η σύλληψη του διωκόμενου είναι αδύνατη.
21. Η δηλωμένη «αδυναμία» της κρατικής εξουσίας να προσεγγίζει τα καθοδηγητικά και (πολλές φορές) τα εκτελεστικά, όργανα της τρομοκρατίας είναι ευθέως ανάλογη με τη δυνατότητά της να «αποικιοποιεί» τρομοκρατικά ολόκληρη την κοινωνία.
22. Η απόδειξη της επάρκειας του νομοθεσίας και της αστυνομίας για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας είναι ασύμφορη από εξουσιαστική άποψη, γιατί αφήνει έκθετη την απαίτηση για ειδικούς «αντιτρομοκρατικούς» νόμους και υπηρεσίες. Γι’ αυτό και είναι ανάγκη να «αποδεικνύεται» συνεχώς η ανεπάρκεια και η αναποτελεσματικότητα και της νομοθεσίας και της αστυνομίας.
23. Οι διωκτικές αρχές είναι ευκολότερο και βολικότερο να συλλαμβάνουν τους «συνήθεις υπόπτους» και να τους εμφανίζουν ως τρομοκράτες, παρά να τα βάζουν με τους αληθινούς τρομοκράτες, τους ικανούς επαγγελματίες εκτελεστές, που είναι η σαρξ εκ της σαρκός της εξουσίας τους.
24. Οι διωκτικές αρχές υποφέρουν από εναλλασσόμενες κρίσεις μανίας και κατάθλιψης. Μετά τη διάχυτη ευφορία από τη σύλληψη κάποιων «συνήθων υπόπτων», ακολουθεί πάντοτε η κατάθλιψη του «τίποτα» των πραγματικών τρομοκρατών.
25. H κρατική διαχείριση του τρόμου και της αυταπάτης είναι το λυμένο αίνιγμα της διαλεκτικής της εξουσίας και της τρομοκρατίας. «Το κράτος είναι ο αυτουργός και ο αποκλειστικός ωφελημένος από τη σύγχρονη τεχνητή τρομοκρατία... Την τρομοκρατία τη διευθύνει η εξουσία, κι όποιος θέλει την εξουσία, πρέπει να αποδείξει πως ξέρει να διευθύνει την τρομοκρατία». (G. Sanguineti)
Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ μεγάλα κ΄υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη. ( Κ. Π. Καβάφης )
Η νεύρωση του ενός, η οποία πηγάζει από την έλλειψη κοινωνικού ενδιαφέροντος, εκφράζεται και αντικατοπτρίζεται στον κοινωνικοπολιτικό αλλά και πολιτισμικό εκμαυλισμό τον οποίο βιώνουμε αυτήν ακριβώς τη στιγμή σε όλο του το μεγαλείο.
Ο άνθρωπος υποφέρει και άρα υποφέρει η κοινωνία. Υποφέρει γιατί καμία οικογένεια και κανένα σύστημα δεν του έμαθε την αξία του να μοιράζεται ισότιμα με τους ανθρώπους γύρω του, παρά μόνο του δίδαξε πώς να παράγει με σκοπό το προσωπικό κέρδος. Το πρώτο πράγμα που του έμαθε στη ζωή του, εντάσσοντάς τον σε ένα ατομικιστικό σύστημα παιδείας, είναι πώς να παράγει και όχι πώς να προσφέρει. Τον δίδαξαν να εργάζεται μόνος. Τον δίδαξαν να λαμβάνει όφελος από την εργασία του αποκλειστικά ο ίδιος και όχι να εργάζεται ομαδικά, για να προσφέρει στους υπόλοιπους. Τον έκαναν μονήρη.
Του είπαν πολύ συγκεκριμένα, πως ο κόπος του μετράται σε νούμερα και πως το υψηλότερο νούμερο είναι αυτό που κερδίζει και συνεπώς είναι αυτό που "νικάει" το χαμηλότερο νούμερο. Ο άνθρωπος με το υψηλότερο νούμερο είναι αυτός που η οικογένεια, το σύστημα και η κοινωνία θέλουν και αποδέχονται, μα για τον άνθρωπο με χαμηλότερο νούμερο αυτοί οι τρεις θα έχουν πάντα μια γκριμάτσα δυσαρέσκειας.
Ο Άνθρωπος-Νούμερο λοιπόν, πολύ νωρίς στη ζωή του άρχισε να κοιτάζει τον διπλανό Άνθρωπο-Νούμερο. ΟΧΙ όμως με έγνοια, σεβασμό και ενδιαφέρον, ΟΧΙ με την ανάγκη να συν-αγωνισθεί με αυτόν, ΟΧΙ με την ανάγκη να μοιραστεί μαζί του τα μοναδικά χαρακτηριστικά που τον ολοκληρώνουν από την στιγμή ακριβώς που γεννήθηκε, με σκοπό να ενοποιηθεί και να εξελιχθεί μαζί με τον άλλο άνθρωπο ραγδαία. Τον κοίταξε με μια τρομαχτική ανάγκη να τον ανταγωνισθεί, με μια τρομαχτική ανάγκη να τον νικήσει, να είναι μεγαλύτερο νούμερο απ΄αυτόν, γιατί το μεγαλύτερο νούμερο και μόνο αυτό, θα επιβιώσει και θα ευημερήσει στην κοινωνία.
Για τον Άνθρωπο-Νούμερο πλέον τα πάντα στη ζωή του μπήκαν σε σύγκριση με τον άλλον Άνθρωπο-Νούμερο και σ΄αυτη τη σύγκριση θα έπρεπε με οποιονδήποτε τρόπο να βγει νικητής πρώτος, καλύτερος. Διαφορετικά, τον περίμεναν μεγάλα δεινά: μη αποδοχή και διαφορετική αντιμετώπιση-όλοι θα τον κοίταζαν αλλιώς, σαν κατώτερο.
Ο Άνθρωπος-Νούμερο λοιπόν, έχασε την πρώτη του ιδιότητα, αυτή του ανθρώπου δηλαδή, και έγινε ΜΟΝΟ νούμερο. Το ύψος του έπρεπε να είναι μεγαλύτερο από το ύψος του άλλου, το πουλί του έπρεπε να είναι μεγαλύτερο από το πουλί του άλλου, το στήθος του έπρεπε να είναι μεγαλύτερο από το στήθος του άλλου, έπρεπε να βγάζει πιο πολλά λεφτά από τον άλλον και για να φαίνεται αυτό, έπρεπε να έχει μεγαλύτερο αυτοκίνητο και πιο ακριβό από τον άλλο, μεγαλύτερο και πιο ακριβό σπίτι από τον άλλο, να τρώει πιο ακριβό φαγητό από τον άλλο, να πίνει πιο ακριβό ποτό από τον άλλο, τα ρούχα που φοράει να είναι πιο ακριβά από του άλλου.
Από τα μάτια του τότε, χάθηκε η αγάπη προς τον άλλον και σκοτάδι βαθύ πήρε τη θέση της. Η καρδιά του χτύπησε πιο γρήγορα, το στομάχι του σφίχτηκε, αδρεναλίνη έπνιξε το σώμα του και τα νεύρα του τέντωσαν. Ήταν έτοιμος να επιτεθεί. Να επιτεθεί σε ο,τιδήποτε ένιωθε ώς απειλή. Απειλή για την ευημερία που τού είχαν τάξει ΑΥΤΟΙ. Και επιτέθηκε. Εξουσίασε, κυριάρχησε, υποδούλωσε ένα άλλο νούμερο. Αλλά μπροστά του είχε έναν άνθρωπο.
Τότε ΑΥΤΟΙ τον δέχτηκαν, τον βράβευσαν και του πρόσφεραν την ευημερία που του είχαν τάξει. Πλέον ήταν σκλάβος τους. ΑΥΤΟΙ ήταν ο παρατηρητής του και ΑΥΤΟΙ όριζαν τις ανάγκες και τις επιθυμίες του. Μεγάλα νούμερα στα πάντα στη ζωή του, πολλά λεφτά για να μπορεί να κατέχει πολλά υλίκα αγαθά, με αυτά θα μπορούσε να κατέχει συντρόφους-νούμερα, εξίσου νούμερα με αυτόν. Το σώμα του, το οποίο ήταν και το μόνο που τού είχε απομείνει, έπρεπε να αλλάξει σύμφωνα με ΑΥΤΟΥΣ. Την μεγάλη του μύτη, που για κάποιο λόγο γεννήθηκε με αυτή, έπρεπε να την ΚΟΨΕΙ, για να γίνει μικρότερη.Το μικρό του στήθος και τον ποπό του τον μικρό, που για κάποιο λόγο γεννήθηκε με αυτά, έπρεπε να τα ΣΚΙΣΕΙ και να τους βάλει μέσα πλαστικό, για να γίνουν μεγαλύτερα. Στα στραβά του δόντια, που για κάποιο λόγο γεννήθηκε με αυτά, έπρεπε να βάλει σίδερα και να τα πιέσει, για να γίνουν ίσια. Τα γηρατειά και η φθορά, έπρεπε πάσει θυσία να καλυφθούν, κόβοντας και ράβοντας.
Σε τίποτα από αυτά όμως δεν έβρισκε χαρά. Το μόνο αίσθημα που βίωνε ήταν αυτό της θλίψης, αλλά έπρεπε να συνεχίσει. Για να νιώσει χαρά, ΑΥΤΟΙ του έδωσαν φάρμακα.Για να συνεχίσει, ΑΥΤΟΙ του έδωσαν ναρκώτικα κάθε λογής. Τα ίδια έδωσαν και στους άλλους, στους κατώτερους, στους υποταγμένους, στους αδικημένους, για να συνεχίσουν να είναι δούλοι και να μην εξεγερθούν ποτέ. Και κάποιοι συνέχισαν.
ΚΑΠΟΙΟΙ άλλοι όμως κατάλαβαν. Κατάλαβαν ότι δεν είναι νούμερα αλλά άνθρωποι. ΚΑΠΟΙΟΙ και από τις δύο μεριές, κατάλαβαν οτι μοιράζονται τον ίδιο πόνο, την ίδια εξαθλίωση, το ίδιο αίσθημα θλίψης. Μια τεράστια θλίψη απόρροια της σκλαβιάς, της υπακοής στους νόμους ΑΥΤΩΝ.
Τότε οι ΚΑΠΟΙΟΙ κοίταξαν ΑΥΤΟΥΣ. Από τα μάτια τους το σκοτάδι χάθηκε και οργή πήρε τη θέση του. Η καρδιά τους χτύπησε πιο δυνατά, το στομάχι τους σφίχτηκε, η αδρεναλίνη έπνιξε το σώμα τους, τα νεύρα τους τέντωσαν. Ήταν έτοιμοι να επιτεθούν. Και επιτέθηκαν. Έλιώσαν στο τσιμέντο τα φάρμακα της "χαράς", έλιωσαν στο τσιμέντο τις ιδιότητές τους και για πρώτη φορά ενώθηκαν. Βίαια ξέσπασαν πάνω σε ΑΥΤΟΥΣ και τον εκμαυλισμένο κόσμο τους, πάνω σε ΑΥΤΟΥΣ που συνέχιζαν. Που συνέχιζαν να γεννάνε τέρατα μέσα από την "κανόνικότητα" του κόσμου αυτού. Ξέσπασαν βίαια και πάνω στο στρατό που τους προστάτευε. Σε έναν στρατό, όπως όλοι οι στρατοί απ΄την αρχή αυτού του κόσμου, ξεβράκωτο και θλιβερό.
Τότε κάποιοι ρώτησαν, αν άλλαξε κάτι.
ΟΤΑΝ ΤΑ ΝΟΥΜΕΡΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ, ΠΟΙΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΝΑΡΩΤΙΕΤΑΙ.
Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες
Κείμενο του Νικόλα Αγγέλη, tvxs.gr
Ατομικισμός - Συλλογικισμός (Collectivismus, Κολλεκτιβισμός)

[...]
Εδώ δεν υπάρχει ένας πρωταγωνιστής. Πρωταγωνιστές είναι οι «γέροντες», μέσα από τους οποίους εκφράζεται ολόκληρη η κοινότητα, το παρελθόν και τα όνειρα της –που συνιστούν τα ίχνη τα οποία πρέπει να ακολουθήσουμε για να μπορέσουμε να ανακαλύψουμε και να συναντήσουμε τους εξεγερμένους ιθαγενείς λαούς του Μεξικού-, με άλλα λόγια το «εμείς». Ένα «εμείς» που δεν συνθλίβει το άτομο, το «εγώ», μέσα από την ομογενοποίηση, αλλά το εμπεριέχει. Είναι το «εγώ, και το αυτός, και το αυτή, και το εσύ που μετατρέπονται σε εμείς», αφού μόνο έτσι «υπάρχει η πιθανότητα, ο πόνος και τα βάσανα, που έδωσαν όνομα στο εγώ, στο αυτός, στο αυτή, στο εσύ, στο εσείς, να μετατρέψουν το εγώ σε χαρά».
[...]
...
* Eισαγωγή - Εξεγερμένος υποδιοικητής Μάρκος, «ιστορίες για τους ανθρώπους του καλαμποκιού», εκδόσεις των ξένων.Θεσσαλονίκη 2009

...

«Η άνοιξη έρχεται, σηκωθείτε Χριστιανοί!
Το χιόνι λιώνει πάνω απ’ τους πεθαμένους.
Και καθετί, που σέρνεται ακόμα στα πόδια του,
ξαναρχίζει τον πόλεμο, πάνω στους μεγάλους δρόμους».
Όπως η καλή Σέν-Τέ στον «Καλόν Άνθρωπο του Σέτσουαν» συμβιβάζεται με την Κακία, όπως ο σοφός Γαλιλαίος στο ομώνυμο δράμα συμβιβάζεται με τον τυφλό δογματισμό, όπως ο απλός Γκάλυ Γκαίη στο «Ο άντρας είναι άντρας» συμβιβάζεται με τη Βία - έτσι κ’ η Άννα Φίρλινγκ συμβιβάζεται με τον Πόλεμο και το Θάνατο. Είναι η Συνθηκολόγηση των ανθρώπων με τις ζοφερές Δυνάμεις, για να μπορέσουν να σταθούν, έστω και παραπατώντας στη ζωή...
«Στην ήττα ή στη νίκη,
όλοι βγαίνουμε χαμένοι.
Ντυμένοι κουρέλια, τρώγοντας ακαθαρσίες,
λέμε σφίγγοντας τα δόντια:
Ένα θαύμα
πρέπει να γίνει, ας μείνουμε στις γραμμές μας!»
Μάριος Πλωρίτης, Πρόσωπα του νεώτερου δράματος



